Λάθη και αφέλειες με σοβαρό αντίκτυπο στην Εξωτερική πολιτική μας

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

Διάβαζα τις προάλλες τη συνέντευξη του πρωθυπουργού στο Bloomberg και διαπίστωσα με λύπη μου την επαναλαμβανόμενη αφέλειά του σε δύο θέματα που αφορούν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Το πρώτο είναι η ”αυτοκτονική” πεποίθησή του ότι η προσφυγή μας στη Χάγη θα λύσει υπέρ μας τις διαφορές με την Τουρκία, ενώ είναι ιστορικά καταγεγραμμένο ότι – όσες φορές βρεθήκαμε εκεί με οποιονδήποτε αντίδικο – σηκωθήκαμε από το Τραπέζι των διαπραγματεύσεων διπλωματικά ηττημένοι.

Επιπλέον, είναι ξεκαθαρισμένο από την πλευρά της ότι – σε τυχόν προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο – θα θέσει επί τάπητος όλα τα διαφιλονικούμενα θέματα των τελευταίων χρόνων που αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα της μουσουλμανικής (”τουρκικής”, κατ’ εκείνην) μειονότητας Θράκης, την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, την κυριότητα των θαλασσίων ζωνών, των ”γκρίζων” νήσων και βραχονησίδων, τα ”δικαιώματά” της στην ΑΟΖ του Καστελόριζου και την υφαλοκρηπίδα της Κρήτης.

Για την τελευταία αυτή, άλλωστε, είδαμε πρόσφατα μια ”πρόβα τζενεράλε” της Τουρκίας, η οποία — με γνώμονα την ”θεωρία” της (που αντίκειται στο διεθνές δίκαιο) ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ αλλά μόνο χωρικά ύδατα έξι μιλίων, με όχημα το τουρκολιβυκό μνημόνιο και με ”εκτελεστικό όργανο” ένα πολεμικό σκάφος της — παρεμπόδισε διά ασυρμάτου (hailing) – 10 μίλα ανατολικά της Κρήτης και εντός της οριοθετημένης με την Αίγυπτο ελληνικής ΑΟΖ – το γαλλικών συμφερόντων επιστημονικό σκάφος Nautical Geo το οποίο έστειλε η Ελλάδα για έρευνες ανατολικά της Κρήτης.

Quod erat demonstrandum (Όπερ έδει δείξαι), με άλλα λόγια και το ”δείξαι” μεταφράζεται σαν έμπρακτη επιβολή στην Ελλάδα του δόγματος της ”Γαλάζιας Πατρίδας” του Ταγίπ Ερντογάν. Μια πρόγευση τρίμηνης… δόσης του ”γαλάζιου ονείρου” του, άλλωστε, είχαμε και το καλοκαίρι του ’20 με τις σεισμικές έρευνες του Oruc Reis για τον εντοπισμό κοιτασμάτων έξω από τα χωρικά ύδατα του Καστελόριζου.

Με την ίδια στρατηγική κινήθηκε και τώρα ο Τούρκος Πρόεδρος. Τη στρατηγική της ”βήμα-βήμα” προσέγγισης των επεκτατικών του σχεδίων δια της… μιθριδατοποίησης, του εθισμού δηλαδή της διεθνούς κοινής γνώμης στις διεκδικητικές διαθέσεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας, με μη νόμιμες διαδικασίες, με αυθαιρεσίες κοινώς.

Και τότε και τώρα η Άγκυρα τεστάρει ουσιαστικά την Αθήνα για να να δει τις αντιδράσεις της και να προχωρήσει στο επόμενο βήμα που είναι η εφαρμογή του δόγματος της ”Γαλάζιας Πατρίδας”, η πραγμάτωση του οποίου έχει σαν στόχο την μετατροπή της Τουρκίας σε ηγεμονική Περιφερειακή δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, και πέρσι και φέτος, η ελληνική κυβέρνηση απάντησε ”νομότυπα”, δια διαβημάτων. Μια προβλέψιμη δηλαδή αντίδραση στα μάτια του Ερντογάν, ο οποίος τα εκλαμβάνει όλα αυτά (διαβήματα, νουθεσίες, ”αυστηρές” προειδοποιήσεις) ως αδυναμία μας, ως… λειτουργική αφλογιστία, καθώς οι Τούρκοι γνωρίζουν ότι – ό,τι και να κάνουν – το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό δεν θα τους εμποδίσει, γιατί δεν υπάρχει πολιτική βούληση για κάτι τέτοιο.

Με δεδομένο αυτό, επόμενο είναι να προωθούν αποφασιστικά τη στρατηγική του σφετερισμού των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στη θαλάσσια περιοχή του Καστελόριζου (το οποίο έμεινε ”αδιάθετο” με την ημιτελή ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία, αφού – όπως και η μισή Ρόδος – ανήκει στη θαλάσσια ζώνη μεταξύ 28ου-32ου Μεσημβρινού, άρα εκτός της ελληνικής ”επήρειας”) και της Κρήτης εξορίζοντας την Ελλάδα απ’ την Ανατολική Μεσόγειο.

Έπειτα, ας μην ξεχνάμε, η δήλωση του πρωθυπουργού τον Οκτώβριο του ’20 (που επιβεβαίωσε τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του Θάνο Ντόκο για κόκκινη γραμμή τα 6νμ) ήταν βούτυρο στο ψωμί των Τούρκων, γιατί τους έδωσε σήμα ότι πέραν αυτών μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν στο Αιγαίο, αφού ισχύει το ”ένα μέτρο να τους δώσεις, αυτοί θα πάρουν χιλιόμετρο”. Και αυτό το αποδεικνύουν καθημερινά με τα αλιευτικά τους να αλωνίζουν ανεξέλεγκτα και προκλητικά σ’ όλο το μήκος και πλάτος του.

