Αυτό το κάτι που κάνει τον ηγετίσκο ηγέτη σε χώρα ευημερούσα

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

Η κρίση στην παγκόσμια Οικονομία κοντεύει να γίνει έκρηξη, με πρώτα θύματα τις χώρες της Ευρώπης, η οποία ωστόσο δε φαίνεται να μετακινείται απ’ τις… γερμανικές αρχές της και σφυρίζει αδιάφορα – παρά τους αρχικούς στόχους και τις αξίες της ΕΕ ”περί ανεκτικότητας, δικαιοσύνης, αλληλεγγύης και μη διακριτικής μεταχείρισης”, που καταγράφονται σαν υποθήκες στο καταστατικό της.

Με τα δεδομένα αυτά μόνο θυμηδία προκαλούν τα λόγια του αθεράπευτα αισιόδοξου Ζαν Κλων Γιουνκέρ, που προ ημερών προσπάθησε να αμβλύνει τις αρνητικές εντυπώσεις απ’ τα ημίμετρα που πήρε το Eurogroup στα τέλη Μαρτίου, όταν περιορίστηκε να δείξει την αλληλεγγύη του με ένα πακέτο βοήθειας 540 δις ευρώ (το οποίο ενδέχεται να γίνει 1,5 τρις, τελικά) κατά της πανδημίας, προς τις χώρες που πλήττονται ιδιαίτερα από την κρίση.

– Θα ήταν λάθος να πούμε τώρα αντίο στην εισαγωγή των κορονο-μολόγων ή των ευρωομολόγων…, δήλωσε με αμήχανο χαμόγελο ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής… Ο χρόνος για την έκδοση κορονο-ομολόγων δεν έχει ακόμα ωριμάσει, αλλά η ιδέα τους στο τέλος θα επικρατήσει. Η Ευρώπη πρέπει να συνεχίσει να εργάζεται προς αυτόν τον στόχο και να καταστήσει σαφές στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, την Ιταλία και την Ισπανία, ότι το κάνουμε…

– Και η Ελλάδα; Καμιά αναφορά σ’ αυτήν, έστω κι αν πέρασε των παθών της τον τάραχο για ν’ αποφύγει τον εξοβελισμό της πριν από 3-4 χρόνια; θα ρωτούσε έκπληκτος κάποιος. Δε λογαριάζεται η οικονομία της ως ευάλωτη και αναγκαία να στηριχτεί;

– Όχι, δε λογαριάζεται, θα του απαντούσα. Και δε λογαριάζεται για τρεις κυρίως λόγους:

Πρώτον, λόγω του μικρού γενικώς εκτοπίσματος της σημερινής Ελλάδας, που είναι αντιστρόφως ανάλογο με εκείνο του λαμπρού παρελθόντος της. Δεύτερον γιατί έχει χάσει τα μνημονιακά χρόνια την ”έξωθεν καλή μαρτυρία” λόγω του Βαρουφάκειου ”άγους” επί ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο επέτεινε η δήλωση του π. υπουργού Οικονομικών ότι κατέγραψε τα τεκταινόμενα σε βάρος της Ελλάδας στο Eurogroup το 2015 και πρόκειται να τα δημοσιοποιήσει.

Και Τρίτον, γιατί έχουμε ψοφοδεείς πολιτικούς όλων των κομματικών αποχρώσεων, που ακόμα και αν συμφωνούν και εγκρίνουν δια της υπογραφής τους ψηφίσματα υπέρ της χώρας τους -διαφοροποιούμενοι απ’ τα συμφέροντα του Βορρά – δεν έχουν το σθένος να υψώσουν το ανάστημά τους.

Δεν έχουν το σθένος να συνεχίσουν να κοντράρουν τη θέλησή τους με αυτήν της κ. Μέρκελ και της Γερμανίας, ακόμα κι όταν έχουν διαφοροποιηθεί επίσημα από αυτήν συμπλέοντας με τους άλλους ηγέτες του Νότου, όπως έκανε στη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου ο Έλληνας πρωθυπουργός.

Τότε που υιοθέτησε το ψήφισμα των Νοτίων και του Ιταλού πρωθυπουργού Τζουζέπε Κόντε για την ανάγκη έκδοσης κορονο-ομολόγων λόγω του οικονομικού σοκ που υφίστανται οι χώρες αυτές απ’ τις επιπτώσεις του κορονοϊού, όσο ισχύουν οι όροι που συνδέονται με οποιαδήποτε δανειοδότηση από τον ESM.

