Ο πιο επικίνδυνος συντηρητισμός είναι εκείνος που μεταμφιέζεται σε πρόοδο

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Χθες το βράδυ είχα μια μεγάλη και αρκετά έντονη συζήτηση με έναν αριστερό-προοδευτικό φίλο μου. Προσπαθούσε να με πείσει ότι ο δεξιός συντηρητισμός αποτελεί τη βασική αιτία της κοινωνικής οπισθοδρόμησης, ότι η πολιτική του επιρροή κρατά την κοινωνία εγκλωβισμένη στο παρελθόν και ότι κάθε πραγματική αλλαγή προϋποθέτει την υπέρβαση του. Του απάντησα ότι το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο και, κυρίως, ότι η συντήρηση δεν έχει αποκλειστικό ιδεολογικό πρόσημο. Μπορεί να εμφανίζεται στο όνομα της παράδοσης, αλλά μπορεί εξίσου να κρύβεται πίσω από τη σημαία της επανάστασης. Και, πολλές φορές, ο δεύτερος τύπος συντηρητισμού αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτικός, επειδή αρνείται να αναγνωρίσει ακόμη και την ίδια του την ύπαρξη.

Του εξήγησα, λοιπόν, ότι ο αριστερός και ο αναρχοαυτόνομος δογματισμός μπορούν να γίνουν εξίσου αντιδραστικοί, αυταρχικοί και εχθρικοί απέναντι στην ελευθερία με τις πιο ακραίες εκδοχές της δεξιάς. Όχι επειδή οι δύο χώροι είναι ιστορικά ταυτόσημοι, αλλά επειδή, όταν εγκαταλείπουν τον διάλογο και μετατρέπουν τις ιδέες τους σε απόλυτες αλήθειες, καταλήγουν να χρησιμοποιούν παρόμοιες μεθόδους, αφού αποκλείουν τον διαφορετικό, δαιμονοποιούν τον αντίπαλο, αρνούνται τα πραγματικά δεδομένα και διεκδικούν το δικαίωμα να επιβάλουν στους υπόλοιπους τη δική τους αντίληψη για το πώς πρέπει να ζουν.

Η συζήτηση αυτή, σε συνδυασμό με τις εικόνες και τις εξελίξεις στη Γαλλία που με προβλημάτισαν τις τελευταίες ημέρες, με έκανε να αναρωτηθώ ξανά τι σημαίνει πραγματικά πρόοδος και ποιος έχει το δικαίωμα να την ορίζει. Γιατί η πρόοδος δεν κρίνεται από τις διακηρύξεις, τις επαναστατικές κορώνες ή την επίκληση κάποιου ανώτερου σκοπού. Κρίνεται από το αν διευρύνει την ελευθερία, αν βελτιώνει τη ζωή των ανθρώπων, αν ενισχύει τους θεσμούς και αν επιτρέπει στην κοινωνία να αλλάζει χωρίς να καταστρέφει όσα με κόπο έχει κατακτήσει.

Αν κοιτάξουμε την ιστορία του 20ού αιώνα, η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης αποτέλεσαν μια καθοριστική δοκιμασία για την ιδέα ότι η κοινωνία μπορεί να οργανωθεί απόλυτα μέσα από έναν κεντρικό σχεδιασμό. Η υπόσχεση μιας κοινωνίας χωρίς εκμετάλλευση και ανισότητες κατέληξε, σε πολλές περιπτώσεις, σε οικονομική αναποτελεσματικότητα, πολιτική καταπίεση, περιορισμό των ελευθεριών και συγκέντρωση της εξουσίας σε έναν ανεξέλεγκτο κομματικό μηχανισμό. Το δίδαγμα δεν είναι ότι κάθε προσπάθεια κοινωνικής δικαιοσύνης οδηγεί αναγκαστικά στον ολοκληρωτισμό. Είναι ότι κανένας ευγενής σκοπός δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατάργηση της ελευθερίας, της δημοκρατικής λογοδοσίας και του δικαιώματος του πολίτη να αμφισβητεί την εξουσία.

