Η ακτινογραφία μιας θεσμικής κατάρρευσης

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Σκεφτείτε λίγο τη σκηνή… Σε ένα από τα μεγαλύτερα σχολικά συγκροτήματα της χώρας, στη Γκράβα, μυρίζει αέριο για μέρες. Σε οποιοδήποτε σοβαρό κράτος, ένας τέτοιος συναγερμός θα κινητοποιούσε αμέσως έναν συγκεκριμένο, καθαρό μηχανισμό. Κάποιος θα έπαιρνε την ευθύνη, θα πήγαινε εκεί, θα έδινε λύση και τα παιδιά θα γύριζαν ασφαλή στα θρανία τους. Στην Ελλάδα όμως του πολυσυζητημένου «επιτελικού κράτους», γίναμε για ακόμα μία φορά θεατές στο ίδιο έργο, όπου ένας ατελείωτος γαλαξίας από φορείς, υπουργεία και επιτροπές να πετούν την «καυτή πατάτα» ο ένας στον άλλον, αφήνοντας χιλιάδες μαθητές και εκπαιδευτικούς κολλημένους μπροστά από μια οθόνη με τηλεκπαίδευση.

Αυτό το χάος αναδεικνύει το τεράστιο μπέρδεμα των συναρμοδιοτήτων που παραλύει τα πάντα στη δημόσια διοίκηση. Στην κορυφή αυτού του λαβύρινθου βρίσκεται το Υπουργείο Παιδείας, το οποίο μέσω της Γενικής Γραμματείας Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και των τοπικών Διευθύνσεων, κάνει απλά τον παρατηρητή. Μας λέει ουσιαστικά «εμείς κάνουμε μάθημα, δεν ξέρουμε από κτίρια».

Από την άλλη, η ευθύνη των κτιρίων χάνεται κάπου στο Υπουργείο Υποδομών, τη Γενική Γραμματεία Υποδομών και την εταιρεία «Κτιριακές Υποδομές» (ΚΤΥΠ). Παράλληλα, το Υπουργείο Εσωτερικών και η Γενική Γραμματεία Αυτοδιοίκησης έχουν φορτώσει τη συντήρηση των σχολείων στους Δήμους, χωρίς όμως να τους δίνουν ούτε τα λεφτά, ούτε το απαραίτητο προσωπικό, ούτε τα εργαλεία για να κάνουν τη δουλειά τους.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, μπλέκονται ακόμα το Υπουργείο Πολιτικής Προστασίας, το Υπουργείο Περιβάλλοντος που εποπτεύει τις εταιρείες φυσικού αερίου, η Περιφέρεια Αττικής λόγω των έργων που εκτελεί εκεί, αλλά και ο Δήμος Αθηναίων που αναγκάζεται να κλείσει το σχολείο χωρίς όμως να έχει τους δικούς του ειδικούς για να αποφανθεί αν υπάρχει διαρροή. Προσθέστε σε όλα αυτά τις Σχολικές Επιτροπές, τα Σχολικά Συμβούλια, τους Συλλόγους Γονέων και το Τεχνικό Επιμελητήριο (ΤΕΕ) που σηκώνει τα χέρια ψηλά γιατί δεν έχει επίσημη εντολή, και έχετε την πλήρη εικόνα. Χάος!

Όταν εμπλέκονται τόσα υπουργεία, τόσες γραμματείς, τόσα συμβούλια και εταιρείες, το αποτέλεσμα είναι ένα. Δεν φταίει ποτέ κανένας. Ο ένας περιμένει το χαρτί του άλλου, η κεντρική εξουσία ρίχνει το φταίξιμο στους Δήμους, κι οι Δήμοι κολλάνε στη γραφειοκρατία.

Δυστυχώς, αυτό το πράγμα δεν έτυχε τώρα στη Γκράβα, το ζούμε συνέχεια. Είναι το ίδιο ακριβώς σύστημα που κατέρρευσε στα Τέμπη με το μπάχαλο ανάμεσα σε Μαξίμου, Υπουργείο Μεταφορών, ΟΣΕ, ΕΡΓΟΣΕ και ΡΑΣ. Είναι η ίδια παράλυση που βλέπουμε στις καταστροφικές πυρκαγιές ή και στις πλημμύρες, όπου Πυροσβεστική, Δασαρχεία, Υπουργεία και Περιφέρειες ψάχνουν ποιος έχει την αρμοδιότητα. Παντού το ίδιο μοτίβο, αφού παντού υπάρχει μηδέν πρόληψη, κανένας συντονισμός, καμία αλυσίδα διοίκησης.