Έκτοτε όμως ουδέν. Σε κάθε περίπτωση πάντως, για να είμαστε ειλικρινείς, η Ελλάδα δεν έχει το εκτόπισμα να εισακούγεται ο λόγος της στην επικεφαλής της ΕΕ Γερμανία. Πολύ περισσότερο να εισακούγονται οι προειδοποιήσεις των υπόλοιπων ηγετών, οι οποίοι – κι όταν ακόμα αποφασίσουν να διαφοροποιηθούν, τα λένε συνήθως δια της τεθλασμένης, κοινώς στην νύφη (ηγέτες του Νότου), για να τα ακούει η πεθερά (Άνγκελα Μέρκελ).

Μια τέτοια απέλπιδα προσπάθεια να φτάσει η φωνή του στ’ αυτιά της Γερμανίδας Καγκελαρίου ήταν η προειδοποίηση του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τους 9 ηγέτες των χωρών του Νότου (που εκπροσωπούν το 57% του Α.Ε.Π. της Ευρωζώνης), με τους οποίους συνυπέγραψε την επιστολή για την έκδοση κορωνο-ομολόγου, προ του κινδύνου οικονομικής αστάθειας αν το μπλοκ των Νοτίων δεν αντιδράσει λόγω της κατάστασης που διαμορφώθηκε με την πανδημία.

Η φωνή του, δεν αμφιβάλλω, θα ακούστηκε (αν ακούστηκε) ανεκδοτολογική στα αυτιά της ”πρωθιέρειας” της λιτότητας Άνγκελας Μέρκελ – η οποία, ναι μεν συζητά ”σχέδιο διάσωσης” λόγω των οδυνηρών επιπτώσεων του κορονοϊού στις οικονομίες πολλών μελών της – όχι όμως με κορονο-ομόλογα, ακόμα κι αν έχει απέναντί της μερίδα του γερμανικού Τύπου.

Ως εκ τούτου δεν καταλαβαίνω το νόημα της τελευταίας (δηλητηριώδους και καυστικής, όπως πάντα), ανάρτησης του ”βαστάζου” του Κώστα Καραμανλή Ευάγγελου Αντώναρου (ο οποίος, σημειωτέον, εξυπηρετούσε θαυμάσια την ”παράγκα” του Τσίπρα πριν την αποπομπή του το 2018, ως ”Δούρειος Ίππος” του μέσα στην ΝΔ).

Κατηγορεί συγκεκριμένα την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ο πρώην κυβερνητικός εκπρόσωπος του Κώστα Καραμανλή για ”σύμπλευση με την γερμανική πολιτική” στο θέμα των ευρωομολόγων, παρά τα συμφέροντα της χώρας μας. Βαριά κατηγορία και λασπώδης, όσο μένει αναπόδεικτη κατά το δεύτερο σκέλος της, αυτό που ισοδυναμεί με εθνική προδοσία.

Γιατί ως προς το πρώτο, λίγο πολύ οι περισσότεροι πρωθυπουργοί – θέλοντας και μη – συμπλέουν με τα συμφέροντα των Μεγάλων, είτε αυτοί λέγονται Γερμανοί είτε Αμερικανοί. Μόνο που δεν άκουσα τον λαλίστατο κ. Αντώναρο να μιλά επί ΣΥΡΙΖΑ για… ”σύμπλευση” της κυβέρνησης Τσίπρα με τη Γερμανία του Σόιμπλε και της ”μαντάμ” Μέρκελ σε θέματα Οικονομίας.

Ούτε τον άκουσα να μιλά για ”σύμπλευση” της ”Κυβερνώσας Αριστεράς” – μετά την αμερικανική στροφή της κυβέρνησης Τσίπρα – με την πολιτική του Προέδρου Τραμπ και των ΗΠΑ, αφού το ”έξω οι βάσεις του θανάτου” είχε ήδη σβηστεί προεκλογικά ενόψει της αριστερής διακυβέρνησης της χώρας, που ήθελε να κλείσει τα μέτωπα με τους ξένους…

Για να μην πω και το εξοργιστικότερο όλων. Ότι δεν τόλμησε, δηλαδή, ο εν λόγω κύριος να καταδικάσει ως ασύμφορη εθνικά την ”συμφωνία των Πρεσπών”(12/6/’18), αλλά αντίθετα την υπερασπίστηκε με πάθος και πανηγύρισε όταν έμαθε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε σε συνέντευξή του στην Süddeutsche Zeitung – αναφερόμενος στη συμφωνία Ελλάδας-Σκοπίων – ότι ”πρόκειται για μια επικυρωμένη συμφωνία που υπόκειται στο διεθνές δίκαιο και η Ελλάδα σέβεται τις Διεθνείς Συμφωνίες” (20/7/’18).

