Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXIX

Γράφει ο Ρένος Δούκας

Μετά από δύο εβδομάδες αυγουστιάτικης ανάπαυλας, επιστρέφουμε στην καθιερωμένη ανασκόπηση. Ίσως όμως αυτή τη φορά να αξίζει να κάνουμε κάτι περισσότερο από το να βάλουμε σε σειρά όσα ανακοινώθηκαν. Να δούμε τι συνέβη πραγματικά, τι λειτούργησε, τι δεν λειτούργησε και τι εξακολουθεί να μένει ανοιχτό. Γιατί η πολιτική δεν είναι εβδομαδιαίο δελτίο αυτοεπιβεβαίωσης. Δεν είναι η ικανότητα να βρίσκεις για κάθε γεγονός μια ευνοϊκή περιγραφή. Είναι η ικανότητα να αναγνωρίζεις το πρόβλημα πριν χρειαστεί να του δώσεις επικοινωνιακή εξήγηση.

Οι πυρκαγιές είναι το πιο σκληρό παράδειγμα. Η κλιματική αλλαγή επιβαρύνει τις συνθήκες, οι υψηλές θερμοκρασίες και η παρατεταμένη ξηρασία αυξάνουν τον κίνδυνο, οι ισχυροί άνεμοι μπορούν μέσα σε λίγα λεπτά να ακυρώσουν τον καλύτερο επιχειρησιακό σχεδιασμό. Όλα αυτά είναι αλήθεια. Δεν είναι όμως καινούργια αλήθεια. Η χώρα γνωρίζει εδώ και χρόνια ότι τα καλοκαίρια γίνονται δυσκολότερα. Γνωρίζει επίσης ότι η πρόληψη κοστίζει λιγότερο από την καταστροφή. Παρ’ όλα αυτά, κάθε Αύγουστο ξανακάνουμε περίπου την ίδια συζήτηση, μόνο που αλλάζει ο χάρτης με τα καμένα.

Η κλιματική κρίση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μόνιμη εξήγηση για ό,τι δεν έγινε εγκαίρως. Δεν καθαρίζει δάση, δεν ανοίγει αντιπυρικές ζώνες, δεν συντηρεί δασικούς δρόμους και δεν οργανώνει τις τοπικές δυνάμεις πριν εμφανιστεί η πρώτη εστία. Όταν μια Πολιτεία αρχίζει να μετρά την αποτελεσματικότητά της κυρίως με τον αριθμό των εναέριων μέσων και των εκκενώσεων, κάτι έχει ήδη πάει στραβά. Τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα είναι απολύτως αναγκαία. Δεν αποτελούν όμως υποκατάστατο μιας δασικής πολιτικής που έχει σχεδιαστεί πριν από την πυρκαγιά.

Οι πυροσβέστες, οι εθελοντές, οι άνθρωποι της Πολιτικής Προστασίας και όσοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή αξίζουν τον απόλυτο σεβασμό μας. Αυτοί αναλαμβάνουν όταν η θεωρία έχει τελειώσει και απομένει μόνο η μάχη. Η υποχρέωση της Πολιτείας βρίσκεται ένα βήμα νωρίτερα. Να έχει φροντίσει ώστε η φωτιά να μη φτάσει στον οικισμό, να μην έχει μπροστά της ακαθάριστες εκτάσεις και να μη στηρίζεται η άμυνα μιας περιοχής στην ελπίδα ότι ο άνεμος θα επιτρέψει στα εναέρια μέσα να πετάξουν.

Όταν χάνονται ανθρώπινες ζωές, οι κυβερνητικές συγκρίσεις με προηγούμενες χρονιές περισσεύουν. Εκεί δεν υπάρχει επιτυχία προς προβολή. Υπάρχει η υποχρέωση να στηριχθούν οι οικογένειες, να αποζημιωθούν γρήγορα και δίκαια οι πληγέντες και να γίνει κάτι που στην ελληνική διοίκηση αποδεικνύεται δυσκολότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Να μάθει το κράτος από αυτό που συνέβη. Η λογοδοσία δεν είναι κυνήγι ενόχων. Είναι ο μόνος τρόπος να μη βαφτίζεται κάθε χρόνο το ίδιο πρόβλημα «πρωτοφανής συνθήκη».

