Η Ελλάδα δεν χρειάζεται κυβερνητικό PowerPoint για να συγκριθεί με τη Γερμανία
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού
Διάβασα με προσοχή την ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου για τις διαφορές ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Και ομολογώ ότι έχει ένα ενδιαφέρον, όχι τόσο γιατί μας αποκαλύπτει κάτι καινούργιο για την Ευρώπη, αλλά γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση επιχειρεί πλέον να παρουσιάσει την πραγματικότητα στην Ελλάδα. Παίρνει ορισμένους πραγματικούς αριθμούς, τους απομονώνει από το πλαίσιο τους, τους συνδυάζει με αυθαίρετες πολιτικές αιτιότητες και στο τέλος παρουσιάζει μια σύνθετη οικονομική πραγματικότητα σαν ένα απλό κυβερνητικό success story.
Ας τα πάρουμε λοιπόν ένα προς ένα.
Ξεκινά η ανάρτηση λέγοντας ότι τα αποτελέσματα στη Γερμανία «πριμοδοτούν τα πολιτικά άκρα» και ότι αυτό πρέπει να μας προβληματίσει. Σωστά. Μόνο που το πρώτο ερώτημα δεν είναι γιατί ψηφίζουν διαφορετικά οι Γερμανοί από τους Έλληνες. Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί οι πολίτες σε ολόκληρη την Ευρώπη αισθάνονται όλο και περισσότερο ότι τα παραδοσιακά πολιτικά συστήματα δεν απαντούν επαρκώς στα προβλήματα της καθημερινότητας τους. Και αυτό δεν αφορά μόνο τη Γερμανία. Αφορά τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Αυστρία και πολλές ακόμη ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Το δεύτερο σημείο είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικό. Μας λέει η ανάρτηση ότι η πολιτική αποτελεσματικότητα πρέπει να αξιολογείται πριν από τις ταμπέλες «κέντρο», «δεξιά» και «αριστερά». Συμφωνούμε απολύτως. Μόνο που ακριβώς αυτή την αρχή πρέπει να την εφαρμόσουμε και στην Ελλάδα. Όχι να κρίνουμε την κυβέρνηση από τα PowerPoint της, αλλά από το διαθέσιμο εισόδημα, την αγοραστική δύναμη, την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, το εμπορικό και το εξωτερικό ισοζύγιο, το κόστος ενέργειας, τη φορολογία, τη στέγη, τη δημογραφία και την παραγωγική βάση της χώρας.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Η ανεργία πράγματι έχει μειωθεί θεαματικά από τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα του 2019. Αυτό είναι πραγματικό και πρέπει να αναγνωρίζεται. Το 2019 η Ελλάδα είχε ανεργία 17,3% και τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat για το 2026 την τοποθετούν πολύ χαμηλότερα. Αλλά ακριβώς επειδή μιλάμε για πραγματικά στοιχεία, δεν χρειάζεται να τα παρουσιάζουμε ως θαύμα. Η Ελλάδα ξεκινούσε από μία από τις χειρότερες αφετηρίες της Ευρώπης μετά από μια δεκαετία κρίσης. Η σύγκριση με τη Γερμανία, η οποία ξεκινούσε από ανεργία περίπου 3-4%, δεν είναι συμμετρική.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Η ανάρτηση μιλά για «7,9% σήμερα» στην Ελλάδα και «6,5%» στη Γερμανία χωρίς να διευκρινίζει με ακρίβεια τον ορισμό και την πηγή κάθε αριθμού. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Η Eurostat, με συγκρίσιμη μεθοδολογία, καταγράφει διαφορετικά επίπεδα. Για τον Απρίλιο του 2026, για παράδειγμα, η ανεργία εμφανίζεται στο 8,0% για την Ελλάδα και στο 4,3% για τη Γερμανία. Άρα ακόμη και όταν το συμπέρασμα που θέλεις να υπηρετήσεις είναι σωστό, δεν αλλάζεις μέτρο στη μέση της σύγκρισης.
Πάμε τώρα στο ΑΕΠ.
