Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXV

Γράφει ο Ρένος Δούκας

Κάθε εβδομάδα η κυβέρνηση παραδίδει έναν μακρύ κατάλογο ανακοινώσεων, εξαγγελιών, εγκαινίων και στατιστικών. Η εικόνα που επιχειρεί να σχηματίσει είναι γνώριμη. Μια χώρα που προχωρά σταθερά. Ένα κράτος που διορθώνει εκκρεμότητες. Μια οικονομία που ενισχύεται. Μια κυβέρνηση που ανταποκρίνεται.

Η πραγματικότητα είναι πιο δύσκολη.

Η πολιτική δεν κρίνεται από τον αριθμό των δελτίων Τύπου. Δεν κρίνεται από το πόσο καλά οργανώνεται η επικοινωνία ούτε από το πόσο γρήγορα μια ανακοίνωση μετατρέπεται σε τίτλο. Κρίνεται από το αν η χώρα αποκτά εθνική στρατηγική. Από το αν οι θεσμοί ισχυροποιούνται. Από το αν η οικονομία παράγει περισσότερο πλούτο. Από το αν η κοινωνία αισθάνεται ασφαλής. Από το αν η Ελλάδα εξαρτάται λιγότερο και αποφασίζει περισσότερο.

Αυτή είναι η μόνη σοβαρή βάση απολογισμού.

Οι συλλήψεις για τη δολοφονική επίθεση στη Marfin αποτελούν αναμφίβολα σημαντική εξέλιξη. Η απόδοση Δικαιοσύνης για τους αθώους ανθρώπους που χάθηκαν είναι αυτονόητη υποχρέωση μιας οργανωμένης Πολιτείας. Είναι και μια ελάχιστη δικαίωση για τις οικογένειές τους, οι οποίες περίμεναν δεκαέξι ολόκληρα χρόνια.

Αυτό όμως δεν προσφέρεται για κυβερνητική αυτοεπιβράβευση.

Η Δικαιοσύνη δεν είναι παράσημο κανενός υπουργείου. Η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με πανηγυρισμούς μετά την αποτυχία του παρελθόντος. Λειτουργεί όταν οι θεσμοί ερευνούν, αποκαλύπτουν, διώκουν και απονέμουν Δικαιοσύνη χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες και χωρίς ιδεολογικές εκπτώσεις.

Η τρομοκρατία δεν έχει αποδεκτό πρόσημο. Η πολιτική βία δεν γίνεται λιγότερο εγκληματική επειδή κάποιοι θεωρούν τα κίνητρά της ιδεολογικά συγγενή ή πολιτικά βολικά. Για χρόνια, η χώρα έζησε με ανοχές, συμψηφισμούς και επιλεκτικές σιωπές. Η καταδίκη άλλαζε ένταση ανάλογα με την προέλευση της βίας και την ταυτότητα των θυμάτων.

Αυτό πρέπει να τελειώσει.

Ένα πραγματικό δημοκρατικό μέτωπο απέναντι στον εξτρεμισμό απαιτεί ίση αντιμετώπιση κάθε μορφής πολιτικής βίας. Χωρίς αστερίσκους. Χωρίς επιλεκτικές ευαισθησίες. Χωρίς πολιτικά άλλοθι. Μόνο τότε η μνήμη των θυμάτων παύει να χρησιμοποιείται και αρχίζει να τιμάται.

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, η κυβέρνηση παρουσιάζει συχνά τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ ως απόδειξη εθνικής ισχύος. Η χώρα πράγματι οφείλει να είναι αξιόπιστος σύμμαχος. Η αξιοπιστία όμως δεν μετριέται μόνο από το ύψος των αμυντικών δαπανών. Δεν μετριέται από την ταχύτητα αγοράς οπλικών συστημάτων. Δεν αποδεικνύεται επειδή η Ελλάδα εκπληρώνει με συνέπεια τις υποχρεώσεις της.

Αποδεικνύεται και από το τι κερδίζει.

Η ισχύς μιας χώρας κρίνεται από το αν διαθέτει εθνική στρατηγική. Από το αν οι σύμμαχοί της σέβονται έμπρακτα τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Από το αν οι συμμαχίες ενισχύουν τη θέση της και δεν περιορίζονται σε δηλώσεις καλής θέλησης.

Η Ελλάδα ήδη δαπανά ένα από τα υψηλότερα ποσοστά του ΑΕΠ της για την άμυνα. Το πραγματικό ερώτημα βρίσκεται αλλού.