Στην οικονομία, η μείωση του δημόσιου χρέους είναι θετική και δεν χρειάζεται να υποτιμηθεί. Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά το γεγονός ότι για χρόνια συμπεριφέρθηκε σαν να μπορούσε να δανείζεται χωρίς τέλος. Όποιος έζησε την περίοδο της κρίσης γνωρίζει ότι το χρέος δεν είναι απλώς ένας αριθμός για τους οικονομολόγους. Περιορίζει την ελευθερία άσκησης πολιτικής και μεταφέρει επιλογές του παρόντος στις επόμενες γενιές.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε καλύτερος δείκτης πρέπει να μετατρέπεται σε εθνικό θρίαμβο. Το χρέος μειώνεται για να αποκτήσει η χώρα ελευθερία κινήσεων, όχι για να παράγει πανηγυρικές αναρτήσεις. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η οικονομία παράγει περισσότερο, αν αυξάνει τις εξαγωγές της, αν δημιουργεί επιχειρήσεις που μπορούν να σταθούν διεθνώς και αν οι νέες θέσεις εργασίας πληρώνουν αρκετά ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να χτίσουν ζωή. Αν η ανάπτυξη εξακολουθεί να ακουμπά υπερβολικά στην κατανάλωση, στον τουρισμό και στις εξωτερικές εισροές, τότε το πρόβλημα δεν λύθηκε. Απλώς οι αριθμοί έγιναν πιο ευχάριστοι.

Το ίδιο ισχύει και για τις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων. Οι αγορές έχουν το καλό ότι δεν συγκινούνται ιδιαίτερα από την εσωτερική πολιτική αφήγηση. Κοιτούν τα δημοσιονομικά στοιχεία, τη σταθερότητα, τους θεσμούς και κυρίως το αν υπάρχει προοπτική. Η πραγματική επιτυχία θα είναι να μετατραπεί η δημοσιονομική βελτίωση σε μόνιμη παραγωγική ισχύ. Να κλείσει μέρος του επενδυτικού κενού, να περιοριστεί το εμπορικό έλλειμμα, να αντιμετωπιστεί το ενεργειακό κόστος και να δημιουργηθεί οικονομία που δεν περιμένει συνεχώς το επόμενο ευρωπαϊκό πακέτο.

Γιατί κάποια στιγμή τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης θα τελειώσουν. Τότε θα φανεί τι ακριβώς αγοράσαμε με αυτά. Περισσότερη παραγωγή ή απλώς περισσότερο χρόνο.

Η συζήτηση για την οικονομική εκπαίδευση των νέων έχει ενδιαφέρον ακριβώς γι’ αυτό. Το να μάθει ένα παιδί πώς να διαχειρίζεται το χαρτζιλίκι του είναι χρήσιμο, αλλά δεν είναι οικονομική παιδεία. Ο νέος πρέπει να καταλάβει πώς δημιουργείται πλούτος, τι σημαίνει παραγωγή, γιατί υπάρχει φόρος, τι χρηματοδοτεί η κοινωνική ασφάλιση, πώς λειτουργεί μια επιχείρηση, τι σημαίνει αποταμίευση και γιατί το δημόσιο χρέος δεν εξαφανίζεται επειδή άλλαξε κυβέρνηση. Να καταλάβει επίσης κάτι που η ελληνική πολιτική αποφεύγει συχνά να λέει καθαρά. Το κράτος αναδιανέμει πλούτο. Δεν τον δημιουργεί από μόνο του. Χωρίς ανθρώπους που εργάζονται, επιχειρούν, επενδύουν και παράγουν, κάποια στιγμή τελειώνουν και οι παροχές που όλοι θεωρούν αυτονόητες.

Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου ανήκει σε εντελώς άλλη κατηγορία. Πρόκειται για έργο πραγματικά στρατηγικό και γι’ αυτό ακριβώς θα ήταν λάθος να περιοριστεί στον κατάλογο των επενδύσεων που προστίθενται κάθε εβδομάδα στην κυβερνητική αποτίμηση. Η ενεργειακή σύνδεση της Κύπρου με την Ελλάδα αφορά την ασφάλεια εφοδιασμού, τη θέση της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο και τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Αυτός ο ρόλος, βέβαια, δεν αποκτάται με τη συχνότητα με την οποία χρησιμοποιείται η φράση «ενεργειακός κόμβος» στις ομιλίες. Χρειάζεται δίκτυα, αποθήκευση, υποδομές, διασυνδέσεις και πολιτική που να έχει συνέχεια. Η Κύπρος, επιπλέον, δεν είναι ένας ακόμη προορισμός ενός υποθαλάσσιου καλωδίου. Είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μέρος του Ελληνισμού. Η διασύνδεση επομένως έχει και βάρος που δεν χωρά εύκολα σε οικονομική παρουσίαση έργου.

Ανάλογη σοβαρότητα απαιτείται και στα χωροταξικά πλαίσια. Η Ελλάδα πέρασε δεκαετίες αφήνοντας την ανάπτυξη να προηγείται του σχεδιασμού και τώρα προσπαθεί να βάλει τάξη σε συνέπειες που η ίδια δημιούργησε. Χρειαζόμαστε κανόνες, αλλά κανόνες που να έχουν σχέση με την πραγματικότητα κάθε περιοχής. Ένα μικρό νησί δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται όπως μια βιομηχανική ζώνη. Μια τουριστικά κορεσμένη περιοχή δεν έχει τις ίδιες ανάγκες με μια αγροτική περιφέρεια. Ούτε η προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να καταλήγει σε διοικητική ακινησία ούτε η ανάπτυξη να λειτουργεί ως άδεια καταστροφής του φυσικού κεφαλαίου.

Η εύκολη λύση για τη διοίκηση είναι ένας ενιαίος κανόνας για όλους. Η σοβαρή λύση είναι να ξέρεις γιατί κάθε τόπος χρειάζεται διαφορετικό κανόνα.

Στα ελληνοτουρκικά, η καθαρότητα είναι ακόμη πιο απαραίτητη. Η Ελλάδα επιθυμεί διάλογο και καλά κάνει. Ο διάλογος όμως δεν μετατρέπει αυτομάτως κάθε απαίτηση της άλλης πλευράς σε διαφορά που οφείλουμε να συζητήσουμε. Η καλή γειτονία δεν απαιτεί να αποδεχόμαστε τετελεσμένα και η ειρήνη δεν σημαίνει ότι περιορίζουμε μόνοι μας την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων ώστε να μη διαταραχθεί το κλίμα.

Η ηρεμία έχει αξία. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται με τη λύση. Μια χώρα μπορεί να είναι ειρηνική και ταυτόχρονα αποφασιστική. Μπορεί να συνομιλεί χωρίς να εμφανίζεται διαθέσιμη να συζητήσει τα πάντα. Στην εξωτερική πολιτική, η προβλεψιμότητα της στάσης είναι ισχύς όταν γνωρίζει και ο απέναντι ότι υπάρχουν όρια που δεν μετακινούνται.

Στην Κρήτη, η συζήτηση για το νερό δείχνει πόσο συχνά η Ελλάδα περιμένει ένα πρόβλημα να γίνει επείγον για να το αντιμετωπίσει ως στρατηγικό. Η λειψυδρία δεν είναι εποχική ενόχληση. Συνδέεται με την αγροτική παραγωγή, τον τουρισμό, την ποιότητα ζωής και τελικά με την ίδια την οικονομική αντοχή μιας περιοχής. Χρειάζονται έργα αποθήκευσης, συντήρηση και ανανέωση των δικτύων, περιορισμός των απωλειών, νέες τεχνολογίες και διαφορετική αντίληψη για τη χρήση του νερού.

Το να αρχίσουμε να σχεδιάζουμε όταν στερέψουν οι γεωτρήσεις θα είναι πολύ αργά. Το νερό θα είναι ένας από τους κρίσιμους πόρους της Μεσογείου τις επόμενες δεκαετίες. Καλύτερα να το αντιληφθούμε ως στρατηγικό ζήτημα πριν χρειαστεί να το μάθουμε ως κρίση.

