“Φορσέ” λάθη πανικού

ΟΧΙ τυχαία, Α. Τσίπρας, Π. Πολάκης, Κ. Βαξεβάνης, Β. Θάνου κι ένα μέρος (όχι το όλον…) του στελεχικού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με το μιντιακό παρακολούθημά του, έγιναν μια γροθιά. Ετοιμη να χτυπήσει στο πρόσωπο τη Δικαιοσύνη και να ρίξει «μπουνιά» στην κοινή λογική. Γιατί; Γιατί η Δικαιοσύνη, στο ανώτατο επίπεδό της, έκρινε ότι ένας δημοσιογράφος πρέπει να κληθεί σε απολογία ως κατηγορούμενος για βαριά ποινικά αδικήματα.

Γράφει ο Μπάμπης Παπαπαναγιώτου

ΕΝΑ καθόλου πολιτικό ζήτημα, επιχειρείται με «νύχια και με δόντια» να γίνει πολιτικό. Η κλήση ενός πολίτη σε απολογία από αρεοπαγίτη εισαγγελέα είναι μια αυτόνομη και αυτοτελής πράξη της Δικαιοσύνης. Οσο κι αν δεν είναι καθόλου ευχάριστο ένας δημοσιογράφος να βρίσκεται στη θέση του καλούμενου. Ομως, δεν τον κάλεσε ούτε ο πρωθυπουργός ούτε ο υπουργός ούτε η κομματική οργάνωση κάποιου κόμματος ή κάποιο λαοδικείο. Η ειδική ανακρίτρια του Α.Π. απηύθυνε την κλήση. Και μάλιστα κάνοντας ποινική αξιολόγηση των όσων περιλαμβάνει το πόρισμα της Προανακριτικής Επιτροπής της Βουλής. Το πόρισμα δεν περιλαμβάνει απολύτως καμία ποινική αξιολόγηση των ενεργειών και των συμπεριφορών των μη πολιτικών προσώπων. Αλλωστε η Προανακριτική Επιτροπή έχει αρμοδιότητα ΜΟΝΟ για πολιτικά πρόσωπα. Γι’ αυτό παρέπεμψε μόνο τον Δ. Παπαγγελόπουλο. Ο Αρειος Πάγος αξιολόγησε ποινικά τις περιγραφόμενες και μη αξιολογημένες -από τη Βουλή- συμπεριφορές προσώπων. Αυτή η ωμή αλήθεια χαλάει το πάρτι «της ηρωοποίησης» ενός δημοσιογράφου και αποσυνθέτει όλα τα κωμικοτραγικά που ελέχθησαν περί «στρατοδικείων», «ξερονησιών», «διωγμό της ερευνητικής δημοσιογραφίας» και «λογοκρισίας».

ΑΥΤΗ η γροθιά που σχηματίστηκε κρύβει «μέσα» της ένα μικρό μυστικό: Ολοι όσοι τη σχημάτισαν ξέρουν τι έχει συμβεί. Και πανικοβλήθηκαν, γι’ αυτό και οι αντιδράσεις τους ξεπέρασαν τα όρια. Ισως και να φοβήθηκαν. Γιατί πιθανώς νιώθουν πλέον ότι η Δικαιοσύνη, αντί να βάλει την υπόθεση στο συρτάρι, την ελέγχει. Δεν είναι τυχαίο ότι μια κλήση σε απολογία λειτούργησε «ξαφνικά» σαν «σήμα» για έναν έτοιμο από καιρό συναγερμό. Ο Κ. Βαξεβάνης μπήκε μπροστά ως άμεσα θιγόμενος. Λογικό σε έναν σημαντικό βαθμό. Το μέτρο χάθηκε όταν  αυτοπροτάθηκε ως «σύμβολο» μιας «πολιτικής δίωξης». Και υιοθετήθηκε επισήμως. Ακολούθησε ο καθ’ ύλην αρμόδιος Π. Πολάκης με απροσχημάτιστη επίθεση κατά των θεσμών, της Δικαιοσύνης και της ίδιας της Δημοκρατίας. Και μετά ήρθε ο ίδιος ο Α. Τσίπρας να βάλει την υπογραφή του κάτω από ένα άρθρο με το οποίο ταυτίζεται απολύτως με τον Κ. Βαξεβάνη και ισχυρίζεται ότι η δίωξη του Κ. Βαξεβάνη είναι η «αρχή του τέλους για το καθεστώς Μητσοτάκη»!