Στην Ελλάδα, η ιστορία ακολούθησε διαφορετική διαδρομή. Η χώρα εντάχθηκε στη δυτική δημοκρατική και θεσμική πραγματικότητα, ενώ η Μεταπολίτευση, παρά τις αντιφάσεις και τις παθογένειες της, εδραίωσε την κοινοβουλευτική δημοκρατία και διεύρυνε τις πολιτικές ελευθερίες. Την ίδια στιγμή, όμως, η ιδεολογική επιρροή της Αριστεράς ξεπέρασε κατά πολύ την εκλογική της δύναμη. Διαμόρφωσε σε σημαντικό βαθμό τον δημόσιο λόγο, επηρέασε την πανεπιστημιακή ζωή, την τέχνη, τη διανόηση και την πολιτισμική αντίληψη μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Σε αυτή τη διαδρομή, η Αριστερά κατόρθωσε να συνδέσει την πολιτική της ταυτότητα με την ηθική ευαισθησία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αντίσταση στην αυθαιρεσία.

Αυτό είχε και θετικές πλευρές, καθώς πολλές κοινωνικές διεκδικήσεις συνέβαλαν στην κατοχύρωση δικαιωμάτων και στην ενίσχυση της δημοκρατίας. Το πρόβλημα άρχισε όταν η ιστορική αυτή παρακαταθήκη μετατράπηκε σε αξίωση αποκλειστικής ηθικής νομιμοποίησης. Όταν, δηλαδή, η Αριστερά άρχισε να αντιμετωπίζει τον εαυτό της ως τον μοναδικό αυθεντικό εκπρόσωπο της προόδου και κάθε αντίθετη άποψη ως ύποπτη, οπισθοδρομική ή ηθικά απαράδεκτη. Τότε η κριτική σκέψη έδωσε τη θέση της στην ιδεολογική περιχαράκωση και η πολιτική αντιπαράθεση μετατράπηκε σε μια διαρκή δοκιμασία ιδεολογικής καθαρότητας.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η αντίφαση του αριστερού συντηρητισμού. Ενώ διακηρύσσει ότι επιδιώκει την ανατροπή του παλιού, συχνά υπερασπίζεται με πείσμα τις δικές του παγιωμένες βεβαιότητες. Ενώ μιλά για απελευθέρωση, μπορεί να αντιμετωπίζει με καχυποψία την ατομική πρωτοβουλία, την ιδιοκτησία, την επιχειρηματικότητα και κάθε θεσμική αλλαγή που δεν συμβαδίζει με το ιδεολογικό του σχήμα. Ενώ επικαλείται την κοινωνική χειραφέτηση, μπορεί να καταλήγει να υπαγορεύει στους ανθρώπους τι επιτρέπεται να σκέφτονται, να λένε και να υποστηρίζουν.

Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν περιορίζεται, βεβαίως, στην Αριστερά. Κάθε ιδεολογία που θεωρεί ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό καταπίεσης. Η διαφορά είναι ότι ο αριστερός δογματισμός συχνά παρουσιάζει την ακαμψία του ως ηθική ανωτερότητα και την άρνηση του να προσαρμοστεί στα δεδομένα ως απόδειξη συνέπειας. Έτσι, η συντήρηση παύει να αναγνωρίζεται ως συντήρηση, επειδή έχει ντυθεί με το λεξιλόγιο της αλλαγής.

Ανάλογη σύγχυση συναντάμε και στην αντίληψη ότι οι πρωτόγονες κοινωνίες ήταν περίπου ειρηνικοί παράδεισοι, τους οποίους διέφθειραν η ατομική ιδιοκτησία, η οργανωμένη κοινωνία και η αγορά. Η εξιδανίκευση ενός χαμένου, αρμονικού παρελθόντος δεν αποτελεί επιστημονικό συμπέρασμα, αλλά μια ελκυστική αφήγηση που συχνά εξυπηρετεί τις ανάγκες του παρόντος. Στο Sapiens, ο Yuval Noah Harari αμφισβητεί ακριβώς τέτοιες απλουστευτικές αναγνώσεις της ανθρώπινης ιστορίας, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα της εξέλιξης των κοινωνιών μας.

Η ανθρώπινη ιστορία δεν υπήρξε ποτέ μια ευθύγραμμη πορεία από την αρχική αρμονία προς τη σύγχρονη διαφθορά. Η βία, η συνεργασία, η αλληλεγγύη, ο ανταγωνισμός και η επιδίωξη ισχύος συνυπήρχαν σε διαφορετικές μορφές πολύ πριν από τη γέννηση του καπιταλισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σύγχρονες κοινωνικές ανισότητες είναι αναπόφευκτες ή ότι οι θεσμοί δεν χρειάζονται μεταρρυθμίσεις. Σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τα προβλήματα του παρόντος κατασκευάζοντας έναν εξιδανικευμένο κόσμο του παρελθόντος και αποδίδοντας κάθε ανθρώπινη δυστυχία σε έναν και μόνο παράγοντα.