Με δεδομένα αυτά, εύλογο είναι να αναρωτιέται κανείς πώς βρήκε το θάρρος ο… αντ’ αυτού του Κώστα Καραμανλή μέχρι πρότινος – που καθύβριζε καθ’ εκάστην τον Άδωνι και τον Σαμαρά επί κυβερνήσεως Τσίπρα – να αποκαλεί ”yesman” (και γι’ αυτό ανυπόληπτο στη διεθνή σκηνή) τον ΚΜ, τον οποίο – όπως λέει – γράφουν οι Βορειοευρωπαίοι στα παλιά τους τα παπούτσια (ενώ τον Τσίπρα τον έγραφαν στα… καινούργια).

Ωστόσο, επειδή θέλω να κρίνω αντικειμενικά και όχι προκατειλημμένα τα συγκεκριμένα λόγια του ”παλατιανού αυλικού”, πρέπει να ομολογήσω ότι υπάρχει κάτι σ’ αυτά με το οποίο συμφωνώ και θεωρώ ως εκ τούτου λογικό τον προβληματισμό του, ιδωμένο ωστόσο από διαφορετική οπτική, πάνω στην οποία εδράζεται και ο τίτλος του άρθρου μου.

Είναι αυτό το κάτι που λείπει απ’ την πλειοψηφία των πρωθυπουργών που μας κυβέρνησαν και μας κυβερνούν, το οποίο τους εμποδίζει να είναι σε θέματα εθνικών συμφερόντων ανυποχώρητοι και σε θέματα διεκδίκησης της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης αποφασιστικοί.

Με το σκεπτικό αυτό θα περίμενα απ’ τον Μακεδόνα Κώστα Καραμανλή (που είχε ΥΠΕΞ του την Ντόρα ) να μην είχε υποχωρήσει το 2008 στα ευρωπαϊκά και υπερατλαντικά συμφέροντα που τον πίεζαν να αποδεχτεί διπλή ονομασία για τα Σκόπια, περιλαμβανομένου του όρου ”Μακεδονία”, το οποίο κυοφορεί τον Μακεδονικό Ελληνισμό.

Να μην είχε αιτηθεί στον ΟΗΕ την απόσυρση της εθνικά περήφανης θέσης της Ελλάδας του 1992 (η οποία έφερε την υπογραφή του θείου του και τότε ΠτΔ Κωνσταντίνου Καραμανλή) και να μη δεχόταν να την αντικαταστήσει με μια που παραχωρούσε το ιστορικό όνομα της Μακεδονίας, με την προϋπόθεση να έχει μπροστά για… ξεκάρφωμα έναν γεωγραφικό όρο.

Θα περίμενα απ’ τον Γιώργο Παπανδρέου να μην υποκύψει (κατ’ ομολογία του το 2016) στις πιέσεις που είχε δεχτεί το 2010 από την Άνγκελα Μέρκελ, για να καταφύγει η Ελλάδα στο ΔΝΤ και να ακολουθήσει την οδυνηρή πορεία που ακολούθησε, προκειμένου να αποφύγει τη χρεωκοπία.

Θα περίμενα απ’ τον κ. Τσίπρα να μην είχε συρθεί να υπογράψει μετά από πιέσεις των ΗΠΑ, της Γερμανίας και των φιλοσκοπιανών Αμερικανών που χρηματοδοτούν από χρόνια τα Σκόπια την εθνικά ασύμφορη για την Ελλάδα ”συμφωνία των Πρεσπών” (12/6/’18).

Θα περίμενα, τέλος, απ’ τον Κυριάκο Μητσοτάκη να μην επιδείκνυε τόσο εξόφθαλμα – κατά την επίσκεψή του στη Γερμανία, 60 μέρες μετά την εκλογή του – την αδυναμία του να αρθρώσει κουβέντα για την μερική έστω αποκατάσταση της εθνικής αδικίας (βελτίωση των όρων για γλώσσα και εθνότητα) που είχε συντελεστεί στις Πρέσπες το ’18 με την εκχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας στους…”αλυτρωτιστές” της.

