Η κυβέρνηση που επιδοτεί την ακρίβεια και υπερφορολογεί την επιβίωση των πολιτών
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Αν διάβαζε κανείς την πρόσφατη ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου, θα νόμιζε ότι η Ελλάδα ανακάλυψε ξαφνικά το ηλεκτρικό ρεύμα μόλις το 2019, λες και πριν ζούσαμε στο σκοτάδι με λυχνίες πετρελαίου και κεριά. Όμως, πίσω από τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και το δήθεν «θαύμα» που μας σερβίρουν, κρύβεται η σκληρή πραγματικότητα μιας διακυβέρνησης που αδυνατεί να χαράξει μια σοβαρή και εθνικά υπεύθυνη ενεργειακή στρατηγική… και όλα αυτά σε βάρος του έλληνα καταναλωτή και επιχειρήσεων.
Ο κ. Σκέρτσος πανηγυρίζει ότι γίναμε «εξαγωγείς ενέργειας», παραβλέποντας εσκεμμένα ότι αυτό το «επίτευγμα» το πλήρωσε και το πληρώνει πανάκριβα ο ελληνικός λαός μέσω ενός συστήματος που στερείται στοιχειώδους λογικής. Φτάσαμε εδώ με χρυσοπληρωμένες επιδοτήσεις και χαράτσια τύπου ΕΤΜΕΑΡ που πλήρωνε ο κάθε νοικοκύρης για να γεμίσουν τα χωράφια με φωτοβολταϊκά, χωρίς όμως να υπάρχει η πρόνοια για τις απαραίτητες υποδομές αποθήκευσης που θα καθιστούσαν το σύστημα λειτουργικό και οικονομικό.
Το δε επιχείρημα ότι «εξάγουμε ρεύμα άρα είμαστε ισχυροί» στερείται σοβαρότητας. Εξάγουμε γιατί το δίκτυο δεν αντέχει να απορροφήσει την ενέργεια και προτιμάμε να χαρίζουμε την παραγωγή στους γείτονες, αντί να έχουμε φροντίσει εγκαίρως για μπαταρίες και σύγχρονα δίκτυα. Την ίδια στιγμή, οι λογαριασμοί παραμένουν από τους ακριβότερους στην Ευρώπη, γιατί η κυβέρνηση αρνείται να αγγίξει το μοντέλο διαμόρφωσης τιμών που βασίζεται στο ακριβό φυσικό αέριο, παραμένοντας δέσμια μιας στρεβλής αγοράς που η ίδια συντηρεί λόγω διοικητικής ανεπάρκειας.
Το πιο εξοργιστικό δείγμα αυτής της διοικητικής ανεπάρκειας, όμως, είναι ο παραλογισμός της διπλής επιβάρυνσης, αφού την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση επιδοτεί με το ζόρι την πράσινη ενέργεια, εκτοξεύοντας το κόστος για τον καταναλωτή, επιλέγει να υπερφορολογεί τις υπόλοιπες μορφές ενέργειας. Αντί να χρησιμοποιήσει τα συμβατικά καύσιμα ως ανάχωμα στην ακρίβεια, τα μετατρέπει σε φορολογική παγίδα, ανεβάζοντας το κόστος σε όλο το φάσμα της παραγωγής και της κατανάλωσης.
Πρόκειται για μια πολιτική που εγκλωβίζει την κοινωνία σε ένα διαρκές ράλι τιμών, αποδεικνύοντας ότι η σημερινή ΝΔ δεν πολεμά τις ιδεοληψίες της Αριστεράς, αλλά έχει γίνει ο πιστότερος εκφραστής τους. Υιοθέτησε άκριτα μια «πράσινη» ατζέντα βίαιης απολιγνιτοποίησης, η οποία, σε συνδυασμό με την υπερφορολόγηση των καυσίμων, υπονομεύει την αγοραστική δύναμη των πολιτών και την ανταγωνιστικότητα της πατρίδας μας.
