Η τραγωδία στο Μάτι, τα φιλολογικά δάκρυα και η διαρκής συστημική κατάρρευση
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Όταν ο Υπουργός Επικρατείας βγαίνει τέτοια μέρα και πιάνει στο στόμα του τον Όμηρο, τον Σοφοκλή, τον Καβάφη και τα ταφικά έθιμα της Εκκλησίας για να γράψει μια ανάρτηση μνήμης για το Μάτι, καταλαβαίνεις αμέσως τι συμβαίνει. Δεν το γράφει από σεβασμό στους νεκρούς. Το γράφει για να οχυρωθεί πίσω από τα μεγάλα λόγια. Και το να κουνάς το δάχτυλο στους άλλους περί «εργαλειοποίησης» και «παιχνιδιού με τον πόνο των συγγενών», την ώρα που η δική σου κυβέρνηση κοιτάζει μόνο πώς θα γλιτώσει το πολιτικό κόστος, πάει πολύ.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν μιλάμε πια για μια στραβή της στιγμής. Μιλάμε για ένα ολόκληρο σύστημα που έχει μάθει να ζει με την καταστροφή. Που περιμένει να γίνει το κακό και μετά προσπαθεί να μας πείσει ότι πέτυχε κιόλας, επειδή γλιτώσαμε τα χειρότερα. Κάθε χειμώνα βγαίνουν οι ειδικοί, οι δασολόγοι, οι ίδιοι οι πυροσβέστες και φωνάζουν να καθαριστούν τα δάση, να ανοιχτούν αντιπυρικές, και να κάνουμε δρόμους. Και τι κάνει το περιβόητο «επιτελικό κράτος»; Τίποτα. Περιμένει να έρθει Μαΐος για να πετάξει μερικά εκατομμύρια στους Δήμους, έτσι για τα μάτια του κόσμου, να καθαριστούν πέντε κεντρικοί δρόμοι που φαίνονται από τις κάμερες.
Κι όταν πιάνει η φωτιά, όπως βλέπουμε και αυτό το καλοκαίρι πάλι live στην τηλεόραση, βγαίνει στην επιφάνεια όλο το μπάχαλο. Συντονισμός μηδέν. Η Πυροσβεστική να τρέχει χωρίς να ξέρει τα μονοπάτια επειδή τη Δασική Υπηρεσία την έχουν πετάξει στο περιθώριο, οι εθελοντές να παλεύουν μόνοι τους με τα χέρια, κι οι κάτοικοι να κοιτάνε τον ουρανό μπας και φανεί κανένα αεροπλάνο. Μόνο που όταν η φωτιά γιγαντωθεί, όσα Canadair κι αν έχεις νοικιάσει με τα λεφτά της Ευρώπης, το νερό εξατμίζεται πριν καν ακουμπήσει στο έδαφος.
Εκεί λοιπόν εμφανίζεται το περίφημο «δόγμα» της κυβέρνησης, αφού αντί για σχέδιο μάχης, σου στέλνει ένα SMS. Το 112 κατάντησε η απόλυτη ασπίδα τους για να μην φορτωθούν ευθύνες. «Εγώ σε ειδοποίησα να φύγεις», σου λέει, «αν καεί το σπίτι σου ή το μαγαζί σου, τουλάχιστον είσαι ζωντανός». Αυτό όμως δεν είναι Πολιτική Προστασία, είναι ένα κράτος που σου σηκώνει τα χέρια ψηλά και σου λέει «σήκω φύγε γιατί εγώ δεν μπορώ να σε προστατέψω».
Αν αφήσεις όμως στην άκρη τα παραμύθια περί «ψηφιακού κράτους» και τα μεγάλα προγράμματα τύπου «ΑΙΓΙΣ», οι αριθμοί σε πιάνουν από τον λαιμό. Στα χρόνια αυτής της διακυβέρνησης έχουν γίνει στάχτη πάνω από τέσσερα εκατομμύρια στρέμματα. Ρεκόρ όλων των εποχών για τη χώρα. Από τη Βόρεια Εύβοια μέχρι τον Έβρο, που κάηκε η μεγαλύτερη έκταση στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κι από εκεί μέχρι τα προάστια της Αθήνας, το αποτέλεσμα είναι ένα, το επιτελικό κράτος παράγει μόνο στάχτη.
Κι αυτή η στάχτη δεν είναι απλά δέντρα σε ένα βουνό. Είναι ολόκληρα χωριά, είναι εργοστάσια, ελαιώνες, κοπάδια, ολόκληρες τοπικές οικονομίες που σβήνουν από τον χάρτη. Άνθρωποι που γίνονται πρόσφυγες στον ίδιο τους τον τόπο. Κι την ίδια ώρα, στα κανάλια γιορτάζουν για τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης, λες και το θέμα είναι απλά να είμαστε τροχονόμοι των ευρωπαϊκών κονδυλίων χωρίς να έχουμε κανένα σχέδιο να προστατέψουμε τη χώρα.
Το να βγαίνει μετά ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του και να τα ρίχνουν όλα στην κλιματική κρίση και στον κακό μας τον καιρό, είναι ο ορισμός του κυνισμού. Προφανώς και αλλάζει το κλίμα, προφανώς και έχει καύσωνες. Αλλά η δουλειά μιας σοβαρής κυβέρνησης είναι να θωρακίσει τη χώρα για αυτά τα νέα δεδομένα, όχι να τα χρησιμοποιεί σαν μόνιμη δικαιολογία. Όταν ξοδεύεις δισεκατομμύρια και κάθε καλοκαίρι ζεις το ίδιο χάος, τότε έχεις αποτύχει πανηγυρικά. Είμαστε ένα κράτος-βιτρίνα που από έξω όλα ψηφιακά και μοντέρνα, κι από μέσα, μόλις ανάψει ένας σπινθήρας, το απόλυτο μπάχαλο.
Γι’ αυτό, ας λείπουν τα μαθήματα ηθικής, οι αναφορές στον Σοφοκλή και τα κηρύγματα για την «αλήθεια και τη δικαιοσύνη». Γιατί η μεγαλύτερη εργαλειοποίηση της μνήμης των νεκρών γίνεται όταν χρησιμοποιείς τα ονόματα τους για να καλύψεις τη δική σου διαρκή, συστημική ανικανότητα.
Είθε κάποτε να ζήσουμε σε αυτή τη χώρα ένα καλοκαίρι όπου η μνήμη των νεκρών μας δεν θα χρειάζεται να προστατευτεί από την υποκρισία των ζωντανών, κι όπου η Πολιτική Προστασία δεν θα μετριέται σε ειδοποιήσεις εκκένωσης, αλλά σε ανθρώπινες ζωές, σπίτια και δάση που καταφέραμε, επιτέλους, να σώσουμε.