Το ότι η Ελλάδα έχει ανακάμψει σημαντικά από το 2019 είναι αδιαμφισβήτητο. Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το τέχνασμα της σύγκρισης. Η Ελλάδα το 2019 δεν ήταν μια οικονομία σε κανονική κατάσταση. Ερχόταν από μια δεκαετία βαθιάς ύφεσης, με τεράστια απώλεια παραγωγής και επενδύσεων. Η Γερμανία, αντίθετα, ξεκινούσε από μια εντελώς διαφορετική παραγωγική βάση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι, σύμφωνα με την ίδια την Eurostat, την περίοδο 2019-2025 το πραγματικό ΑΕΠ ανά κάτοικο αυξήθηκε περίπου 12,5% στην Ελλάδα, ενώ στη Γερμανία μειώθηκε περίπου 1%. Αυτό είναι ένα πραγματικό και ενδιαφέρον εύρημα. Αλλά δεν σημαίνει ότι ξαφνικά η Ελλάδα έγινε ισχυρότερη οικονομία από τη Γερμανία ούτε ότι εξαφανίστηκε η τεράστια διαφορά στο βιοτικό επίπεδο. Σημαίνει ότι η Ελλάδα ανέκαμψε από πολύ χαμηλή βάση ενώ η γερμανική οικονομία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα διαφορετικό παραγωγικό σοκ.
Και εδώ ακριβώς πρέπει να τελειώνει η κυβερνητική αυτοϊκανοποίηση και να αρχίζει η σοβαρή οικονομική συζήτηση.
Γιατί αν πράγματι η κυβέρνηση θέλει να μιλά για «παραγωγική μεταμόρφωση», τότε δεν αρκεί να δείχνει έναν αριθμό ανάπτυξης. Πρέπει να μας δείξει τι παράγει η χώρα, τι εξάγει, πόση προστιθέμενη αξία δημιουργεί, πόσο αυξάνεται η παραγωγικότητα και πόσο ισχυρή είναι η βιομηχανική της βάση.
Στη βιομηχανική παραγωγή πράγματι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας τα τελευταία χρόνια. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 2026 η Ελλάδα βρίσκεται πολύ πάνω από τη βάση του δείκτη του 2021, ενώ η Γερμανία βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα. Τον Ιούνιο του 2026, για παράδειγμα, ο δείκτης συνολικής βιομηχανικής παραγωγής ήταν περίπου 115 στην Ελλάδα και 92 στη Γερμανία, με βάση το 2021=100.
Αλλά αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η Ελλάδα απέκτησε ισχυρότερη βιομηχανία. Γιατί άλλο πράγμα είναι η ποσοστιαία μεταβολή από μια χαμηλή βάση και άλλο το μέγεθος, η παραγωγικότητα και η διεθνής ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας. Το 2025 η μεταποίηση αντιστοιχούσε περίπου στο 15,2% της ελληνικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, έναντι 22,9% στη Γερμανία. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε έναν αριθμό που φαίνεται ωραίος σε μια ανάρτηση και στην πραγματική παραγωγική δομή μιας οικονομίας.
Το ίδιο ισχύει και για την απασχόληση στη βιομηχανία. Μπορεί η απασχόληση στη μεταποίηση να έχει αυξηθεί στην Ελλάδα. Και αυτό είναι θετικό. Όμως δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι η Ελλάδα έχει λύσει το πρόβλημα της παραγωγικής της βάσης. Η χώρα εξακολουθεί να έχει πολύ μικρότερη βιομηχανική συμμετοχή στην οικονομία από τη Γερμανία και παραμένει εξαρτημένη από υπηρεσίες, τουρισμό, κατασκευές και δραστηριότητες χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας σε σημαντικό βαθμό.
