Η οικονομία των αριθμών και η κοινωνία που μένει πίσω

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Στα κυβερνητικά non-papers, στις πανηγυρικές δηλώσεις και στα τηλεοπτικά πάνελ, η ελληνική οικονομία παρουσιάζεται σαν μια διαρκής ιστορία επιτυχίας. Η ανάπτυξη προχωράει, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης αναγνωρίζουν την πρόοδο κι η Ελλάδα προβάλλεται ως παράδειγμα δημοσιονομικής πειθαρχίας και μεταρρυθμιστικής συνέπειας. Μόνο που υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια που συστηματικά απουσιάζει από αυτή την εικόνα, η πραγματική ζωή των ανθρώπων.

Γιατί, αν αφήσουμε στην άκρη τους πανηγυρισμούς κι εξετάσουμε τα στοιχεία που καταγράφουν την οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, η εικόνα αλλάζει αισθητά. Η χώρα μπορεί να εμφανίζει βελτιωμένους μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να ζει με την ανασφάλεια, την ακρίβεια και τη διαρκή αγωνία του επόμενου λογαριασμού.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αδυναμία αντιμετώπισης ενός έκτακτου οικονομικού εξόδου. Σύμφωνα με τα σημερινά στοιχεία της Eurostat για το 2025, το 50,5% των Ελλήνων δηλώνει ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε μια τέτοια δαπάνη, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 29,2%. Με άλλα λόγια, περίπου ένας στους δύο πολίτες δεν διαθέτει το στοιχειώδες οικονομικό περιθώριο για να αντιμετωπίσει μια απρόβλεπτη ανάγκη. Κι αυτό δεν είναι μια αφηρημένη στατιστική απόκλιση. Είναι η αγωνία ενός νοικοκυριού που καλείται να πληρώσει έναν έκτακτο λογαριασμό, να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα υγείας ή να καλύψει μια ξαφνική ανάγκη χωρίς να γνωρίζει από πού θα βρει τα χρήματα.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η αδυναμία συμμετοχής σε τακτικές δραστηριότητες αναψυχής, η οποία αφορά το 27,3% του πληθυσμού. Όταν ακόμη και η στοιχειώδης δυνατότητα να περάσει κανείς λίγο χρόνο με την οικογένεια του χωρίς να υπολογίζει κάθε ευρώ μετατρέπεται σε οικονομικό προνόμιο, τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς το εισόδημα. Είναι η ίδια η ποιότητα ζωής.

Η πίεση αυτή γίνεται ακόμη πιο ασφυκτική όταν φτάνουμε στο ζήτημα της στέγασης. Η κατοικία, αντί να αποτελεί θεμέλιο ασφάλειας για την οικογένεια, μετατρέπεται σε μία από τις μεγαλύτερες πηγές οικονομικής αβεβαιότητας. Τα στοιχεία τοποθετούν στο 26,4% το ποσοστό του πληθυσμού που επιβαρύνεται με στεγαστικές δαπάνες άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του, έναντι 7,8% στην Ευρωζώνη.

Η διαφορά είναι ενδεικτική της έντασης του προβλήματος. Ενοίκια που απορροφούν μεγάλο μέρος του μισθού, στεγαστικά κόστη που περιορίζουν κάθε άλλη δαπάνη και νέοι άνθρωποι που αναβάλλουν την ανεξαρτητοποίησή τους, επειδή αδυνατούν να συντηρήσουν ένα δικό τους σπίτι. Κι ενώ η στεγαστική κρίση εξελίσσεται σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα, η συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από επιδοτήσεις και αποσπασματικές παρεμβάσεις, χωρίς να απαντά επαρκώς στο βασικό ερώτημα, που λέει, πώς θα αποκτήσει ο πολίτης πρόσβαση σε προσιτή και αξιοπρεπή κατοικία;

Σαν να μην έφτανε αυτό, η οικονομική επιβάρυνση επεκτείνεται και στην υγεία. Όταν οι πολίτες αναγκάζονται να πληρώνουν σημαντικό μέρος του κόστους για φάρμακα, εξετάσεις και υπηρεσίες περίθαλψης, η πρόσβαση στην υγεία εξαρτάται όλο και περισσότερο από την οικονομική τους δυνατότητα. Το ποσοστό του 39,1% για τις ιδιωτικές πληρωμές σε φάρμακα και εξετάσεις αποτυπώνει μια σοβαρή διάσταση του προβλήματος, με την προϋπόθεση βέβαια ότι προσδιορίζεται με ακρίβεια η κατηγορία των δαπανών στην οποία αναφέρεται. Γιατί η δημόσια υγεία δεν κρίνεται μόνο από τις ανακοινώσεις για προσλήψεις, προγράμματα και ψηφιακές εφαρμογές, αλλά πρωτίστως από το αν ο ασθενής μπορεί να βρει έγκαιρα γιατρό, να κάνει τις αναγκαίες εξετάσεις και να προμηθευτεί τα φάρμακα του χωρίς να διαλύσει τον οικογενειακό του προϋπολογισμό.