Θα περίμενα να επιδείξει πιο πατριωτική στάση στο Βερολίνο και όχι συμπεριφορά υποτακτικού, που ισοδυναμούσε με επίσημη αναγνώριση της λιμνιαίας ”συμφωνίας” ως διεθνούς Συνθήκης εκ μέρους της νέας κυβέρνησης της Ελλάδας, η οποία άλλα άφηνε να εννοηθούν προεκλογικά και άλλα έκανε μετεκλογικά…

Ναι, είναι αυτό το κάτι που περίμενα να δω, αλλά δεν είδα. Και δεν το είδα γιατί λείπει απ’ την πολιτική μας ζωή, δεν υπάρχει. Με αποτέλεσμα να μην αισθανόμαστε ασφαλείς, να μην κοιμόμαστε ήσυχοι. Αντίθετα μας κάνει να σκεπτικιστές και απρόθυμους να ελπίσουμε σε κάτι καλύτερο στο μέλλον, αφού ζητείται επί ματαίω ελπίδα στον ορίζοντα.

”Τελικά”, σκέφτομαι, ”για να ανασχεθεί η προϊούσα φθορά που μας πνίγει, πρέπει να έχει κυβερνήτη η χώρα έναν ηγέτη ολκής – τύπου Κωνσταντίνου Καραμανλή – που είχε, μεταξύ άλλων προσόντων, το θάρρος να μιλάει με παρρησία κι αυτοπεποίθηση όπως έκανε με ξένους ομολόγους του όταν εξέφραζαν επιφυλάξεις για την είσοδο της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ:

– Για να μπει η Ελλάδα στην Ευρώπη, θα πρέπει να περάσει πάνω από το πτώμα μου…, είχε πει τότε (1979) ο καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ, μιλώντας σε συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής του έδωσε την απάντηση που του άξιζε με εκείνο το αγέρωχο ύφος, που εξέπεμπε σιγουριά και αυτοπεποίθηση:

– Η Γερμανία, που αιματοκύλησε τον κόσμο δύο φορές, έχει το δικαίωμα να είναι στην Ευρώπη και η Ελλάδα, που σας έδωσε τα φώτα, δεν το έχει; Αυτό θα βγω έξω και θα πω στους δημοσιογράφους που περιμένουν…

Αυτός ο άνθρωπος ήταν ικανός να το κάνει, γιατί ήταν ΗΓΕΤΗΣ, με όλη τη σημασία της λέξης. Το κατάλαβε, άλλωστε, και ο Χέλμουτ Σμιτ παραδεχόμενος την αξία του Έλληνα ομολόγου του:

– Ήμουν αντίθετος στην ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, είπε. Όταν όμως γνώρισα τον Καραμανλή, διέκρινα σ’ αυτόν έναν φλογερό Ευρωπαίο, έναν ηγέτη που πίστευε με πάθος στην ευρωπαϊκή ιδέα. Και είπα μέσα μου: ”Αυτός ο άνθρωπος θα μεταμορφώσει τους Έλληνες σε Ευρωπαίους. Αξίζει λοιπόν να τον στηρίξω”.

Έτσι εξηγείται και η μετέπειτα δήλωση του Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν, τότε προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, που είπε:

– Δεν ήταν η Ελλάδα που εντάχθηκε στην Κοινότητα αλλά ο Καραμανλής…

Ναι, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε το κάτι που έκανε τον ηγετίσκο ηγέτη και τη χώρα στα χέρια του από κακότυχη ευημερούσα. Είχε το κάτι που τον έκανε ηγέτη ικανό να μετατρέψει την αμετακίνητα κακή μοίρα της πατρίδας του σε ευνοϊκή. Είχε το κάτι που έλειπε απ’ την πολιτική ζωή του τόπου και το συμπλήρωσε με την 13 χρονη θητεία του ως πρωθυπουργός (το μεγαλύτερο ρεκόρ στην μεταπολεμική Ευρώπη).

Το συμπλήρωσε και με την πληθωρική παρουσία του, βέβαια, που έκανε τη διαφορά απ’ τους πολιτικούς του αντιπάλους. Κι αυτό του έδωσε το δικαίωμα να πει σε κάποια συνέντευξή του με τη σεμνότητα που τον διέκρινε πάντα:

– Δεν γνωρίζω τι πέτυχα και δεν πέτυχα στη σταδιοδρομία μου. Γνωρίζω, όμως, ότι ανέτρεψα την καθιερωμένη από χρόνια αντίληψη ότι η αθλιότητα αποτελεί αμετακίνητη μοίρα της Ελλάδας. Διότι απέδειξα έμπρακτα ότι μπορεί ο λαός μας, αν θέλει, να ευημερήσει…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.