Ας έρθουμε τώρα στο μεταναστευτικό. Εδώ η ανάρτηση κάνει ένα ακόμη μεγαλύτερο άλμα, αφού υποστηρίζει ότι ο πληθυσμός προσφύγων και μεταναστών αυξήθηκε κατά 50% στη Γερμανία και μειώθηκε κατά 16% στην Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η διατύπωση δεν προσδιορίζει τι ακριβώς μετράται. Πρόσφυγες; αιτούντες άσυλο; δικαιούχοι διεθνούς προστασίας; αλλοδαποί κάτοικοι; άδειες διαμονής; ροές ή απόθεμα;
Και η διαφορά δεν είναι καθόλου ακαδημαϊκή. Το 2025 η Γερμανία δέχθηκε περίπου 113.200 πρώτες αιτήσεις ασύλου, ενώ η Ελλάδα περίπου 55.400. Σε σχέση όμως με τον πληθυσμό, η Ελλάδα είχε 5,3 αιτήσεις ανά 1.000 κατοίκους, έναντι 1,4 στη Γερμανία. Δηλαδή η εικόνα που παρουσιάζεται στην ανάρτηση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να οριστεί πρώτα ακριβώς ποιο μέγεθος συγκρίνεται.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν μιλάμε για Ελλάδα, γιατί η χώρα μας παραμένει χώρα πρώτης εισόδου. Το 2024 η Ελλάδα είχε από τις υψηλότερες αναλογίες αιτούντων άσυλο ανά πληθυσμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το 2025 παρέμεινε στην κορυφή. Άρα το μεταναστευτικό δεν μπορεί να χρησιμοποιείται απλώς ως ένας αριθμός που βολεύει τη σύγκριση.
Και πάμε στο πιο πολιτικό σημείο, τη «σταθερότητα».
Ναι, η Ελλάδα είχε αυτοδύναμες κυβερνήσεις από το 2019 και μετά. Ναι, η Γερμανία είχε κυβερνήσεις συνεργασίας. Αλλά η πολιτική σταθερότητα δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη οικονομικής αποτελεσματικότητας. Είναι προϋπόθεση που μπορεί να βοηθήσει μια κυβέρνηση να εφαρμόσει πολιτική. Δεν είναι απόδειξη ότι η πολιτική που εφαρμόστηκε ήταν σωστή.
Αν ήταν έτσι, θα αρκούσε μια αυτοδύναμη κυβέρνηση για να λυθούν τα προβλήματα μιας χώρας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι έκανε αυτή η σταθερότητα.
Έφερε η χώρα παραγωγική ανασυγκρότηση; Περιόρισε τη διαρθρωτική εξάρτηση από εισαγωγές; Βελτίωσε ουσιαστικά το εμπορικό ισοζύγιο; Έκανε την ενέργεια φθηνότερη για τις επιχειρήσεις; Περιόρισε το κόστος στέγασης; Ανέστρεψε το δημογραφικό; Έφερε την παραγωγικότητα κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο; Δημιούργησε ένα ισχυρό ελληνικό παραγωγικό κεφάλαιο;
Εκεί πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση.
Γιατί ακόμη και το ΔΝΤ, στην τελευταία του αξιολόγηση για την Ελλάδα, ενώ αναγνωρίζει την ανάπτυξη και την πτώση της ανεργίας, προβλέπει για το 2026 ανάπτυξη 1,8% και καταγράφει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 6,4% του ΑΕΠ. Αυτά είναι στοιχεία που δεν χωρούν εύκολα σε ένα αφήγημα ότι «όλα έγιναν σωστά επειδή έχουμε ανάπτυξη».
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία της συγκεκριμένης ανάρτησης.
Παρουσιάζει την ανάπτυξη ως απόδειξη της πολιτικής αποτελεσματικότητας, ενώ αποφεύγει να συζητήσει την ποιότητα αυτής της ανάπτυξης.
Γιατί ανάπτυξη δεν είναι μόνο πόσο μεγαλώνει ένας αριθμός. Είναι και πώς μεγαλώνει.
Αν μεγαλώνει η οικονομία αλλά ο πολίτης δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο, αν η χώρα μεγαλώνει αλλά η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή, αν αυξάνονται οι επενδύσεις αλλά αυξάνεται ταυτόχρονα η εξάρτηση από εισαγωγές, αν αυξάνεται το ΑΕΠ αλλά το εξωτερικό ισοζύγιο παραμένει βαθιά ελλειμματικό, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να τελειώνει με ένα κυβερνητικό γράφημα.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη.
Η Γερμανία σήμερα αντιμετωπίζει πραγματικά σοβαρό πρόβλημα. Η βιομηχανική της παραγωγή έχει υποχωρήσει, η ενεργειακή κρίση έπληξε το παραγωγικό της μοντέλο και η οικονομία της πέρασε μια δύσκολη περίοδο. Η Eurostat καταγράφει την αδυναμία της γερμανικής βιομηχανίας, ενώ ακόμη και οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις για το 2026 μιλούν για εύθραυστη ανάκαμψη.