Ποια είναι η στρατηγική μας στην Ανατολική Μεσόγειο;

Ποιο είναι το σχέδιο απέναντι σε μια Τουρκία που ακολουθεί σταθερά αναθεωρητική πολιτική;

Πώς αξιοποιούνται οι σχέσεις με την Κύπρο, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τις Ηνωμένες Πολιτείες;

Και για ποιον λόγο η κυβέρνηση εμφανίζεται να επενδύει τόσο πολύ στη διατήρηση των «ήρεμων νερών», τη στιγμή που το τουρκικό casus belli παραμένει σε πλήρη ισχύ και η Άγκυρα συνεχίζει να αμφισβητεί εμπράκτως τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας;

Ο διάλογος είναι χρήσιμο εργαλείο. Δεν είναι εθνική στρατηγική.

Οι χαμηλοί τόνοι μπορούν να μειώνουν τις εντάσεις. Δεν εξαφανίζουν τις διαφορές. Η απουσία καθημερινής κρίσης δεν σημαίνει ότι εξέλιπαν οι απειλές. Η ειρήνη διατηρείται όταν στηρίζεται σε αποτρεπτική ισχύ, καθαρές κόκκινες γραμμές και σταθερή διπλωματική παρουσία.

Η Ελλάδα χρειάζεται εξωτερική πολιτική που να επηρεάζει τις εξελίξεις. Όχι πολιτική που περιμένει να δει προς τα πού θα κινηθούν οι άλλοι.

Η νέα παρέμβαση στις τιμές των καυσίμων παρουσιάζεται ως ακόμη μία απόδειξη ότι η κυβέρνηση βρίσκεται δίπλα στους πολίτες απέναντι στις διεθνείς κρίσεις. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν μια προσωρινή παρέμβαση μπορεί να μειώσει για λίγο την πίεση.

Το ερώτημα είναι γιατί η ελληνική κοινωνία παραμένει τόσο ευάλωτη σε κάθε εξωτερική αναταραχή.

Η απάντηση βρίσκεται στις επιλογές των τελευταίων ετών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει από τις υψηλότερες φορολογικές επιβαρύνσεις στα καύσιμα. Η ενεργειακή πολιτική χαρακτηρίστηκε από αποσπασματικές αποφάσεις, βιαστική απολιγνιτοποίηση και υπερβολική εξάρτηση από εισαγόμενες πηγές ενέργειας.

Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Κάθε διεθνής κρίση περνά σχεδόν αμέσως στην αντλία, στον λογαριασμό και στην καθημερινότητα του πολίτη.

Οι εκπτώσεις λίγων λεπτών μπορεί να προσφέρουν μικρή ανακούφιση. Δεν αποτελούν ενεργειακή πολιτική.

Η χώρα χρειάζεται μακροπρόθεσμο εθνικό σχέδιο ενεργειακής ασφάλειας. Χρειάζεται αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων πηγών. Χρειάζεται μείωση του κόστους παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Χρειάζεται ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής. Χρειάζεται προστασία της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Η διαρκής επιστροφή σε επιδόματα και έκτακτες παρεμβάσεις δεν διορθώνει την εξάρτηση. Τη διαχειρίζεται.

Ανάλογη είναι η εικόνα γύρω από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Παγκόσμια Τράπεζα για την Άμυνα και την Ασφάλεια. Κάθε νέα δυνατότητα χρηματοδότησης είναι θετική. Ιδίως όταν μπορεί να στηρίξει την αμυντική βιομηχανία και την τεχνολογία.

Όμως η συμμετοχή σε έναν ακόμη διεθνή οργανισμό δεν δημιουργεί από μόνη της εθνική ισχύ.

Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να μη διαθέτει συνεκτική εθνική στρατηγική για την ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Επί δεκαετίες, ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες απαξιώθηκαν. Οι μεγάλες εξοπλιστικές δαπάνες κατευθύνθηκαν κυρίως στο εξωτερικό. Η προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία έμεινε περιορισμένη.

Η εθνική άμυνα δεν είναι μόνο αγορά σύγχρονων οπλικών συστημάτων.

Είναι παραγωγή τεχνογνωσίας.

Είναι ισχυρή εγχώρια βιομηχανική βάση.

Είναι επένδυση στην έρευνα.

Είναι σύνδεση των ελληνικών πανεπιστημίων με την αμυντική τεχνολογία.

Είναι συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων στην παραγωγή, στη συντήρηση και στην εξέλιξη των συστημάτων που αγοράζει η χώρα.

Μόνο έτσι οι αμυντικές δαπάνες μπορούν να δημιουργήσουν παραγωγή, απασχόληση και τεχνογνωσία. Διαφορετικά παραμένουν αναγκαίο μεν, αλλά διαρκές δημοσιονομικό κόστος.