Στον πρωτογενή τομέα, η ψηφιοποίηση των αγροτικών ενισχύσεων είναι χρήσιμη. Αν όμως το μεγάλο επίτευγμα της αγροτικής πολιτικής είναι ότι ο παραγωγός θα υποβάλλει ευκολότερα την αίτησή του, τότε ο πήχης έχει τοποθετηθεί πολύ χαμηλά. Ο αγρότης χρειάζεται σταθερό πλαίσιο, γρήγορες πληρωμές, ενέργεια σε κόστος που να αντέχεται, νερό, χρηματοδότηση και υποδομές. Χρειάζεται επίσης να ξέρει ότι οι ενισχύσεις πηγαίνουν εκεί όπου υπάρχει πραγματική παραγωγή και όχι εκεί όπου υπάρχει καλύτερη πρόσβαση σε πελατειακούς μηχανισμούς.

Η διαφάνεια στις αγροτικές πληρωμές δεν στρέφεται εναντίον του παραγωγού. Τον προστατεύει. Αυτός που καλλιεργεί, επενδύει και ζει από τη γη του έχει κάθε συμφέρον να γνωρίζει ότι το σύστημα δεν επιβραβεύει εκείνον που έμαθε καλύτερα να το εκμεταλλεύεται.

Στον λεγόμενο «ενεργειακό τουρισμό» χρειάζεται επίσης καθαρή διάκριση. Ο στρατηγικός κακοπληρωτής δεν μπορεί να αλλάζει πάροχο επ’ άπειρον αφήνοντας τον λογαριασμό στους συνεπείς. Αυτό είναι προφανές. Εξίσου προφανές θα έπρεπε να είναι ότι ο άνθρωπος που αδυνατεί πραγματικά να πληρώσει δεν είναι αυτομάτως στρατηγικός κακοπληρωτής. Αν το κράτος δεν μπορεί να διακρίνει τις δύο περιπτώσεις, θα καταλήξει να τιμωρεί τον αδύναμο για να αντιμετωπίσει τον καταχρηστικό. Και αυτό δεν είναι δικαιοσύνη. Είναι διοικητική ευκολία.

Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου μια πολιτική πρωτοβουλία αξίζει να αναγνωρίζεται χωρίς υποσημειώσεις. Το «Δικαίωμα στη Λήθη» για ανθρώπους που έχουν νικήσει τον καρκίνο είναι μία από αυτές. Ένας άνθρωπος που ολοκλήρωσε τη θεραπεία του και προσπαθεί να ξαναστήσει τη ζωή του δεν μπορεί να παραμένει για πάντα όμηρος του ιατρικού του παρελθόντος σε ασφαλιστικές και οικονομικές συναλλαγές. Η κατοχύρωση ενός σαφούς κανόνα είναι ουσιαστική παρέμβαση. Εκεί η Πολιτεία κάνει αυτό που πρέπει να κάνει. Προστατεύει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου χωρίς να του ζητά να αποδεικνύει διαρκώς ότι δικαιούται να επιστρέψει στην κανονική ζωή.

Μέσα σε αυτές τις δύο εβδομάδες χάσαμε και τρεις σημαντικούς Έλληνες, διαφορετικούς μεταξύ τους σχεδόν σε όλα. Τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, τον Στέλιο Ράμφο και τον Στέφανο Μάνο. Δεν εκπροσωπούσαν την ίδια πολιτική αντίληψη ούτε διάβαζαν την Ελλάδα με τον ίδιο τρόπο. Ο Τσουκαλάς αναζητούσε τις κοινωνικές δομές πίσω από τα φαινόμενα, ο Ράμφος τις βαθύτερες πολιτισμικές αιτίες και ο Μάνος επέμενε με σχεδόν μονότονη συνέπεια στις πρακτικές μεταρρυθμίσεις. Ίσως αυτό που τους συνδέει περισσότερο είναι ότι κανένας τους δεν είχε ιδιαίτερη ανάγκη να χαϊδέψει την ελληνική αυτοεικόνα.