Αυτή η έλλειψη συνεκτικής στρατηγικής αποκαλύπτεται από τις συνεχείς παλινωδίες στα θέματα των υδρογονανθράκων. Επί έξι χρόνια, τα εγχώρια κοιτάσματα κρατήθηκαν «παγωμένα» στο όνομα μιας ιδεοληπτικής κλιματικής ουδετερότητας, την ώρα που ολόκληρος ο πλανήτης έδινε μάχη για την ενεργειακή του επιβίωση. Τώρα, ο πρωθυπουργός θυμήθηκε τη Chevron και τις εξορύξεις, παραδεχόμενος ουσιαστικά ότι αν είχαμε προχωρήσει τότε, σήμερα τα δεδομένα για τη χώρα θα ήταν διαφορετικά. Η ίδια κυβέρνηση που το 2021 ξόρκιζε την πυρηνική ενέργεια λόγω σεισμικότητας, τώρα συζητά για αντιδραστήρες, σαν να μην υπάρχει το άλυτο πρόβλημα των ραδιενεργών αποβλήτων και οι προειδοποιήσεις ακόμα και των Γάλλων για τις πιέσεις στα υδάτινα αποθέματα, αποδεικνύοντας ότι δεν υπάρχει κανένα εθνικό σχέδιο, παρά μόνο μια άτσαλη προσαρμογή στις επιταγές των Βρυξελλών. Αυτή η λογική της «βίαιης μετάβασης» χωρίς καμία πρόνοια για το κόστος επεκτείνεται πλέον και στις μεταφορές, όπως φαίνεται στο νομοσχέδιο για τα ταξί.
Εκεί, ο κ. Κυρανάκης επιχειρεί να επιβάλει την ηλεκτροκίνηση με το ζόρι, αγνοώντας προκλητικά την ανυπαρξία υποδομών και ταχυφορτιστών στις πιάτσες. Όταν ο επαγγελματικός κόσμος αντιδρά στις πρόχειρες ρυθμίσεις και στο δυσβάσταχτο κόστος μιας επένδυσης χωρίς εγγυήσεις, η κυβέρνηση επιστρατεύει την αλαζονεία βαφτίζοντας τους «συντηρητικούς» και «οπισθοδρομικούς», υιοθετώντας, δηλαδή, την ίδια ακριβώς ρητορική που κάποτε χρησιμοποιούσε η Αριστερά για να απαξιώσει κάθε αντίλογο. Πρόκειται για μια διακυβέρνηση που νομοθετεί βιαστικά με υπουργικές αποφάσεις «εξπρές», αφήνοντας κρίσιμες λεπτομέρειες στο σκοτάδι και δημιουργώντας έναν αχταρμά ρυθμίσεων που μόνο ανασφάλεια προκαλούν.
Στο τέλος της ημέρας, η πολιτική αυτή αναδεικνύει μια βαθιά αδυναμία σοβαρής διακυβέρνησης. Είτε πρόκειται για τον ενεργειακό σχεδιασμό είτε για τον εκσυγχρονισμό των μεταφορών, η κυβέρνηση λειτουργεί με όρους επικοινωνιακού εντυπωσιασμού και όχι ουσίας, μετακυλίοντας το κόστος των πειραματισμών της αποκλειστικά στους καταναλωτές και επιχειρήσεις. Η ανάρτηση του κ. Σκέρτσου δεν είναι απλώς κυβερνητική προπαγάνδα, είναι η ομολογία μιας παράταξης που έχασε την ιδεολογική της πυξίδα και ταυτίστηκε με τις πιο καταστροφικές αριστερές αγκυλώσεις. Το «success story» που μας περιγράφουν είναι μια εικονική πραγματικότητα, την οποία η Ελλάδα της λογικής πληρώνει καθημερινά με το ακριβότερο ρεύμα και τους υψηλότερους φόρους στην ενέργεια.