Αυτή η καθημερινή ανασφάλεια αποτυπώνεται και στην καταναλωτική εμπιστοσύνη. Οι μετρήσεις του ΙΟΒΕ καταγράφουν έντονη απαισιοδοξία, ενώ περισσότερα από έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι μόλις τα βγάζουν πέρα ή αναγκάζονται να χρησιμοποιούν τις αποταμιεύσεις τους. Δεν πρόκειται για μια κοινωνία που αισθάνεται ότι η οικονομική της κατάσταση βελτιώνεται με σταθερό τρόπο. Πρόκειται για νοικοκυριά που προσπαθούν να διαχειριστούν τις υποχρεώσεις τους μήνα με τον μήνα, περιορίζοντας δαπάνες, αναβάλλοντας ανάγκες και καταναλώνοντας σταδιακά τα οικονομικά αποθέματα που είχαν δημιουργήσει σε καλύτερες περιόδους.

Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν λάβουμε υπόψη ότι οι Έλληνες εργάζονται πολλές ώρες σε σύγκριση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, χωρίς αυτό να μεταφράζεται αναγκαστικά σε αντίστοιχη ευημερία. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 46,6% αδυνατεί να χρηματοδοτήσει ακόμη και μία εβδομάδα ετήσιων διακοπών. Εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, αφού η εργασία δεν εξασφαλίζει από μόνη της αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται περισσότερο, αλλά όταν ο μισθός εξανεμίζεται από τα τρόφιμα, την ενέργεια, τα ενοίκια και τις πάγιες υποχρεώσεις, η πρόσθετη προσπάθεια δεν αρκεί για να βελτιώσει ουσιαστικά τη ζωή του. Η ανάπτυξη, επομένως, δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με βάση το πόσο αυξάνεται η οικονομική δραστηριότητα, αλλά και με βάση το τι μένει τελικά στην τσέπη εκείνου που παράγει τον πλούτο.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της συζήτησης για την οικονομική πολιτική. Οι ονομαστικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού έχουν σημασία, όπως έχουν σημασία και η δημοσιονομική σταθερότητα, η πρόσβαση στις αγορές και η βελτίωση της πιστοληπτικής αξιοπιστίας της χώρας. Δεν αρκούν, όμως, όταν το κόστος ζωής αυξάνεται με τρόπο που απορροφά μεγάλο μέρος του πρόσθετου εισοδήματος.

Η πραγματική αγοραστική δύναμη, η σχέση μισθών και τιμών, η δυνατότητα αποταμίευσης και το κόστος της κατοικίας είναι εκείνα που καθορίζουν αν η οικονομική πρόοδος γίνεται αισθητή στην καθημερινότητα. Οι διεθνείς αξιολογήσεις αποτελούν χρήσιμο δείκτη για την οικονομία, αλλά δεν υποκαθιστούν την αξιολόγηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Και οι δημοσιονομικές επιτυχίες χάνουν μεγάλο μέρος της σημασίας τους όταν δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Υπάρχει, ωστόσο, ένα ακόμη βαθύτερο ζήτημα, για το οποίο η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις, η αξιοποίηση της ιστορικής χρηματοδοτικής ευκαιρίας που της προσέφερε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η Ελλάδα βρέθηκε με ένα πρωτοφανές για τα δεδομένα της Μεταπολίτευσης ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό πακέτο, σχεδιασμένο όχι μόνο για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της πανδημίας, αλλά και για να επιταχύνει τον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Η κυβέρνηση είχε, επομένως, μια εξαιρετικά σημαντική ευκαιρία να παρέμβει στις χρόνιες αδυναμίες του παραγωγικού μας μοντέλου. Το ερώτημα δεν είναι αν χρηματοδοτήθηκαν έργα ή αν υλοποιήθηκαν ψηφιακές εφαρμογές. Είναι αν οι διαθέσιμοι πόροι αξιοποιήθηκαν με τέτοιον τρόπο ώστε να αλλάξει ουσιαστικά η παραγωγική βάση της χώρας.