Και αυτό είναι πολύτιμο. Η Ελλάδα έχει ακούσει αρκετά για το πόσο σπουδαία είναι. Περισσότερο χρήσιμο είναι να καταλαβαίνει πού υστερεί. Η αυτογνωσία δεν μειώνει μια χώρα. Της επιτρέπει να διορθωθεί.

Μέσα στον Αύγουστο, ευτυχώς, υπήρξαν και λόγοι πραγματικής υπερηφάνειας. Οι επιτυχίες στον στίβο, στην κολύμβηση, στην κωπηλασία, στην ιστιοπλοΐα, στη σκοποβολή, στην ενόργανη και στο πόλο δεν προέκυψαν από κάποια εθνική έφεση στα μετάλλια. Προέκυψαν από χρόνια δουλειάς, πειθαρχία, προσωπικές στερήσεις και οικογένειες που συχνά στηρίζουν μια προσπάθεια πολύ πριν ενδιαφερθεί οποιοσδήποτε θεσμός ή χορηγός.

Τεντόγλου, Καραλής, Πετρούνιας, Ρούσσου, Μητροπούλου, Ιακωβάκη, Χρήστου, Σίσκος, Μουσελίμης, Χιώτης, Αλεξίου, Μουρατίδου, Τριάντου, Σαμαράς, Θεοδωρακοπούλου, Γεροχρήστος, Μαρκαντωνάκη, Μπαξεβανάκης και Νικολαντωνάκης, μαζί με όλους εκείνους που αγωνίζονται χωρίς να βρίσκονται κάθε φορά στα φώτα, αξίζουν τα θερμότερα συγχαρητήρια. Ο ελληνικός αθλητισμός δεν χρειάζεται την Πολιτεία μόνο όταν έρχεται το μετάλλιο και υπάρχει θέση στην πρώτη σειρά της φωτογραφίας. Τη χρειάζεται χρόνια πριν, όταν υπάρχουν μόνο προπόνηση, έξοδα, τραυματισμοί και αβεβαιότητα.

Από όλα όσα μεσολάβησαν αυτές τις δύο εβδομάδες μένει τελικά ένα συμπέρασμα που δεν είναι καινούργιο. Η Ελλάδα εξακολουθεί να διαχειρίζεται πάρα πολλά προβλήματα τη στιγμή που αυτά εμφανίζονται και πολύ λίγα πριν εμφανιστούν. Στις πυρκαγιές, στο νερό, στην παραγωγή, στην ενέργεια, στην εξωτερική πολιτική, ακόμη και στη δημογραφία, ο χρόνος της πολιτικής μας είναι συχνά ο χρόνος της επικαιρότητας.

Αυτό είναι και το ουσιαστικό πρόβλημα της εβδομαδιαίας κυβερνητικής ανασκόπησης. Δεν είναι ότι όσα παρουσιάζει είναι όλα λάθος ή ασήμαντα. Πολλά είναι θετικά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συσσώρευση επιμέρους θετικών δράσεων παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι υπάρχει συνολική κατεύθυνση. Μπορεί μια κυβέρνηση να κάνει πολλά πράγματα και παρ’ όλα αυτά η χώρα να μην έχει απαντήσει στο βασικό ερώτημα. Πού θέλει να βρίσκεται σε δέκα ή είκοσι χρόνια.

Η Ελλάδα χρειάζεται σχέδιο για την παραγωγή, την ενέργεια, το νερό, την άμυνα, τη δημογραφία, την παιδεία και τη θέση της στον κόσμο. Όχι επτά διαφορετικά σχέδια που θα συνυπάρχουν σε επτά υπουργικά συρτάρια, αλλά μια αντίληψη για το πώς συνδέονται μεταξύ τους. Η οικονομία με την άμυνα, η ενέργεια με την εξωτερική πολιτική, το νερό με την αγροτική παραγωγή, η παιδεία με την παραγωγική βάση, το δημογραφικό με την ίδια τη δυνατότητα της χώρας να συνεχίσει να υπάρχει όπως τη γνωρίζουμε.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται κάθε Κυριακή να ακούει ότι όλα πάνε καλά. Αυτό είναι επικοινωνία. Χρειάζεται να ξέρει πού πηγαίνει. Και αυτό είναι πολιτική.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.