Φαύλος κύκλος τραπεζών, επιχειρήσεων και servicers

Γράφει ο Γρηγόρης Νικολόπουλος

Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας από εδώ και πέρα εξαρτάται από τη δυνατότητα των τραπεζών να τη χρηματοδοτήσουν. Και η δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις εξαρτάται από την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Το φαινομενικά παράδοξο αυτό συμπέρασμα προκύπτει από τις απαντήσεις των κορυφαίων τραπεζικών στελεχών στα ανάλογα ερωτήματα, οι οποίες παρόλα αυτά εξηγούν τελικά το τι πράγματι συμβαίνει.

Πρόκειται περί ενός φαύλου κύκλου αδυναμίας τραπεζών και επιχειρήσεων που οφείλεται στην μακροχρόνια κρίση της ελληνικής οικονομίας. Αλλά εξηγείται και ελπίζουμε να διορθωθεί:

Για να βγάλουν κέρδη οι τράπεζες πρέπει να δίνουν δάνεια. Τα δάνεια προσφέρουν τόκους στις τράπεζες ενώ αντίθετα οι καταθέσεις είναι κόστος για τις τράπεζες. Όμως οι τράπεζες έχουν μεγάλη δυσκολία να δώσουν δάνεια στις ελληνικές επιχειρήσεις, κυρίως στις μικρές και μεσαίες διότι, σύμφωνα με τα τραπεζικά στελέχη, οι περισσότερες από αυτές τις επιχειρήσεις δεν πληρούν τα κριτήρια που απαιτούνται για να χρηματοδοτηθούν. Οι ισολογισμοί τους είναι ζημιογόνοι, όταν υπάρχουν κέρδη είναι περιορισμένα, πολλοί επιχειρηματίες βρίσκονται στον Τειρεσία μετά από την υπερδεκαετή οικονομική κρίση της χώρας. Συνεπώς οι επιχειρήσεις στερούνται χρηματοδότησης για να αναπτυχθούν και οι τράπεζες δεν μπορούν να τους δώσουν δάνεια για να βγάλουν κέρδη.

Πώς λοιπόν θα επιτευχθεί η ταχεία ανάπτυξη σε μια οικονομία που στερείται χρηματοδότησης;

Η απάντηση των τραπεζών είναι ότι θα δώσουν καταρχήν δάνεια μέσω της λιανικής τραπεζικής, χρησιμοποιώντας μάλιστα τις νέες τεχνολογίες που προσφέρουν το online και το mobile banking. Θα δίνουν δηλαδή πολύ μικρά καταναλωτικά δάνεια, ουσιαστικά με αυτόματη ηλεκτρονική έγκριση χωρίς περίπλοκες διαδικασίες, μόλις κάποιος καταναλωτής κάνει το αίτημα δανειοδότησης από το κινητό του. Η χορήγηση αυτών των καταναλωτικών δανείων θα προσφέρει στις τράπεζες κέρδη από το 2022 μαζί με ορισμένες άλλες κατηγορίες δανείων όπως τα στεγαστικά για τα οποία υπάρχει ήδη ζήτηση και τα δάνεια σε πολύ μεγάλες επιχειρήσεις που πληρούν τα κριτήρια χρηματοδότησης.

Για να πετύχουν την απόδοση 10% επί του κεφαλαίου τους που ζητούν οι νέοι, ξένοι και πολύ απαιτητικοί μέτοχοι των τραπεζών, οι τράπεζες θα περιορίσουν το κόστος λειτουργίας τους και τις μη παραγωγικές δαπάνες τους και θα αυξήσουν τις προμήθειες που χρεώνουν στους πελάτες τους, ιδιώτες και επιχειρήσεις. Μέσω αυτών των καναλιών οι τράπεζες ελπίζουν να πετύχουν τους στόχους κερδοφορίας.

Σταδιακά, ο ρυθμός απεμπλοκής της ελληνικής οικονομίας από τη μακροχρόνια ύφεση που ήδη έχει ξεκινήσει από φέτος και ο ρυθμός ανάπτυξης της που είναι εντυπωσιακός σήμερα, αναμένεται να επιταχυνθούν από την αύξηση της κατανάλωσης και σε αυτό θα συμβάλουν και τα λιανικά τραπεζικά δάνεια. Έτσι, εκτιμούν οι τράπεζες, θα καταφέρουν οι μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις να βελτιώσουν τους ισολογισμούς τους και σταδιακά θα αρχίσουν να αυξάνονται οι επιχειρήσεις που πληρούν τα κριτήρια τραπεζικής χρηματοδότησης. Και εφόσον αυτό συμβεί οι τράπεζες θα αρχίσουν να χορηγούν δάνεια σε επιχειρήσεις για να πραγματοποιήσουν επενδύσεις. Αυτό θα ξεκινήσει σταδιακά μέσα στο 2022 και θα επιταχυνθεί τα επόμενα χρόνια.

Με λίγα λόγια το σενάριο που περιγράφουν οι τραπεζίτες είναι ότι η πρώτη ώθηση θα δοθεί στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις από την κατανάλωση ώστε βελτιώνοντας τους ισολογισμούς τους να γίνουν επιλέξιμες για χρηματοδότηση και έτσι να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν επενδύσεις που θα συμβάλουν στην ανάπτυξη της οικονομίας.

Μέσω αυτής της διαδικασίας οι τράπεζες θα καταφέρουν να αυξήσουν την κερδοφορία τους ώστε να αυξηθεί και η αξία τους στο Χρηματιστήριο αλλά και μελλοντικά να προσφέρουν ικανοποιητικές μερισματικές αποδόσεις.

Όλα αυτά βεβαίως μένει να αποδειχθούν. Αλλά και στην περίπτωση που τα πράγματα βαίνουν καλώς και το αισιόδοξο αυτό σενάριο επαληθεύεται, θα πρέπει να αντιμετωπισθούν δυο τρία άλλα “προβληματάκια” που ήδη έχουν εντοπισθεί από την τράπεζα της Ελλάδος. Ότι τα μαζικά καταναλωτικά δάνεια θα επιταχύνουν αφενός τον πληθωρισμό που “τσιμπάει” παγκοσμίως και αφετέρου τις εκροές συναλλάγματος αφού δυστυχώς η Ελλάδα εισάγει πάρα πολλά καταναλωτικά προιόντα.

Το δεύτερο είναι ότι ναι μεν οι τράπεζες καθάρισαν από τα κόκκινα δάνεια που τα πούλησαν στα ξένα funds και κυνηγάνε τώρα να τα εισπράξουν οι servicers, αλλά η αγορά δεν ξεμπέρδεψε από αυτά. Το σύνολο των κόκκινων δανείων παραμένει σαν βαρίδι στις επιχειρήσεις και στους πολίτες οι οποίοι είναι αντιμέτωποι με τις εισπρακτικές εταιρίες. Και οι εισπρακτικές εταιρίες και οι servicers – προς το παρόν – ελέγχονται πλημμελώς από την τράπεζα της Ελλάδος η οποία τώρα πλέον έχει αντιληφθεί το πρόβλημα και αυξάνει την εποπτεία της σε αυτή την ιδιότυπη αγορά.

Μέχρι λοιπόν να πάρουν μπρος οι χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων και οι επενδύσεις και έως ότου απαλλαγεί η αγορά από τα κόκκινα δάνεια και τους servicers, η ελληνική οικονομία δεν θα ζήσει ανέφελες ημέρες.

Reporter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.