ΓΙΑ να παιχτεί όλο αυτό το μελόδραμα χρειάστηκε μια απλή κίνηση: Να καλλιεργηθεί σκόπιμη σύγχυση μεταξύ του «σκανδάλου Novartis» και της «σκευωρίας Novartis». Το υπαρκτό «σκάνδαλο Novartis» -υπάρχουν πάνω από 3.500 ονόματα γιατρών οι οποίοι συνταγογραφούσαν αβέρτα Novartis γεμίζοντας τις τσέπες τους και τα ταμεία της εταιρίας- με απόλυτη ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ έμεινε ΑΝΕΓΓΙΧΤΟ. Ανέπαφο, άθικτο, αδιερεύνητο. Γιατί το μέλημα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. δεν ήταν να διερευνηθεί το σκάνδαλο Novartis, αλλά να πολιτικοποιηθεί. Κι ενδεχομένως κάποιοι «να πάνε στη φυλακή», κατά το γνωστό δόγμα του «αρμολογητή» των θεσμών της εξουσίας. Εξ ου και οι 10 κάλπες και τα 10 ονόματα πολιτικών προσώπων που κρεμάστηκαν επιδεικτικά και χαιρέκακα στα μανταλάκια. Μεταξύ αυτών των ονομάτων ήταν τα ονόματα δύο πρώην πρωθυπουργών, του κεντρικού τραπεζίτη της χώρας, του πρώην αντιπροέδρου της κυβέρνησης και κάμποσων υπουργών. Οι 7 έχουν αποδειχθεί ήδη αθώοι και έχουν απαλλαγεί. Ο ένας οικειοθελώς προσέφυγε στη Δικαιοσύνη. Και εκκρεμούν οι υποθέσεις για άλλα δύο πρόσωπα. Ποιο σκάνδαλο Novartis ερευνήθηκε; Κανένα. Ποιος έψαξε, πόσοι και ποιοι γιατροί πήραν, πόσα χρήματα, επιβαρύνοντας το δημόσιο ταμείο; Κανένας. Αλλά τώρα ξαφνικά μπερδεύεται το υπαρκτό, αλλά αδιερεύνητο σκάνδαλο της Novartis, με τη σκευωρία που στήθηκε προκειμένου το σκάνδαλο να αποτελέσει το όχημα της φυλάκισης πολιτικών προσώπων.

Η ΠΡΟΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗ επιτροπή της Βουλής που παρέπεμψε τον Δ. Παπαγγελόπουλο ΔΕΝ διερεύνησε το «σκάνδαλο Novartis». Δεν διερεύνησε δηλαδή πώς φαγώθηκαν τα εκατομμύρια από τα δημόσια ταμεία, ούτε γιατί η Ελλάδα, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, δεν πήγε ούτε σεντς τσακιστό από τη Novartis. Διερεύνησε τη «σκευωρία Novartis». Και όπως φαίνεται από τις ενέργειες της ειδικής ανακρίτριας του Αρείου Πάγου, βρήκε στοιχεία, τα οποία τα αξιολογεί και ποινικά. Ολα τα άλλα κινούνται μεταξύ του φαιδρού και του μελοδράματος. Αφού καταλήγουν σε δήθεν αφελή ερωτήματα -προς σανοφάγους-του τύπου «δηλαδή, ένας δημοσιογράφος θα πληρώσει το σκάνδαλο της Novartis;».