Η ίδια άρνηση της πολυπλοκότητας εμφανίζεται όταν κάθε μεταρρύθμιση αντιμετωπίζεται εκ προοιμίου ως επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα, κάθε αλλαγή ως απειλή και κάθε διαφωνία ως ένδειξη ιδεολογικής εκτροπής. Μια κοινωνία, όμως, που δεν μπορεί να αναθεωρεί τις επιλογές της, να αξιολογεί τα αποτελέσματα των πολιτικών της και να διορθώνει τα λάθη της δεν προοδεύει. Απλώς ανακυκλώνει τις βεβαιότητες της. Η πραγματική πρόοδος δεν απαιτεί να απορρίψουμε συλλήβδην το παρελθόν, αλλά να κρατήσουμε όσα αξίζουν, να αναγνωρίσουμε όσα απέτυχαν και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για κάτι καλύτερο.

Για να καταλάβουμε, ωστόσο, γιατί ο ιδεολογικός δογματισμός μπορεί να γίνεται τόσο επιθετικός, πρέπει να δούμε και τη σχέση του με την πίστη. Όταν μια πολιτική θεωρία παύει να αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο ιδεών που υπόκεινται σε έλεγχο και κριτική και μετατρέπεται σε ολοκληρωμένη εξήγηση της ανθρώπινης ύπαρξης, τότε αποκτά χαρακτηριστικά κοσμικής θρησκείας. Διαθέτει τα δικά της κείμενα αναφοράς, τους θεωρητικούς της, τους ερμηνευτές της και, κυρίως, τους φύλακες της ορθοδοξίας της.

Στην περίπτωση του ιστορικού κομμουνισμού, το έργο του Μαρξ, οι θεωρητικές επεξεργασίες του Ένγκελς και του Λένιν και η επίσημη κομματική ερμηνεία τους λειτούργησαν, σε ορισμένα καθεστώτα, ως ένα κλειστό σύστημα αλήθειας, απέναντι στο οποίο η αμφισβήτηση μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως εχθρική πράξη. Αντίστοιχες λογικές εμφανίζονται και σε μικρότερες, ριζοσπαστικές ομάδες, όταν η ιδεολογική καθαρότητα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την πραγματικότητα και η σύγκρουση θεωρείται αυτοσκοπός.

Το αποτέλεσμα είναι να αντιμετωπίζεται η μεταρρύθμιση ως προδοσία, ο διάλογος ως συμβιβασμός με τον εχθρό και η αναζήτηση πρακτικών λύσεων ως εγκατάλειψη των αρχών. Έτσι εξηγείται γιατί ορισμένες κινητοποιήσεις, ακόμη κι όταν ξεκινούν από υπαρκτά προβλήματα, μπορούν να εκτραπούν σε πρακτικές που τελικά υπονομεύουν τον ίδιο τον σκοπό τους. Η διεκδίκηση είναι θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμα. Η καταστροφή, ο εκφοβισμός και η βία δεν αποτελούν αναβαθμισμένες μορφές πολιτικής συμμετοχής.

Οι εξελίξεις στη Γαλλία, εφόσον επιβεβαιώνουν αυτή τη μετάβαση από τη διαμαρτυρία στην οργανωμένη καταστροφή, πρέπει να μας προβληματίσουν ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Τα αιτήματα για καλύτερα σχολεία, επαρκές εκπαιδευτικό προσωπικό και αξιοπρεπείς συνθήκες μάθησης είναι απολύτως θεμιτά. Δεν χάνουν τη σημασία τους επειδή κάποιοι επιλέγουν να τα συνδέσουν με βίαιες πρακτικές. Ούτε, όμως, δικαιολογούν τον εμπρησμό δημόσιων κτιρίων, τη λεηλασία καταστημάτων ή την επίθεση σε ανθρώπους που δεν ευθύνονται για τα προβλήματα που καταγγέλλονται.