Στον σιδηρόδρομο, η παραλαβή νέων συρμών είναι θετική εξέλιξη. Κανείς δεν μπορεί να είναι αντίθετος στον εκσυγχρονισμό των μέσων μεταφοράς.

Μετά τα Τέμπη όμως, η κοινωνία δεν πείθεται από φωτογραφίες και τελετές παραλαβής.

Οι πολίτες ζητούν ασφάλεια.

Ζητούν πλήρη λειτουργία των συστημάτων τηλεδιοίκησης και σηματοδότησης.

Ζητούν ουσιαστικό έλεγχο του δικτύου.

Ζητούν ένα κράτος που δεν θα επιτρέψει ξανά να χαθούν ανθρώπινες ζωές εξαιτίας διαχρονικών παραλείψεων.

Η αξιοπιστία δεν επιστρέφει επειδή αλλάζουν οι συρμοί. Επιστρέφει όταν αλλάζει ο τρόπος λειτουργίας του συστήματος. Όταν ο ελληνικός σιδηρόδρομος λειτουργεί με τα υψηλότερα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας. Όταν υπάρχει διαφάνεια. Όταν υπάρχει λογοδοσία. Όταν οι πολίτες γνωρίζουν ότι τα λάθη του παρελθόντος δεν θα επαναληφθούν.

Η κοινωνία δεν ζητά μόνο εκσυγχρονισμό. Ζητά εγγυήσεις.

Η μείωση των τροχαίων δυστυχημάτων είναι θετική εξέλιξη. Κάθε ανθρώπινη ζωή που σώζεται αποτελεί κέρδος για ολόκληρη την κοινωνία.

Η οδική ασφάλεια όμως δεν μπορεί να εξαντλείται σε συγκριτικές στατιστικές. Ούτε στην αντικατάσταση του «ροζ χαρτιού» από ένα smartphone.

Η τεχνολογία είναι εργαλείο. Δεν είναι πολιτική.

Οι ψηφιακές κλήσεις μπορούν να διευκολύνουν τον έλεγχο. Δεν διορθώνουν όμως την ποιότητα του οδικού δικτύου. Δεν δημιουργούν οδηγική παιδεία. Δεν εγγυώνται την εφαρμογή των κανόνων. Δεν εξασφαλίζουν αποτελεσματικούς ελέγχους σε ολόκληρη την επικράτεια.

Η πραγματική επιτυχία θα έρθει όταν η οδική ασφάλεια γίνει εθνική προτεραιότητα. Με σταθερές επενδύσεις στις υποδομές. Με σύγχρονη εκπαίδευση των νέων οδηγών. Με συνεχή έλεγχο. Με εφαρμογή του νόμου χωρίς εξαιρέσεις.

Η εκτόξευση του μικροδορυφόρου Hyperion GR-1 είναι επίσης θετική εξέλιξη. Η συμμετοχή της Ελλάδας σε προηγμένα διαστημικά προγράμματα έχει αξία. Το ίδιο και η συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων και επιστημονικού δυναμικού στην ανάπτυξη τεχνολογιών υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Δεν αρκεί όμως να πανηγυρίζουμε για ένα επιμέρους επίτευγμα.

Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική για την τεχνολογία, την έρευνα και τη βιομηχανική παραγωγή. Δεν μπορεί να προβάλλει έναν δορυφόρο ως απόδειξη τεχνολογικής προόδου και ταυτόχρονα να εισάγει το μεγαλύτερο μέρος της τεχνολογίας που χρησιμοποιεί. Δεν μπορεί να μιλά για υψηλή τεχνολογία ενώ η μεταποίηση παραμένει αδύναμη. Δεν μπορεί να επενδύει στην επιστημονική αριστεία και να βλέπει χιλιάδες νέους επιστήμονες να αναζητούν καλύτερες προοπτικές στο εξωτερικό.

Η τεχνολογία πρέπει να συνδεθεί με την παραγωγή.

Με την άμυνα.

Με την αγροτική οικονομία.

Με τις ελληνικές επιχειρήσεις.

Με την εξαγωγική δυνατότητα της χώρας.

Μόνο τότε θα δημιουργεί διαρκή εθνικό πλούτο. Όχι μόνο εντυπώσεις.

Οι ρυθμίσεις για τις αγροτικές εκτάσεις και την επίλυση εκκρεμοτήτων δεκαετιών κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Είναι πράγματι παράλογο το Δημόσιο να ταλαιπωρεί πολίτες διεκδικώντας περιουσίες που το ίδιο είχε παραχωρήσει.

Η παρέμβαση όμως φωτίζει και μια βαθύτερη παθογένεια.