ΕΛΕΙΠΕ όμως και κάτι ακόμα, γιατί το πρόχειρο αφήγημα της «πολιτικής δίωξης» έμπαζε και συνεχίζει να μπάζει από παντού. Χρειαζόταν ένα «μπάλωμα» της «τρύπας». Το ανέλαβε -με έναν μάλλον αμήχανο τρόπο- ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Ν. Ηλιόπουλος. Ο οποίος, βλέποντας το τεράστιο κενό που υπάρχει, προκειμένου να σταθεί η «παρέμβαση της κυβέρνησης», προχώρησε σε ένα λογικό και νομικό άλμα λέγοντας στον ρ/σ ALPΗA 989: «Υπάρχει κυβερνητική παρέμβαση (…). Από τη στιγμή που η κυβέρνηση έβαλε στο πόρισμα της επιτροπής δύο μη πολιτικά πρόσωπα με φορσέ κίνηση οδήγησε σε αυτή τη δίωξη. Η κυβέρνηση ανάγκασε, από τη στιγμή που είχε στο πόρισμα αυτά τα δύο πρόσωπα. Αν κάποιος δικαστικός δεν τα καλούσε, αφού η κυβέρνηση τα είχε βάλει στο πόρισμα με δόλιο τρόπο, ΘΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕ πειθαρχικές ΔΙΩΞΕΙΣ»! Ομως, για να «στηρίζεται» ο ισχυρισμός περί «δόλιου τρόπου» πρέπει να υπάρχουν και οι… «δολοπλόκοι». Αυτούς είχε αναλάβει να τους κατονομάσει ο δημοσιογράφος από πριν, γράφοντας-«εξηγώντας» γιατί δεν κλήθηκε να καταθέσει στην Προανακριτική: «Παρά την πρόθεσή μου, έκλεισαν τις εργασίες της επιτροπής γρήγορα. Οργανώθηκε και ακολουθήθηκε το σχέδιο που χάραξαν ο Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Γιώργος Μυλωνάκης στο Μαξίμου. Το σχέδιο προέβλεπε να με αποτρέψουν να καταθέσω γιατί ήταν επικίνδυνο. Θα εμφανιζόμουν με στοιχεία και έγγραφα και θα κατέρριπτα τους ισχυρισμούς»! Αλλωστε τον Γ. Μυλωνάκη τον είχε στοχοποιήσει προσωπικά και ο Αλέξης Τσίπρας μέσα στη Βουλή.

ΑΠΟ τις δύο παρεμβάσεις, οι οποίες είναι συντονισμένες ως προς τη στόχευσή τους να κατασκευάσουν «έρεισμα» που να δικαιολογεί την «κυβερνητική παρέμβαση», τι να πρωτοθαυμάσει κανείς; Τη δίκη προθέσεων που κάνει ο κ. Ηλιόπουλος ή την ανατριχιαστική απαξίωση ανώτατων δικαστικών λειτουργών, τους οποίους ουσιαστικά τους εμφανίζει να τρέμουν την κυβέρνηση, αν δεν καλούσε τα δύο μη πολιτικά πρόσωπα; Το ενδεχόμενο η ειδική ανακρίτρια του Α.Π. να αξιολόγησε ποινικά τις δύο περιπτώσεις ούτε καν πέρασε από το μυαλό του. Ή κι αν πέρασε, ξέχασε να το πει. Οσο για την «τεκμηρίωση» του σεναρίου για τους «δολοπλόκους», πολλά θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς, καθώς είναι έωλο. Αλλά -όσο και αν είναι αντιληπτή και σεβαστή η διαφορά μεταξύ της κλήσης από την Προανακριτική Επιτροπή ως μάρτυρα και της κλήσης από την ειδική ανακρίτρια ως κατηγορούμενου- το βασικό επιχείρημα του δημοσιογράφου παραμένει άθικτο: Τα στοιχεία και τα έγγραφα, με τα οποία όπως υποστηρίζει «θα κατέρριπτα τους ισχυρισμούς», μπορεί κάλλιστα να τα παρουσιάσει μεθαύριο στην ανακρίτρια, να αξιολογηθούν και να λάμψει η αλήθεια.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ την κλήση, ήρθε στο προσκήνιο το «παραδικαστικό», το οποίο ήταν και το αντικείμενο της Προανακριτικής. Μαζί του ήρθε και η πανικόβλητη αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ. Δικαιώνοντας για μια ακόμα φορά τη ρήση της Ε. Αχτσιόγλου, ότι «η κανονικότητα δεν είναι ευνοϊκή για την Αριστερά». Οπως τότε έγιναν «μη κανονικά» πράγματα, έτσι και τώρα επιχειρείται να μην επικρατήσει η κανονικότητα. Η οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπει μια ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, η οποία «τυφλά» απονέμει το Δίκαιο.

Ελεύθερος Τύπος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.