Χρειάζεται εδώ μια ουσιαστική διάκριση, γιατί άλλο η κοινωνική διαμαρτυρία, άλλο η πολιτική ανυπακοή και άλλο η τυφλή βία. Η δημοκρατία δεν απαιτεί από τους πολίτες να είναι σιωπηλοί ή πειθαρχημένοι θεατές. Αντιθέτως, χρειάζεται ενεργούς πολίτες που διεκδικούν, αμφισβητούν και πιέζουν για αλλαγές. Αλλά χρειάζεται, επίσης, όρια που προστατεύουν τον δημόσιο χώρο, την περιουσία, την ασφάλεια και τα δικαιώματα των άλλων. Όταν μια ομάδα θεωρεί ότι η δική της αγανάκτηση τής δίνει το δικαίωμα να καταργεί αυτά τα όρια, δεν υπηρετεί την ελευθερία. Διεκδικεί μια αυθαίρετη εξουσία πάνω στους υπόλοιπους.

Και εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις του σύγχρονου ριζοσπαστισμού, αφού στο όνομα της απελευθέρωσης μπορεί να καταλήγει στην άρνηση της ελευθερίας των άλλων. Η κοινωνία παρουσιάζεται ως ένα ενιαίο σύνολο, του οποίου τα μέλη οφείλουν να υποταχθούν σε έναν συλλογικό σκοπό, ακόμη κι όταν αυτός συγκρούεται με τις προσωπικές τους επιλογές. Η ισότητα, αντί να αποτελεί εγγύηση ίσων δικαιωμάτων και ίσων ευκαιριών, κινδυνεύει να μετατραπεί σε απαίτηση ομοιομορφίας. Και η αλληλεγγύη, αντί να είναι ελεύθερη πράξη ευθύνης, αντιμετωπίζεται ως υποχρέωση που επιβάλλεται από τα πάνω.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνική δικαιοσύνη είναι αντίθετη προς την ατομική ελευθερία. Μια ελεύθερη κοινωνία οφείλει να εξασφαλίζει ουσιαστικές ευκαιρίες, να προστατεύει τους αδύναμους και να μην επιτρέπει την αυθαιρεσία της οικονομικής ή πολιτικής ισχύος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς επιτυγχάνονται αυτοί οι στόχοι χωρίς να συνθλίβεται η ατομικότητα, χωρίς να ακυρώνεται η προσωπική ευθύνη και χωρίς να συγκεντρώνεται υπερβολική δύναμη στα χέρια του κράτους.

Ο φιλελεύθερος ανθρωπισμός ξεκινά από την παραδοχή ότι το άτομο δεν αποτελεί απλώς ένα εξάρτημα μιας συλλογικής μηχανής. Έχει αξιοπρέπεια, δικαιώματα, ευθύνη και το δικαίωμα να χαράζει τη δική του πορεία, εφόσον σέβεται την αντίστοιχη ελευθερία των άλλων. Η ισότητα, υπό αυτή την έννοια, δεν απαιτεί να γίνουμε όλοι ίδιοι. Απαιτεί να μην υπάρχουν άνθρωποι που, εξαιτίας της καταγωγής, των πεποιθήσεων ή της κοινωνικής τους θέσης, στερούνται αυθαίρετα τη δυνατότητα να συμμετέχουν ισότιμα στην κοινωνία.

Από την άλλη πλευρά, η ατομική ελευθερία χωρίς θεσμούς, κανόνες και αίσθημα ευθύνης μπορεί να μετατραπεί σε προνόμιο των ισχυρότερων. Γι’ αυτό η πραγματική πολιτική πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην ελευθερία και την ισότητα σαν να πρόκειται για δύο ασυμβίβαστες αξίες. Είναι να βρούμε τη δημοκρατική ισορροπία που επιτρέπει και στις δύο να συνυπάρχουν, χωρίς η μία να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την κατάργηση της άλλης.

Στη σημερινή δημόσια συζήτηση, ωστόσο, η αναζήτηση αυτής της ισορροπίας συχνά υποχωρεί μπροστά σε μια νέα μορφή ηθικού καταναγκασμού. Λέξεις όπως «πρόοδος», «αλληλεγγύη», «δικαιώματα» και «ανθρωπότητα» έχουν αυτονόητη ηθική βαρύτητα, αλλά δεν μπορούν να λειτουργούν ως λευκή επιταγή για κάθε πολιτική επιλογή. Κανένας δεν δικαιούται να εμφανίζεται ως αποκλειστικός εκπρόσωπος της ανθρωπότητας ή της προόδου και, στη συνέχεια, να αντιμετωπίζει όσους διαφωνούν μαζί του ως ηθικά κατώτερους.