Αν προσθέσουμε τώρα σ’ όλα τα παραπάνω στρατηγικά λάθη της Εξωτερικής πολιτικής μας και τα ”αμαρτήματα” του παρελθόντος [Το ”Η Κύπρος κείται μακράν” ως κυρίαρχο δόγμα μετά το ’74, που περιόριζε το ελληνικό ενδιαφέρον στο Αιγαίο αφού θεωρούσε ”βαρίδι” την Κύπρο (μινιμαλιστική προοπτική της Ελλάδας στα μέτρα του Χρήστου Ροζάκη), όπως και την μη εφαρμογή του δόγματος Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (η αποθήκευση στην Κρήτη των S-300 μετά από πιέσεις της Δύσης είναι ενδεικτική) ως ”κίνηση έμπρακτης υλοποίησης των εθνικών και συμβατικών υποχρεώσεών μας έναντι της Κύπρου”], τότε θα καταλάβουμε πως πέσαμε στην παγίδα των Τούρκων εδώ και δεκαετίες.

Κι αυτό όχι μόνο γιατί πέτυχαν να μας κάνουν να αυτοεγκλωβιστούμε στρατηγικά και επιχειρησιακά στο Αιγαίο φοβούμενοι – λόγω casus belli – να εφαρμόσουμε το ΔΕΑΧ για την αμυντική κάλυψη της ελεύθερης Κύπρου [δόγμα του διορατικού ΥΠΑΜ Γεράσιμου Αρσένη (1993-96) που εφάρμοσε πρώτος στρατιωτική διπλωματία (την οποία ”πάγωσε” κακώς ο Σημίτης) διαβλέποντας πόσο συμφέρουσες θα είναι για την Ελλάδα οι συμμαχίες με Ισραήλ, Αίγυπτο και Συρία].

Αλλά και γιατί, με την συνεχή επεκτατική της πίεση και το φόβητρο του casus belli, μας έκανε να υποτιμούμε στρατηγικά το Καστελόριζο ακόμα και τώρα (βλ. ημιτελή ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία) θεωρώντας το ένα μικρό νησιωτικό σύμπλεγμα – όπως πολλά άλλα – στα όρια του Αιγαίου με την Ανατολική Μεσόγειο. Κι αυτό είναι λάθος!!!

Για να επανέλθω όμως στη συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Bloomberg, το δεύτερο δείγμα επαναλαμβανόμενης αφέλειας που σημείωσα στο θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι η πίστη του ότι η Τουρκία είναι συζητήσιμος γείτονας με τον οποίο ”υπάρχει τρόπος να επιλύσουμε τις διαφορές μας, χωρίς την αχρείαστη ένταση στο Αιγαίο και τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο”.

Σ’ αυτήν την περίπτωση δύο τινά συμβαίνουν: Ή ο πρωθυπουργός το λέει για να δείξει τη φιλειρηνική μας διάθεση έναντι της Τουρκίας, πράγμα που την ευνοεί ταυτόχρονα γιατί την παρουσιάζει ως φυσιολογικό συνομιλητή που δεν εκβιάζει, δεν παρανομεί και δεν αυθαιρετεί για να πάρει αυτό που θέλει, ή – το χειρότερο – το λέει γιατί έχει την ίδια αντίληψη με τον ΓΑΠ περί ελληνοτουρκικής φιλίας, άρα βρίσκεται εκτός πραγματικότητας.

Το έγκλημα που κάναμε και κάνουμε, μ’ άλλα λόγια, σε επίπεδο γεωπολιτικής και που δε φαίνεται να αντιλαμβάνεται ούτε ο σημερινός πρωθυπουργός είναι ότι — ενώ η Τουρκία προωθεί την επεκτατική ατζέντα της σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας επωφελούμενη και από το ”ήσυχο καλοκαίρι” της ψευδαίσθησής μας (βλ. καταιγιστική κάθοδο τουρκικών αλιευτικών), εμείς συνεχίζουμε να στρουθοκαμηλίζουμε μεταθέτοντας χρονικά τις διαφορές μας και ανεχόμενοι σιωπηλά τις συνθήκες πίεσης που δημιουργεί στο έδαφός μας.

Έτσι, το μόνο φως στην άκρη του τούνελ είναι οι συμμαχίες μας με Κύπρο, Αίγυπτο, Ισραήλ και Ιορδανία (τελευταία). Συμμαχίες που είναι ικανές να ανασχέσουν σταδιακά την επεκτατική βουλιμία της Τουρκίας, γιατί ”τείνουν να αποκτήσουν στρατιωτική εμβέλεια”.

Όπερ σημαίνει ότι — με δεδομένα τη διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας-Αιγύπτου (επί καθεστώτος Σίσι) – Τουρκίας-Ισραήλ και Τουρκίας-ΗΠΑ — μπορούμε να επωφεληθούμε απ’ το γεωστρατηγικό πλέγμα απομόνωσης της Τουρκίας διασφαλίζοντας καθοριστικά τα συμφέροντα της χώρας μας και της Κύπρου, αρκεί να μην επιτρέψουμε στην Τουρκία να αλλάξει τα διπλωματικά δεδομένα στη σχέση της με την Αίγυπτο, την προσέγγιση της οποίας σε βάρος μας και σε βάρος της Μεγαλονήσου επιδιώκει διακαώς…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.