Αλλά το να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα της Γερμανίας ως απόδειξη επιτυχίας της Ελλάδας είναι ένα λογικό άλμα.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να είναι καλύτερη από τη Γερμανία για να έχει κάνει πρόοδο. Και η Γερμανία δεν χρειάζεται να αποτυγχάνει για να δικαιολογείται μια ελληνική επιτυχία.
Η πραγματική σύγκριση είναι πολύ πιο δύσκολη. Που βρισκόταν η Ελλάδα το 2019, πού βρίσκεται σήμερα και, κυρίως, πού πρέπει να βρίσκεται σε δέκα χρόνια.
Και εδώ η κυβερνητική αφήγηση γίνεται ακόμη πιο εύθραυστη.
Γιατί όταν μια κυβέρνηση χρειάζεται να συγκρίνει την Ελλάδα με τη Γερμανία για να αποδείξει ότι τα πηγαίνει καλά, αντί να συγκρίνει την Ελλάδα του σήμερα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στους μισθούς, στην παραγωγικότητα, στην αγοραστική δύναμη, στη φορολογία, στην υγεία, στη δικαιοσύνη, στην παιδεία, στη βιομηχανική παραγωγή και στο κόστος ενέργειας, τότε μάλλον η ίδια η σύγκριση λέει περισσότερα από όσο θέλει να πει.
Και τελικά υπάρχει ένα ερώτημα που δεν απαντά η ανάρτηση.
Γιατί, αν η Ελλάδα έχει πράγματι μετατραπεί σε τόσο μεγάλο success story, υπάρχει τέτοια ανάγκη καθημερινής επικοινωνιακής επιβεβαίωσης;
Γιατί κάθε οικονομικός αριθμός πρέπει να μετατρέπεται σε κυβερνητικό αφήγημα;
Γιατί κάθε δυσκολία πρέπει να αποδίδεται στις «διεθνείς συνθήκες», ενώ κάθε θετική μεταβολή παρουσιάζεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής;
Η σοβαρή πολιτική δεν χρειάζεται ούτε ωραιοποίηση ούτε καταστροφολογία.
Χρειάζεται αλήθεια.
Και η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα έχει πράγματι κάνει σημαντική οικονομική ανάκαμψη από το 2019. Η ανεργία έχει μειωθεί, η οικονομία έχει αναπτυχθεί και η βιομηχανική παραγωγή έχει βελτιωθεί από τη χαμηλή βάση της κρίσης. Αυτά δεν χρειάζεται κανείς να τα αρνηθεί.
Αλλά η ίδια αλήθεια λέει ότι η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα, χαμηλής παραγωγικότητας, χαμηλότερου επίπεδου εισοδήματος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στεγαστικής πίεσης, μεγάλου εξωτερικού ελλείμματος και μια παραγωγική βάση που απέχει πολύ από το να μπορεί να συγκριθεί με εκείνη της Γερμανίας.
Άρα η σύγκριση Ελλάδας-Γερμανίας δεν αποδεικνύει αυτό που θέλει να αποδείξει η ανάρτηση.
Αποδεικνύει κάτι πολύ πιο απλό, ότι οι αριθμοί μπορούν να λένε την αλήθεια, αλλά μπορούν ταυτόχρονα να χρησιμοποιηθούν για να δημιουργήσουν μια πολύ διαφορετική εικόνα όταν απομονώνονται από το πλαίσιο τους.
Και η Ελλάδα δεν χρειάζεται κυβερνητική επικοινωνία για να αισθανθεί περήφανη για την πρόοδο της.
Χρειάζεται μια πραγματική εθνική στρατηγική ώστε η πρόοδος αυτή να μετατραπεί σε παραγωγή, σε εισόδημα, σε ανταγωνιστικότητα, σε κοινωνική συνοχή και τελικά σε καλύτερη ζωή για τον πολίτη.
Εκεί θα κριθεί κάθε κυβέρνηση.
Όχι στο πόσο ωραία μπορεί να παρουσιάσει έναν πίνακα.
Αλλά στο αν μπορεί να κάνει την Ελλάδα ισχυρότερη.

