Μια καληνύχτα στον Κεμάλ
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Η κυβέρνηση επενδύει σταθερά στη δύναμη του διαλόγου και της συνεννόησης, όσον αφορά τα ελληνοτουρκικά. Μια προσέγγιση που αρχικά περισσότερο εξυπηρετεί περισσότερο τη δημιουργία μιας διεθνούς εικόνας μη αδιαλλαξίας, που από τη διεθνή κοινότητα, που δεν γνωρίζει ή παριστάνει ότι δεν κατανοεί τη διαχρονική φύση των διαφορών μας και τη στάση κάθε πλευράς, σηματοδοτεί μια θετική διάθεση υπέρβασης κάθε αδιεξόδου.
Αν η συγκεκριμένη περίπτωση διαθέτει τα χαρακτηριστικά που συνιστούν τον διάλογο ειλικρινή κι αν οι διαρκείς προσπάθειες έχουν επιφέρει πρακτικό αποτέλεσμα, είναι κάτι που ελάχιστα απασχολεί τους ξένους παράγοντες. Αρκούνται, όπως και στην περίπτωση του Κυπριακού, στη ρητορική αναφορά μιας δήθεν ηρεμίας, κι ας διαταράσσεται αυτή με απειλές, καταπάτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και ψευδεπίγραφες συμφωνίες, όπως στην περίπτωση μας το τουρκολυβικό σύμφωνο. Άλλωστε αποδεδειγμένα η όποια ανάμειξη τους σε τέτοιες εξελίξεις συνδυάζονται πάντα με την εξυπηρέτηση καίριων γεωπολιτικών ή ενεργειακών συμφερόντων.
Η ελληνική πλευρά δηλώνει με συνέπεια επί δεκαετίες την προσήλωση της στην αμυντική θωράκιση της χώρας, στη φύλαξη των συνόρων, την προάσπιση κάθε κυριαρχικού δικαιώματος, την άρση του τουρκικού casus belli. Άλλοτε πάλι, με την παρότρυνση αμφιλεγόμενων κύκλων όπως το ΕΛΙΑΜΕΠ διανθίζει τους αδιαπραγμάτευτους εθνικούς στόχους με διπλωματική διαλλακτικότητα και αναφορές που αφήνουν περιθώρια ερμηνειών, επενδύοντας στον εξευμενισμό της γείτονος και την παρεμβατικότητα των “μεγάλων δυνάμεων”.
Η ανταπόκριση της τουρκικής πλευράς δεν υπήρξε ποτέ πέρα από γενικόλογες υποσχέσεις και μικρές περίοδοι μείωσης των προκλήσεων όταν χρειαζόταν μια πρόσκαιρη έξωθεν καλή μαρτυρία, όπως συμβαίνει τώρα με την ανάγκη για απόκτηση των F 35 ή τη συμμετοχή στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE, που έδινε γρήγορα τη θέση του σε έναν αυτάρεσκο οθωμανικό μεγαλοϊδεατισμό.
Η δημόσια συζήτηση για τα ελληνοτουρκικά αγγίζει αυτιστικές διαστάσεις όταν δεν συνειδητοποιεί πλήρως αυτά τα δεδομένα και επενδύει σε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση που δεν πρόκειται ποτέ να έρθει ή στην προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης που είναι σίγουρο ότι και με πολιτικά κριτήρια θα διαμοιράσει τα “ιμάτια” ανάμεσα μην αφήνοντας κανέναν ολοκληρωτικά απογοητευμένο. Ούτε βέβαια η απάντηση βρίσκεται στην αιματοβαμμένη παρακαταθήκη του Κεμάλ. Γιατί όσο κι αν θέλουμε να ερμηνεύουμε την τότε προσέγγιση Βενιζέλου – Ατατούρκ ως παράδειγμα διαπραγμάτευσης και για κάποιους και υποχωρητικότητας των Τούρκων κι ας ακολούθησε μια μαύρη εθνική στιγμή για την Ελλάδα που δεν αφήνει περιθώρια για πανηγυρισμούς, ο τρόπος με τον οποίον οι γείτονες τιμούν την ιστορία της θεμελίωσης του σύγχρονου κράτους τους πάνω στα ερείπια, τα αποκαΐδια και το αίμα των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια διαφορετικής ερμηνείας.
Κι αν όχι διάλογος, τότε τι, θα αναρωτηθείτε. Ένας εν γνώσει μας προσχηματικός διάλογος όταν δεν ξεπλένει την Τουρκία στα διεθνή μάτια και δεν της ανοίγει πόρτες διπλωματικής και οικονομικής καθιέρωσης, μπορεί να μην είναι και το μέγιστο αμάρτημα. Το πραγματικά κορυφαίο αμάρτημα είναι να μην αξιοποιείς τις ευκαιρίες δικής σου περαιτέρω καθιέρωσης ως αξιόπιστου και χρήσιμου συμμάχου, να μην παρουσιάζεσαι ως μέρος μιας ευρύτερης “λύσης” αλλά ως επαμφοτερίζουσα δύναμη σε αναζήτηση ταυτότητας.