Ο σεβασμός των δικαιωμάτων είναι θεμελιώδης κατάκτηση. Δεν πρέπει, όμως, να μετατρέπεται σε εργαλείο φίμωσης του διαλόγου ούτε σε μηχανισμό που απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάθε προσωπική ευθύνη. Μια κοινωνία που υπόσχεται ότι μπορεί να εξαλείψει κάθε δυσκολία, κάθε σύγκρουση και κάθε προσωπικό κόστος κινδυνεύει να καλλιεργήσει εξαρτημένους πολίτες αντί για ελεύθερους ανθρώπους. Ο Άλντους Χάξλεϊ, στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο, περιέγραψε εύστοχα έναν κόσμο όπου η επιφανειακή ευτυχία και η τεχνητή ικανοποίηση λειτουργούν ως μέσα κοινωνικού ελέγχου. Το πρόβλημα δεν είναι η επιδίωξη της ευημερίας, αλλά η ανταλλαγή της ελευθερίας και της προσωπικής αυτονομίας με την υπόσχεση μιας ζωής χωρίς απαιτήσεις.

Ο άνθρωπος χρειάζεται ασφάλεια και κοινωνική προστασία, αλλά χρειάζεται επίσης νόημα, δημιουργία, ευθύνη και τη δυνατότητα να αναλαμβάνει ο ίδιος τις αποφάσεις του. Δεν είναι ούτε υπήκοος ενός παντοδύναμου κράτους ούτε παθητικός αποδέκτης μιας έτοιμης ευτυχίας. Είναι πολίτης με κρίση, συνείδηση και δικαίωμα επιλογής. Και μια πολιτική αντίληψη που ξεχνά αυτή τη διάσταση, όσο προοδευτική κι αν αυτοχαρακτηρίζεται, κινδυνεύει να μετατρέψει την προστασία σε κηδεμονία.

Επιστρέφοντας, λοιπόν, στη συζήτηση με τον φίλο μου, θα έλεγα ότι το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι ποια πλευρά δικαιούται να ιδιοποιείται τη λέξη «πρόοδος». Είναι αν μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι ο συντηρητισμός δεν βρίσκεται μόνο στην υπεράσπιση του παλιού, αλλά και στην άρνηση να αμφισβητήσουμε τις δικές μας βεβαιότητες. Ο δεξιός αυταρχισμός και ο αριστερός δογματισμός δεν είναι το ίδιο πράγμα, ούτε έχουν την ίδια ιστορική διαδρομή. Μπορούν, όμως, να συναντηθούν εκεί όπου η ιδεολογία γίνεται απόλυτη, ο αντίπαλος μετατρέπεται σε εχθρό και η επιβολή θεωρείται θεμιτή επειδή υπηρετεί έναν υποτιθέμενο ανώτερο σκοπό.

Αυτή είναι η ουσία της αντιπαράθεσης. Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε τον συντηρητισμό των άλλων, αν αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε τον δικό μας. Δεν αρκεί να μιλάμε για ελευθερία, αν δεν ανεχόμαστε τη διαφορετική άποψη. Και δεν αρκεί να επικαλούμαστε τη δημοκρατία, αν αποδεχόμαστε τους θεσμούς μόνο όταν υπηρετούν τις δικές μας επιδιώξεις.

Η δημοκρατία δεν χρειάζεται ιδεολογικούς ιεροεξεταστές ούτε αυτόκλητους κηδεμόνες της κοινωνίας. Χρειάζεται πολίτες που μπορούν να διαφωνούν χωρίς να μισούν, να διεκδικούν χωρίς να καταστρέφουν και να αλλάζουν γνώμη χωρίς να θεωρούν ότι προδίδουν την συνείδηση τους. Χρειάζεται θεσμούς που αντέχουν στην κριτική, πολιτικές που κρίνονται από τα αποτελέσματά τους και μια δημόσια συζήτηση στην οποία καμία ιδεολογία δεν έχει το μονοπώλιο της αλήθειας.

Γιατί η πρόοδος δεν μετριέται από το πόσο δυνατά φωνάζουμε ότι εκπροσωπούμε το μέλλον. Μετριέται από το αν μπορούμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία πιο ελεύθερη και πιο δίκαιη. Και η μεγαλύτερη απειλή για μια τέτοια κοινωνία δεν είναι απλώς ο συντηρητισμός, είτε δεξιός είτε αριστερός. Είναι η βεβαιότητα ότι εμείς κατέχουμε την απόλυτη αλήθεια και, επομένως, δικαιούμαστε να την επιβάλουμε σε όλους τους άλλους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.