Γιατί το πραγματικό ζητούμενο δεν ήταν απλώς να διοχετευθούν δισεκατομμύρια στην οικονομία, αλλά να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε αυτή να παράγει περισσότερο, να εξάγει περισσότερο και να προσφέρει καλύτερες και πιο σταθερές αμοιβές. Να ενισχυθούν η βιομηχανία και η μεταποίηση, να αποκτήσει η αγροτική παραγωγή μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, να συνδεθεί η έρευνα με την επιχειρηματικότητα, να στηριχθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και να δημιουργηθούν παραγωγικές επενδύσεις που θα παραμείνουν και μετά τη λήξη της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.

Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην απορρόφηση πόρων και στον πραγματικό μετασχηματισμό μιας οικονομίας. Η πρώτη μπορεί να αποτυπώνεται σε πίνακες και ανακοινώσεις. Ο δεύτερος αποδεικνύεται στην πράξη, μέσα από την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τις εξαγωγές, τις θέσεις εργασίας και την αύξηση του πραγματικού εισοδήματος.

Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση για την κυβερνητική πολιτική. Παρά την πρωτοφανή χρηματοδοτική δυνατότητα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες, ενώ η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν μεταφράζεται με την ίδια ένταση σε ευημερία για τα νοικοκυριά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις ή ότι δεν υπήρξαν επιμέρους αλλαγές.

Σημαίνει, όμως, ότι η επιτυχία ενός τόσο μεγάλου προγράμματος δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από το ύψος των διαθέσιμων κονδυλίων, τις εκταμιεύσεις ή τον αριθμό των ενταγμένων έργων. Κρίνεται από το αν η χώρα αποκτά μια ισχυρότερη και πιο παραγωγική οικονομία, ικανή να δημιουργεί διατηρήσιμο πλούτο χωρίς να εξαρτάται διαρκώς από εξωτερικές χρηματοδοτικές ενέσεις. Όσο αυτή η μετάβαση παραμένει ατελής, οι αδυναμίες του παραγωγικού μοντέλου επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το κόστος ζωής, τους μισθούς και την οικονομική ασφάλεια των πολιτών.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να εξαντλείται σε προσωρινές ενισχύσεις και επιδοματικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται μια συνολική στρατηγική που θα ενισχύει τον ανταγωνισμό στις αγορές, θα στηρίζει την παραγωγή και την εξωστρέφεια, θα αυξάνει την παραγωγικότητα, θα δημιουργεί καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και θα διαμορφώνει ουσιαστικές λύσεις για τη στέγαση και τη δημόσια υγεία. Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών ενός προβλήματος, όταν δεν αντιμετωπίζει με την ίδια αποφασιστικότητα τις αιτίες που το αναπαράγουν.

Στο τέλος της ημέρας, η πραγματική επιτυχία μιας οικονομίας δεν μετριέται αποκλειστικά από τους ρυθμούς ανάπτυξης, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα ή τις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων. Μετριέται από το αν ο εργαζόμενος μπορεί να ζήσει αξιοπρεπός από τον μισθό του, αν μια οικογένεια μπορεί να ανταποκριθεί σε μια έκτακτη ανάγκη, αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει το δικό του σπίτι κι αν ένας ασθενής μπορεί να έχει πρόσβαση στην περίθαλψη χωρίς να εξαντλεί τις οικονομίες του. Μετριέται, επίσης, από το αν μια τόσο μεγάλη ευρωπαϊκή χρηματοδοτική ευκαιρία αφήνει πίσω της μια οικονομία πιο παραγωγική, πιο ανταγωνιστική και λιγότερο ευάλωτη στις διεθνείς αναταράξεις.

Όταν αυτά παραμένουν ζητούμενα για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, η συζήτηση για την οικονομική επιτυχία είναι αναγκαστικά ελλιπής. Κι όταν μια κυβέρνηση διαθέτει πρωτοφανείς χρηματοδοτικούς πόρους, αλλά δεν μπορεί να αποδείξει ότι αυτοί οδηγούν σε μια διατηρήσιμη αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και σε μετρήσιμη βελτίωση της καθημερινότητας, τότε η αξιολόγησή της δεν μπορεί να εξαντλείται στους αριθμούς που η ίδια επιλέγει να προβάλει. Γιατί η ανάπτυξη αποκτά πραγματικό περιεχόμενο μόνο όταν μεταφράζεται σε καλύτερη ζωή για τους πολλούς. Διαφορετικά, η οικονομία μπορεί να εμφανίζεται ισχυρότερη στους πίνακες, ενώ η κοινωνία εξακολουθεί να αισθάνεται ότι μένει πίσω.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.