Από τη μαγκιά της κερδοσκοπίας στη δικαίωση της ευθύνης

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Θυμάμαι τις μέρες της μεγάλης φούσκας του Χρηματιστηρίου στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Ήταν τότε που, υπό την ψευδαίσθηση της «ισχυρής Ελλάδας», μια ολόκληρη κοινωνία γοητεύτηκε από το εύκολο κέρδος. Όχι από την παραγωγή, όχι από την εργασία, όχι από τη δημιουργία, αλλά από το «χτύπα και φύγε» της κερδοσκοπίας. Από τη λογική του «όποιος προλάβει, σώθηκε». Εκεί γεννήθηκε μια νοοτροπία που θεώρησε τη μαγκιά ανώτερη από την αρετή, το κόλπο πιο έξυπνο από τον κόπο.

Ήταν η εποχή που η Ελλάδα άρχισε να απομακρύνεται από την ηθική της Μεταπολίτευσης, που, παρά τα λάθη της, είχε έναν ιδεαλισμό βασιζόμενο στην πίστη πως με γνώση, κόπο και θυσία χτίζεται ένα καλύτερο αύριο. Στα χρόνια εκείνα, όμως, η «ισχυρή Ελλάδα» χτίστηκε πάνω στην άμμο της ευημερίας χωρίς θεμέλια. Και όταν ήρθε η κρίση, όλα κατέρρευσαν μαζί, τράπεζες, συνειδήσεις, αξίες.

Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, το ίδιο φαινόμενο επιστρέφει με άλλη μορφή. Και ευτυχώς, αυτή τη φορά, βρίσκει αντίσταση. Η διακυβέρνηση Μητσοτάκη, παρά την επικοινωνιακή της λάμψη, γέννησε ένα νέο είδος παρασιτισμού. Το παρασιτικό επιτελικό κράτος. Μια κάστα «ημετέρων» που ζει με επιδοτήσεις, απευθείας αναθέσεις, καρτέλ και παραμάγαζα. Μια νέα εκδοχή κερδοσκοπίας, όχι στο χρηματιστήριο, αλλά μέσα στην ίδια την κρατική λειτουργία. Εκεί όπου άλλοτε κυριαρχούσε η «μαγκιά του χρηματιστή», σήμερα βασιλεύει η «μαγκιά του επιτελικού».

Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Είναι το σύμπτωμα μιας ολόκληρης νοοτροπίας, της ατιμωρησίας των ημετέρων, της σύγχυσης του δημοσίου με το ιδιωτικό, της αλαζονείας μιας εξουσίας που πιστεύει πως δεν λογοδοτεί σε κανέναν.

Όμως κάτι αλλάζει. Ο κόσμος αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η «μαγκιά» αυτή δεν είναι εξυπνάδα, αλλά ντροπή. Ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει με «αρπαχτές», αλλά με αρχές. Ότι η αληθινή πρόοδος δεν είναι η επίπλαστη λάμψη των μετοχών ή των επιδοτήσεων, αλλά η αναγέννηση της πίστης σε αξίες, όπως η δικαιοσύνη, η αξιοκρατία, η αξιοπρέπεια.

Και εδώ βρίσκει τη θέση του ο στοχασμός του Νικολάι Γκόγκολ στις Νεκρές Ψυχές: «Για ν’ αναστηθεί κάτι, πρέπει πρώτα να πεθάνει. Η καυχησιά εξευτελίζει και την ωραιότερη πράξη του κόσμου. Και να που, χωρίς να έχουμε κάνει ακόμα τίποτα, καυχιόμαστε για τα μελλοντικά μας κατορθώματα! … Υπάρχουν εποχές όπου δεν μπορεί κανείς να κατευθύνει προς το καλό την κοινωνία, παρά μόνο αποκαλύπτοντας της όλη της την ποταπότητα· υπάρχουν εποχές όπου δεν μπορεί κανείς να μιλήσει καλύτερα για το ωραίο και το καλό, παρά δείχνοντάς της τον δρόμο για να τα φτάσει».

Ίσως λοιπόν να ζούμε μια τέτοια εποχή. Μια εποχή όπου η Ελλάδα, για να ξαναγεννηθεί, πρέπει πρώτα να δει κατάματα την παρακμή της. Να αναγνωρίσει τη φθορά της, για να ξαναβρεί τη δύναμή της. Γιατί, όπως γράφει ο ίδιος, «όταν το πνεύμα είναι δυνατό, θα ξαναγίνει και το σώμα».

Η κρίση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως και τόσες άλλες κρίσεις των τελευταίων ετών, είναι ίσως το σημείο καμπής όπου η κοινωνία αρχίζει να συνειδητοποιεί ξανά πως η Ελλάδα δεν σώζεται με τεχνάσματα αλλά με αρχές. Όχι με επικοινωνία, αλλά με υπευθυνότητα. Η πολιτική οφείλει να ξαναγίνει υπόθεση ήθους, όχι τεχνοκρατικού ψυχισμού ή επικοινωνιακού χειρισμού.

Η νέα εποχή δεν θα έρθει με άλλους «επιτελικούς μάνατζερ», αλλά με ανασύνταξη αξιών. Με την αναγνώριση ότι η δημόσια ζωή χρειάζεται ξανά πατριωτισμό, μέτρο και καθαρό βλέμμα. Χρειάζεται εκείνη την παλιά ελληνική ευθύνη που έκανε τον πολίτη να νιώθει όχι πελάτης, αλλά θεματοφύλακας του κοινού καλού. Η αληθινή μεταρρύθμιση αρχίζει πρώτα από το ήθος

Και ίσως, μέσα από αυτή τη φθορά, να γεννιέται ξανά η ευκαιρία. Η Ελλάδα έχει βρεθεί πολλές φορές στα όρια και κάθε φορά, όσοι την πίστεψαν βαθιά, την ξανασήκωσαν. Έτσι και τώρα. Πίσω από τη σιωπηλή οργή και την απογοήτευση, διαμορφώνεται μια νέα απαίτηση, να σταματήσουμε να συμβιβαζόμαστε με το λίγο, το πονηρό, το δήθεν.

Η κρίση μπορεί να γίνει η απαρχή της αναγέννησης. Η φθορά μπορεί να γίνει το λίπασμα της ανασυγκρότησης. Αν ξαναβρούμε το ήθος που μας έθρεψε, την πίστη που μας κράτησε και τη φιλοπατρία που μας ενώνει, η Ελλάδα θα ξανασταθεί όρθια. Όχι με τεχνάσματα και προσωπεία, αλλά με ψυχή, αλήθεια και αξιοπρέπεια.

Γιατί η Πατρίδα μας δεν έχει ανάγκη από «έξυπνους» που βολεύονται, αλλά από Έλληνες που πιστεύουν. Και όταν η πίστη ξαναγίνει δύναμη, τότε η Ελλάδα θα ξαναγίνει ισχυρή, δίκαιη και ελεύθερη. Όπως της αξίζει. Όπως την ονειρεύτηκαν εκείνοι που την έχτισαν με ευθύνη, όχι με μαγκιά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.