H Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XVIII

Γράφει ο Ρένος Δούκας

Η ανασκόπηση του Κυριάκου Μητσοτάκη θυμίζει πλέον εκείνες τις παλιές κυβερνητικές εκθέσεις όπου όλα «προχωρούν», όλα «αναβαθμίζονται» και όλα «μπαίνουν σε τροχιά», την ώρα που η κοινωνία αισθάνεται ολοένα και πιο πιεσμένη. Πίσω από τις διατυπώσεις περί στεγαστικής πολιτικής, ανάπτυξης και μεταρρυθμίσεων, παραμένει ένα βασικό ερώτημα. Γιατί μια κυβέρνηση επτά ετών εξακολουθεί να παρουσιάζει ως επιτυχία τη διαχείριση προβλημάτων που η ίδια επέτρεψε να διογκωθούν;

Στο «Σπίτι μου ΙΙ», η παράταση εμφανίζεται περίπου ως πράξη κοινωνικής ευαισθησίας. Στην πραγματικότητα αποτελεί σιωπηλή παραδοχή ότι το κράτος αδυνατεί να ανταποκριθεί ακόμη και στα χρονοδιαγράμματα που το ίδιο θέτει. Και ακόμη κι έτσι, το βασικό πρόβλημα παραμένει άλυτο. Η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπίζεται με επιδοτούμενα δάνεια που ωθούν περαιτέρω τις τιμές προς τα πάνω. Αντιμετωπίζεται με σοβαρή πολιτική παραγωγής προσιτής κατοικίας. Όσο τα ενοίκια εκτοξεύονται και οι νέοι αδυνατούν να ζήσουν αυτόνομα, οι κυβερνητικές ανακοινώσεις θυμίζουν περισσότερο διαχείριση εντυπώσεων παρά πραγματική λύση.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στο ΕΣΥ. Η κυβέρνηση απαριθμεί ανακαινισμένα ΤΕΠ, εξαγγελίες και φορολογικές ρυθμίσεις, αποφεύγοντας όμως να μιλήσει για την πραγματική κατάσταση στα νοσοκομεία. Εξαντλημένο προσωπικό, υποστελέχωση, κενές οργανικές θέσεις, πολίτες που εξακολουθούν να περιμένουν ώρες στα επείγοντα ή μήνες για εξετάσεις. Όταν παρουσιάζεται ως «ιστορική» η αυτονόητη ένταξη νοσηλευτών στα βαρέα και ανθυγιεινά, γίνεται σαφές πόσο πίσω βρισκόταν επί χρόνια το ίδιο το κράτος.

Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στην αγορά εργασίας. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για συλλογικές συμβάσεις και αυξήσεις, ξεχνώντας ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς την αγοραστική δύναμη. Άλλο οι ονομαστικές αυξήσεις και άλλο η πραγματική ζωή. Όταν ο εργαζόμενος βλέπει τον μισθό να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας, οι πανηγυρισμοί ακούγονται αποκομμένοι από την κοινωνική πραγματικότητα.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των μεταφορών. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τα νέα λεωφορεία ως απόδειξη μεγάλης αλλαγής στην Αθήνα. Οι πολίτες όμως συνεχίζουν να βιώνουν καθυστερήσεις, ασφυκτικό συνωστισμό και ένα δίκτυο που παραμένει προβληματικό. Η φθορά τόσων ετών δεν καλύπτεται επικοινωνιακά με αριθμούς. Και ασφαλώς δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως θρίαμβος η σταδιακή επιστροφή σε μια κανονικότητα που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το κομμάτι για τα χωροταξικά και τις επενδύσεις. Η κυβέρνηση μιλά για «ισορροπία» και «σχεδιασμό». Η πραγματικότητα όμως δείχνει ότι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας παραμένει μονοδιάστατο. Τουρισμός, φωτοβολταϊκά και real estate. Η Ελλάδα δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο ως ξενοδοχείο της Ευρώπης με λίγες ενεργειακές επενδύσεις γύρω του. Χρειάζεται πρωτογενή παραγωγή, μεταποίηση, τεχνολογία και εθνική στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης. Και αυτή εξακολουθεί να απουσιάζει.

Ακόμη και στην αναφορά για το Ταμείο Ανάκαμψης, πίσω από τους μεγάλους αριθμούς κρύβεται κρίσιμο πολιτικό ερώτημα. Ποιος τελικά ωφελείται περισσότερο; Όταν οι μικρομεσαίοι συνεχίζουν να δυσκολεύονται να επιβιώσουν μέσα σε υπερφορολόγηση, ενεργειακό κόστος και τραπεζικό αποκλεισμό, οι θριαμβολογίες περί «απορρόφησης πόρων» δεν αρκούν. Η ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο με συμβασιοποιήσεις και δισεκατομμύρια που ακόμη δεν γνωρίζουμε κατά πόσο θα μετατραπούν σε πραγματικές επενδύσεις. Μετριέται από το αν η κοινωνία αισθάνεται ότι συμμετέχει σε αυτήν.

Και μέσα σε αυτή την ατελείωτη λίστα εξαγγελιών, δεν υπήρξε ούτε μία ουσιαστική αναφορά στα μεγάλα ζητήματα θεσμών, ακρίβειας, δημογραφικού ή κοινωνικής ανασφάλειας που απασχολούν πραγματικά τους πολίτες. Η κυβέρνηση επιμένει να μιλά σαν να διοικεί μια χώρα στατιστικών και όχι μια κοινωνία που πιέζεται καθημερινά.

Τελικά, η «ανασκόπηση» του Κυριάκου Μητσοτάκη λειτουργεί πλέον ως πολιτικός καθρέφτης της εποχής του. Πολλά νούμερα, πολλές παρουσιάσεις, πολλές επικοινωνιακές κορδέλες και ολοένα λιγότερη επαφή με την πραγματικότητα της κοινωνίας. Και αυτό ίσως αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα μιας εξουσίας που έχει αρχίσει να πιστεύει περισσότερο την εικόνα της παρά τη χώρα που κυβερνά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.