Σε αντίθεση με αυτό το διοικητικό μπάχαλο, ένα πραγματικό επιτελικό κράτος λειτουργεί με εντελώς διαφορετικούς όρους. Πώς θα έπρεπε, λοιπόν, να λειτουργεί ένα πραγματικό επιτελικό κράτος; Πολύ απλά. Ορίζεις έναν και μοναδικό φορέα που έχει την απόλυτη ευθύνη για κάθε τομέα. Βάζεις ξεκάθαρα πρωτόκολλα που ενεργοποιούνται αμέσως, υποχρεώνεις τις υπηρεσίες να μιλάνε μεταξύ τους και, κυρίως, βάζεις κανόνες λογοδοσίας. Αν κάποιος καθυστερήσει ή τα κάνει θάλασσα, υπάρχουν συνέπειες. Σε ένα τέτοιο κράτος, η ασφάλεια των παιδιών δεν θα εξαρτιόταν από την αλληλογραφία που ανταλλάσσουν οι υπουργικοί διάδρομοι.

Στην πραγματικότητα όμως, το «επιτελικό κράτος» κατάντησε ένα ωραίο σύνθημα χωρίς κανένα αντίκρισμα. Και είναι να απορεί κανείς, γιατί πώς γίνεται να μιλάμε για ευέλικτο και επιτελικό κράτος, όταν έχουμε το πιο πολυπληθές κυβερνητικό σχήμα της Μεταπολίτευσης; Με 62 υπουργούς, αναπληρωτές και υφυπουργούς, και περισσότερους από 90 γενικούς και ειδικούς γραμματείς, το μόνο που καταφέραμε είναι να φτιάξουμε μια τεράστια, βαριά και πανάκριβη μηχανή. Έναν στρατό από στελέχη που αντί να λύνει προβλήματα, παράγει γραφειοκρατία και κρύβει τις ευθύνες.

Το πιο εξοργιστικό όμως είναι η νοοτροπία που επικρατεί. Αντί οι υπουργοί να λειτουργούν ως αποφασιστικοί «problem solvers», δηλαδή άνθρωποι που επικεντρώνονται στο αποτέλεσμα και στη λύση των προβλημάτων, βλέπουμε να μετατρέπονται σε απλούς σχολιαστές της καθημερινότητας. Βγαίνουν στα κανάλια, περιγράφουν το πρόβλημα, διαπιστώνουν τις δυσλειτουργίες και κουνούν το δάχτυλο, λες και είναι δημοσιογράφοι ή αναλυτές και όχι αυτοί που κρατούν το τιμόνι της χώρας. Και αυτό το φαινόμενο δεν συμβαίνει στις πρώτες εκατό μέρες μιας νέας κυβέρνησης, αλλά σήμερα, μετά από επτά ολόκληρα χρόνια διακυβέρνησης, όπου καμία δικαιολογία περί «παραλαβής καμένης γης» δεν μπορεί πια να σταθεί.

Αυτό το διοικητικό ναυάγιο το βλέπουμε ξεκάθαρα στο Υπουργείο Παιδείας. Παρά τον στρατό από υπουργούς και γραμματείς που διαθέτει, αδυνατεί να εγγυηθεί το πιο βασικό, ότι τα παιδιά μας είναι ασφαλή μέσα στο σχολείο τους. Αντί να κάνει μια πραγματική τομή, να αναλάβει την ευθύνη και να δώσει λύση, το Υπουργείο Παιδείας διαλέγει τον ρόλο του παρατηρητή και σχολιαστή. Πετάει την καραμέλα της τηλεκπαίδευσης και κρύβει τα πάντα κάτω από το χαλί, είτε πρόκειται για οσμές αερίου, είτε για σοβάδες που πέφτουν, είτε για πλημμυρισμένους δρόμους.

Όσο η κυβέρνηση επιμένει να παράγει σχολιαστές αντί για λύσεις και να επενδύει σε επικοινωνιακούς τίτλους και σε στρατούς μετακλητών και πολιτικών στελεχών αντί να θεσπίσει έναν και μοναδικό φορέα ουσιαστικής ευθύνης για τη σχολική στέγη με αυστηρά χρονοδιαγράμματα και ποινές, η αποτυχία του Υπουργείου Παιδείας θα παραμένει ολοκληρωτική, καταδικάζοντας μαθητές και εκπαιδευτικούς να πληρώνουν το μάρμαρο της κρατικής ανικανότητας, εγκλωβισμένοι πίσω από την ψυχρή οθόνη ενός υπολογιστή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.