Τη χρόνια γραφειοκρατία.

Την ανασφάλεια δικαίου.

Την αδυναμία του κράτους να λύνει εγκαίρως προβλήματα που δημιουργεί το ίδιο.

Δεν αρκεί να διορθώνονται, έπειτα από δεκαετίες, τα λάθη του παρελθόντος. Το ζητούμενο είναι να πάψει το κράτος να παράγει νέα.

Η αναμόρφωση του πλαισίου για τις πολυκατοικίες μπορεί να διευκολύνει την καθημερινότητα των πολιτών. Η πραγματική πρόκληση όμως βρίσκεται στη συνολική αναγέννηση του αστικού χώρου.

Στην ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων.

Στην προστασία της ιδιοκτησίας.

Στη δημιουργία σταθερού θεσμικού περιβάλλοντος.

Στην ενθάρρυνση επενδύσεων χωρίς διαρκείς αλλαγές κανόνων.

Οι επιμέρους ρυθμίσεις έχουν αξία. Δεν υποκαθιστούν την αστική πολιτική που λείπει.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει ακόμη ως μεγάλη επιτυχία τη βελτίωση των χρόνων απονομής της Δικαιοσύνης. Κάθε βήμα προς την επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών είναι θετικό. Η καθυστέρηση της Δικαιοσύνης υπήρξε μία από τις βαθύτερες πληγές της ελληνικής Πολιτείας.

Η αποτελεσματικότητα όμως δεν μετριέται μόνο με αριθμούς.

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη στηρίζεται στην αίσθηση ανεξαρτησίας. Στην ισονομία. Στην ίση μεταχείριση.

Οι αποφάσεις πρέπει να εκδίδονται γρηγορότερα. Πρέπει όμως και να αποφεύγεται κάθε υπόνοια πολιτικής παρέμβασης. Κάθε αίσθηση επιλεκτικής ευαισθησίας. Κάθε εντύπωση διαφορετικών μέτρων και σταθμών ανάλογα με την ισχύ ή τη θέση των εμπλεκομένων.

Η Δικαιοσύνη δεν είναι διοικητική υπηρεσία που αξιολογείται μόνο από τον χρόνο διεκπεραίωσης.

Είναι ο θεμέλιος λίθος της Δημοκρατίας.

Είναι το σημείο όπου ο πολίτης πρέπει να αισθάνεται ότι απέναντι στον νόμο η εξουσία, το χρήμα και η κοινωνική θέση παύουν να έχουν προνόμια.

Οι νέες χρηματοδοτήσεις για έργα ύδρευσης και αποχέτευσης παρουσιάζονται ως απόδειξη ότι η περιφέρεια βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής.

Κάθε τέτοιο έργο είναι χρήσιμο. Συχνά είναι και απολύτως αναγκαίο.

Η πραγματικότητα της περιφέρειας όμως δεν αλλάζει με μεμονωμένες χρηματοδοτήσεις και διαδοχικές εξαγγελίες.

Η εγκατάλειψη της υπαίθρου συνεχίζεται.

Η δημογραφική συρρίκνωση επιμένει.

Οι παραγωγικές επενδύσεις παραμένουν περιορισμένες.

Οι νέοι φεύγουν.

Η ελληνική περιφέρεια δεν χρειάζεται μόνο περισσότερα έργα υποδομής. Χρειάζεται εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Χρειάζεται μόνιμες θέσεις εργασίας. Χρειάζεται αξιοποίηση του πρωτογενούς τομέα. Χρειάζεται μεταποίηση. Χρειάζεται προοπτική που θα δίνει λόγο στους ανθρώπους να μείνουν.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο σαφές στη Δυτική Μακεδονία.

Η σημερινή ανάγκη ειδικής μέριμνας για τις περιοχές της απολιγνιτοποίησης αποτελεί στην πράξη παραδοχή ότι η βίαιη και πρόωρη εγκατάλειψη του λιγνίτη δημιούργησε σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.

Η μετάβαση σε καθαρότερη ενέργεια είναι αναγκαία.

Δεν μπορεί όμως να γίνεται χωρίς σχέδιο.

Χωρίς νέα παραγωγική βάση.

Χωρίς προστασία των τοπικών κοινωνιών.

Χωρίς να λαμβάνονται υπόψη η ενεργειακή ασφάλεια και το εθνικό συμφέρον.

Η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται μόνο για να ικανοποιεί ευρωπαϊκούς δείκτες ή κυβερνητικούς επικοινωνιακούς στόχους. Πρέπει να υπηρετεί τη χώρα.

