Η Euronext κερδίζει όλα όσα χάνει η Ελλάδα

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Έτυχε πρόσφατα να βρεθώ στο ίδιο τραπέζι με ένα στέλεχος μεγάλης ελληνικής χρηματιστηριακής εταιρείας. Η κουβέντα, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν άργησε να φτάσει στην εξαγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών από την Euronext. Με τον τρόπο που παρουσιάζουν την υπόθεση η κυβέρνηση και οι γνωστοί κονδυλοφόροι της, περίμενα να ακούσω πανηγυρισμούς, θριαμβολογίες, ίσως και λίγη υπερβολή για το πόσο «μεγάλη ευρωπαϊκή επιτυχία» είναι αυτή η κίνηση. Αντί γι’ αυτό, άκουσα κάτι εντελώς διαφορετικό. Άκουσα για προχειρότητα, για βιασύνη, για μια απόφαση που, όπως μου είπε, όχι μόνο δεν ωφελεί, αλλά κάνει πραγματική ζημιά στις ελληνικές χρηματιστηριακές εταιρείες, στις εισηγμένες και στις υπό εισαγωγή επιχειρήσεις, και φυσικά στους μετόχους.

Κι εκεί που νόμιζα ότι είχα ήδη ακούσει το πιο ανησυχητικό, ήρθε το πραγματικό σοκ! Η ελληνική κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με όσα μου εκμυστηρεύθηκε, γνώριζαν τις αρνητικές συνέπειες. Το ήξεραν. Και παρ’ όλα αυτά προχώρησαν. Αυτό ήταν το σημείο που αποφάσισα να ψάξω το θέμα μόνος μου. Και κατέληξα ακριβώς στο ίδιο συμπέρασμα. Και εξηγώ γιατί.

Η εξαγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών από την Euronext δεν είναι μια απλή εταιρική πράξη. Είναι μια ιστορία που η κυβέρνηση προσπάθησε να παρουσιάσει ως «εθνική επιτυχία», αλλά όσο πλησιάζει η 21η Σεπτεμβρίου, τόσο περισσότερο μοιάζει με μια απόφαση που πάρθηκε βιαστικά, χωρίς στρατηγικό σχέδιο και, κυρίως, χωρίς να υπολογιστούν οι συνέπειες για την ελληνική αγορά. Κι αν κάτι γίνεται πλέον ξεκάθαρο, είναι ότι η Ελλάδα παραδίδει τον έλεγχο της αγοράς κεφαλαίου της σε έναν ξένο όμιλο, με τρόπο που θυμίζει περισσότερο πολιτική βιτρίνα παρά σοβαρή οικονομική πολιτική.

Γιατί ας μην κοροϊδευόμαστε. Το Χρηματιστήριο Αθηνών δεν είναι μια εταιρεία σαν όλες τις άλλες. Είναι η καρδιά της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας, ο μηχανισμός που καθορίζει το κόστος κεφαλαίου, που δίνει ανάσα στις επιχειρήσεις, που παράγει τεχνογνωσία και που διαμορφώνει την επενδυτική κουλτούρα της χώρας. Με την εξαγορά, όλα αυτά μεταφέρονται σε έναν οργανισμό που δεν έχει καμία υποχρέωση να προστατεύσει την ελληνική αγορά. Η Euronext δεν ξυπνά το πρωί για να σκεφτεί πώς θα ενισχυθεί η ελληνική επιχειρηματικότητα, αλλά για να εξυπηρετήσει το δικό της ευρωπαϊκό χαρτοφυλάκιο.

Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Οι ελληνικές χρηματιστηριακές εταιρείες, ιδίως οι μικρομεσαίες, βρίσκονται ξαφνικά σε ένα περιβάλλον όπου η πλατφόρμα δεν τους ανήκει, τα τέλη μπορούν να αυξηθούν από τη μια μέρα στην άλλη και οι τεχνικές προδιαγραφές θα καθορίζονται από ένα κέντρο αποφάσεων που βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Η άνιση μάχη με τους μεγάλους ευρωπαϊκούς παίκτες είναι η νέα πραγματικότητα. Οι ελληνικές ΑΕΠΕΥ κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «τοπικούς εκτελεστές» ενός συστήματος που δεν σχεδιάστηκε για να τις ενισχύσει, αλλά για να τις απορροφήσει.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι επιπτώσεις στις επιχειρήσεις, εισηγμένες και μη, είναι ακόμη πιο ανησυχητικές. Οι μεγάλες εταιρείες θα βρουν χώρο να αναπνεύσουν μέσα στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα, αλλά οι μικρομεσαίες θα βρεθούν αντιμέτωπες με αυστηρότερες απαιτήσεις, υψηλότερο κόστος συμμόρφωσης και περιορισμένη αναλυτική κάλυψη. Η αγορά θα λειτουργεί σε δύο ταχύτητες, αφού οι ισχυροί θα ενισχύονται, ενώ οι μικροί θα παλεύουν να επιβιώσουν. Και όταν οι μικροί δυσκολεύονται, η οικονομία χάνει το πιο ζωντανό κομμάτι της.

Οι μέτοχοι, από την πλευρά τους, θα δουν τη ρευστότητα να συγκεντρώνεται σε λίγες εταιρείες, το κόστος συναλλαγών να αυξάνεται και την πρόσβαση σε δεδομένα να γίνεται με ευρωπαϊκή τιμολόγηση. Η ελληνική αγορά παύει να είναι εργαλείο εθνικής στρατηγικής και γίνεται θυγατρική ενός ομίλου που δεν έχει κανέναν λόγο να προτάξει τις ελληνικές ανάγκες. Η αυτονομία χάνεται, και μαζί της χάνεται η δυνατότητα να χαράξουμε πολιτική για το πώς θέλουμε να χρηματοδοτείται η ελληνική οικονομία.

Και εδώ φτάνουμε στο πιο αιχμηρό σημείο, αφού η κυβέρνηση το επέλεξε αυτό συνειδητά. Όχι επειδή ήταν η καλύτερη λύση, αλλά επειδή ήταν η πιο εύκολη να παρουσιαστεί επικοινωνιακά. Δεν υπήρξε σοβαρή διαβούλευση με την αγορά, δεν τέθηκαν ρήτρες για διατήρηση λειτουργιών στην Ελλάδα, δεν εξετάστηκαν εναλλακτικά σενάρια που θα διασφάλιζαν τον εθνικό έλεγχο. Η απόφαση πάρθηκε με τρόπο που θυμίζει περισσότερο πολιτική βιασύνη παρά οικονομική στρατηγική. Και το χειρότερο; Εξυπηρετεί συμφέροντα που βρίσκονται πολύ πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Η Euronext κερδίζει πρόσβαση σε μια αγορά με χαμηλό κόστος και υψηλή γεωπολιτική αξία. Οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί χρηματιστηριακοί όμιλοι ενισχύουν την παρουσία τους στην περιοχή. Τα διεθνή funds αποκτούν ενιαία πρόσβαση σε ελληνικά assets μέσω ενός ευρωπαϊκού hub. Όλοι κερδίζουν κάτι, εκτός από την Ελλάδα.

Κι έτσι, την 21η Σεπτεμβρίου, δεν ξεκινά μια νέα εποχή για το ελληνικό χρηματιστήριο. Ξεκινά μια εποχή όπου η αγορά κεφαλαίου της χώρας λειτουργεί με κανόνες που δεν γράφτηκαν εδώ, με προτεραιότητες που δεν είναι ελληνικές και με αποφάσεις που δεν λαμβάνονται στην Αθήνα. Η εξαγορά αυτή δεν είναι απλώς μια εταιρική πράξη, αλλά μια μετατόπιση ισχύος που θα καθορίσει το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Και όσο περισσότερο αποκαλύπτονται οι συνέπειες, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι η επιλογή αυτή δεν έγινε για να ενισχυθεί η χώρα, αλλά για να εξυπηρετηθούν συμφέροντα που δεν έχουν ελληνικό πρόσημο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.