Δύο αιώνες απαγόρευσης για «το καπνίζειν»…

Γράφει ο Ιωάννης Μιχαλακόπουλος 

Τώρα τελευταία, ακούμε συχνά από επισημότατα χείλη δεσμεύσεις περί εφαρμογής του αντικαπνιστικού νόμου.

Όπως είναι αναμενόμενο, τέτοιου τύπου ειδήσεις λαμβάνουν διαστάσεις viral σε ιστοσελίδες και blogs προκαλώντας τσουνάμι από σχόλια (κακεντρεχή αλλά και καλόπιστα) στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Λοιπόν; Πεδίον δόξης λαμπρόν για τους ανένταχτους χωρατατζήδες της ψηφιακής στρατόσφαιρας; Αυτό ήταν όλο; Γιατί αν είναι έτσι, το έχουμε ξαναδεί το έργο…

Δυστυχώς, ο γράφων διάγοντας την 5η δεκαετία της ζωής του, «ήτανε νιός και γέρασε» ακούγοντας πύρινα ανακοινωθέντα για το ακανθώδες θέμα της αυτονόητης τήρησης του «απαγορεύεται το καπνίζειν». Πλην όμως, όλα αυτά τα χρόνια ανδρωθήκαμε κοινωνικά «μες σε καπνούς (και σε βρισιές)»∙ όπου κι αν βρεθήκαμε: σε κλειστούς «κοχλάζοντες» αθλητικούς χώρους, σε δημόσια νοσοκομεία, σε υπεραστικούς και προαστιακούς σιδηροδρόμους, σε πολιτικές εκδηλώσεις – συγκεντρώσεις και συνελεύσεις, σε χώρους εστίασης και εργασίας η νικοτίνη ήταν πάντοτε παρούσα, ενοχλητική και επιβλαβής! Εμείς οι 45άρηδες, ακόμα θυμόμαστε τον μέσο καθηγητή ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας να παραδίδει και να εξετάζει (!) μαθήματα, σαν άλλος «νεφεληγερέτης Ζεύς» πλέοντας σε πυκνά σύννεφα που προέρχονταν από τα αναμμένα τσιγάρα των φοιτητών.

Η σχετική ιστορία βέβαια πάει πίσω στον 19ο αιώνα αφού ο πρώτος αντικαπνιστικός νόμος ψηφίστηκε επί Όθωνος, δια χειρός βασιλίσσης Αμαλίας, το 1856. Μάλιστα, απολαυστική (αλλά και χαρακτηριστική των διαστάσεων του προβλήματος) είναι μια περιγραφή του λογοτέχνη – ιστορικού Δημήτρη Φωτιάδη από την Εθνοσυνέλευση του 1832 στο προάστιο της Πρόνοιας, κάτω από το Παλαμήδι τ’ Αναπλιού (βλ. «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά», 1961)… Μήνα Ιούλιο, εκεί είχαν συναχθεί οι 224 πληρεξούσιοι (εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του λαού) ενώ για βουλευτήριο είχανε στήσει ένα παράπηγμα [διαστάσεων 10m X 20m] «οξείαν έχον την στέγην», από «αροκάνιστες πεύκινες σανίδες με χωματένιο πάτωμα και με τρεις σειρές σκαμνιά». Αντίκρυ στην είσοδο ήτανε η έδρα του προέδρου και δίπλα στο προεδρείο είχανε κατασκευαστεί δύο εξέδρες για το διπλωματικό σώμα και τους «διακεκριμένους ξένους». Οι πληρεξούσιοι μπαίνοντας ήταν υποχρεωμένοι να αφήνουν στην είσοδο, όχι μόνο τα άρματά τους, αλλά και τα τσιμπούκια τους αφού απαγορευόταν το κάπνισμα εντός της παράγκας, λόγω της υψηλής αναφλεξιμότητας των δομικών υλικών του βουλευτηρίου… Μολαταύτα, οι ευρηματικοί και θεριακλήδες πρόγονοί μας βρήκαν λύση και σε αυτό! Οι «τσιμπουκτσήδες» [συνεργάτες] των «πατέρων του λαού» ακροβολίστηκαν εκτός της «μπαράγκας» και «εισήγον δια των χασμάδων των κακώς προσαρμοσμένων σανίδων τα στόμια των ανημμένων μακρών καπνοσυρίγγων… οι δε πληρεξούσιοι ερρόφων ούτως εξ αυτών και πολλάκις ούτω κυαναί καπνού έλικες ανέθρωσκον που και που εν μέσω του Συνεδρίου»…

Αυτά μας διδάσκει η Ιστορία («Η Ναυπλία», Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, Αθήνα, 1898), δίνοντας μια ελαφρώς απαισιόδοξη νότα σχετικά με την προοπτική αντιμετώπισης του συγκεκριμένου χρόνιου εθνικού κουσουριού! Βέβαια, ευχή όλων μας είναι τούτη τη φορά οι προσπάθειες των αρμοδίων Αρχών, να έχουν αίσιον πέρας για τη Δημόσια Υγεία! Έτσι, θα μπορέσουν και οι μη καπνίζοντες να αποτινάξουν (επιτέλους!) τα δεσμά του παθητικού καπνιστή που -τόσο άδικα- κουβαλάνε εδώ και περίπου διακόσια χρόνια…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.