Οι παρεμβάσεις στο Ναυάγιο της Ζακύνθου και οι πρωτοβουλίες για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι θετικές.

Η προστασία όμως του φυσικού και πολιτιστικού πλούτου δεν μπορεί να περιορίζεται σε μεμονωμένα έργα.

Η Ελλάδα διαθέτει έναν πλούτο που ελάχιστες χώρες έχουν. Μπορεί να αποτελέσει βάση βιώσιμης ανάπτυξης, αρκεί να ενταχθεί σε συνολικό εθνικό σχέδιο για τον τουρισμό, την περιφερειακή ανάπτυξη και την προστασία της πολιτιστικής ταυτότητας.

Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο έργο του Υπουργείου Πολιτισμού.

Δεν είναι μόνο τουριστικό προϊόν.

Είναι στοιχείο εθνικής ισχύος.

Είναι μνήμη.

Είναι ταυτότητα.

Είναι η σχέση μιας κοινωνίας με τον εαυτό της.

Στο τέλος της ανασκόπησης, ο Πρωθυπουργός επικαλείται εκθέσεις διεθνών οργανισμών για να παρουσιάσει μια εικόνα οικονομικής επιτυχίας.

Είναι αλήθεια ότι η χώρα έχει βελτιώσει βασικούς δημοσιονομικούς δείκτες. Είναι επίσης αλήθεια ότι έχει προσελκύσει περισσότερες ξένες επενδύσεις.

Η οικονομία όμως δεν αξιολογείται μόνο από διεθνείς εκθέσεις.

Η πραγματική οικονομία βρίσκεται στις τιμές των τροφίμων.

Στο κόστος της στέγης.

Στην τιμή της ενέργειας.

Στη φορολογική επιβάρυνση.

Στη δυσκολία μιας νέας οικογένειας να σχεδιάσει το μέλλον της.

Οι υψηλοί ρυθμοί επενδύσεων αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν αυξάνουν την παραγωγική βάση της χώρας.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλό εμπορικό έλλειμμα.

Εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγωγές.

Η βιομηχανική παραγωγή παραμένει περιορισμένη.

Δεν αρκεί να εισρέουν κεφάλαια.

Πρέπει να δημιουργούν ελληνική παραγωγή.

Ελληνική προστιθέμενη αξία.

Εξαγωγές.

Σταθερές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.

Διαφορετικά, η ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη. Εξαρτημένη από εξωτερικές συνθήκες. Ευάλωτη στην επόμενη κρίση.

Το ίδιο ισχύει για το Ταμείο Ανάκαμψης.

Πρόκειται για μια μοναδική ευρωπαϊκή ευκαιρία. Δεν πρέπει να χαθεί.

Οι πόροι αυτοί όμως δεν είναι κυβερνητικό επίτευγμα. Δεν είναι ανεξάντλητο ταμείο παροχών.

Είναι κοινοτικά και δανειακά κεφάλαια. Θα κληθεί να τα αποπληρώσει η ευρωπαϊκή οικονομία. Οφείλουν λοιπόν να αφήσουν πίσω τους κάτι μεγαλύτερο από έναν κατάλογο έργων.

Το ερώτημα δεν είναι πόσα χρήματα απορροφήθηκαν.

Το ερώτημα είναι τι θα υπάρχει όταν το πρόγραμμα τελειώσει.

Περισσότερη παραγωγή;

Ισχυρότερη βιομηχανία;

Ενεργειακή αυτάρκεια;

Ανταγωνιστική γεωργία;

Καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας;

Ή απλώς περισσότερα έργα χωρίς ουσιαστικό αναπτυξιακό αποτύπωμα;

Η Ελλάδα χρειάζεται σήμερα κάτι βαθύτερο από αποτελεσματική διαχείριση της καθημερινότητας.

Χρειάζεται εθνικό σχέδιο.

Μια πολιτική που θα συνδέει την οικονομική ανάπτυξη με την κοινωνική συνοχή.

Την αποτρεπτική ισχύ με ενεργητική εξωτερική πολιτική.

Την τεχνολογική πρόοδο με την παραγωγική ανασυγκρότηση.

Τις μεταρρυθμίσεις με την προστασία των θεσμών.

Η ιστορία έχει δείξει ότι τα έθνη δεν προχωρούν μόνο με καλούς διαχειριστές.

Προχωρούν όταν διαθέτουν ηγεσία με όραμα.

Με στρατηγική.

Με καθαρή αντίληψη των εθνικών

συμφερόντων.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα.

Να πάψει να αρκείται στη διαχείριση των εξελίξεων.

Να αρχίσει ξανά να τις διαμορφώνει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.