Από τα “στέρεα θεμέλια” στα πήλινα πόδια της βιτρίνας
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – , σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Ακούγοντας τον κ. Πιερρακάκη να μιλά για «στέρεα θεμέλια» και «πρωτιές» στην Ευρώπη, δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί: σε ποια Ελλάδα αναφέρεται; Στην Ελλάδα της υπερφορολόγησης, της ακρίβειας και της ενεργειακής εξάρτησης; Ή μήπως στην Ελλάδα των αριθμών, των PowerPoint και των προεκλογικών διαγραμμάτων;
Ο υπουργός πανηγυρίζει ότι «η Ελλάδα είναι πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε ρυθμό αύξησης επενδύσεων». Πώς το τεκμηριώνει; Με βάση μια πρόβλεψη για το 2026! Δηλαδή, πανηγυρίζουμε για κάτι που περιμένουμε να γίνει, όχι για κάτι που έχει συμβεί. Και θα είχε ενδιαφέρον να θυμηθεί κανείς το ιστορικό αυτών των κυβερνητικών προβλέψεων, που διαχρονικά αποδείχθηκαν υπεραισιόδοξες. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2024 προέβλεπε αύξηση επενδύσεων κατά 12,1%, αλλά το τελικό αποτέλεσμα ήταν μόλις 4,5%. Το επόμενο έτος, ο προϋπολογισμός του 2025 μιλούσε για άνοδο 8,5%, όμως ο ίδιος ο φετινός προϋπολογισμός παραδέχεται ότι η πραγματική αύξηση δεν θα ξεπεράσει το 5,7%, ενώ στο πρώτο εξάμηνο του 2025 ο ρυθμός ήταν μόλις 2,1%. Κι όμως, ο υπουργός επανέρχεται σήμερα προβλέποντας άνοδο 10,2% το 2026, νούμερο που εντυπωσιάζει στα χαρτιά, αλλά ουδέποτε επαληθεύτηκε στην πράξη.
Σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, «κομβικό ρόλο» θα διαδραματίσει το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ύψους 16,7 δισεκατομμυρίων ευρώ. Όμως τα περισσότερα από αυτά τα κονδύλια είναι δεσμευμένα ευρωπαϊκά χρήματα, όχι νέες εγχώριες παραγωγικές επενδύσεις. Και κυρίως, άλλο «αναγγελία έργων», άλλο «εκτέλεση έργων». Η ελληνική γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις, οι απευθείας αναθέσεις και οι κομματικές προτεραιότητες μετατρέπουν πολλές από αυτές τις υποσχέσεις σε στατιστική φαντασίωση.
Πίσω από τις ωραίες προβλέψεις, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη. Το δημόσιο χρέος ξεπερνά τα 400 δισεκατομμύρια ευρώ και από το 2030 και μετά, η χώρα θα πρέπει να πληρώνει τόκους πάνω από 13 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, ποσό σχεδόν ισοδύναμο με τις συνολικές δαπάνες για την Παιδεία. Αυτά είναι τα πραγματικά «στέρεα θεμέλια» που περιμένουν την ελληνική οικονομία στη στροφή.
Την ίδια στιγμή, το εμπορικό έλλειμμα διογκώνεται. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εισάγει πολύ περισσότερα απ’ όσα παράγει, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να παραμένει βαθιά ελλειμματικό. Η ανάπτυξη που επικαλείται η κυβέρνηση δεν είναι εξαγώγιμη, δεν στηρίζεται στην παραγωγή, αλλά στην κατανάλωση που τροφοδοτείται από δανεικά, επιδοτήσεις και δημόσιες δαπάνες.
Και μέσα σε όλα αυτά, η κυβέρνηση υπερηφανεύεται για πρωτογενές πλεόνασμα 2,8%. Όμως αυτό το πλεόνασμα επιτυγχάνεται μέσα από περικοπές, καθυστερήσεις πληρωμών, υπερφορολόγηση και αποστράγγιση ρευστότητας από την αγορά. Πρόκειται για πλεόνασμα λογιστικό, όχι κοινωνικό. Ένα πλεόνασμα για το κράτος, κι ένα έλλειμμα για την κοινωνία.
Η Ελλάδα, λοιπόν, δεν είναι σημείο αναφοράς σταθερότητας. Είναι σημείο αναφοράς ανοχής. Ανοχής στη μετριότητα, στην ψευδαίσθηση επιτυχίας, στην υποκατάσταση της ουσίας με επικοινωνία. Γιατί η πραγματική οικονομία δεν μετριέται με ποσοστά και προβλέψεις, αλλά με τη ζωή των ανθρώπων, με το αν ο πολίτης μπορεί να σταθεί στα πόδια του, αν η χώρα παράγει, αν οι νέοι βρίσκουν δουλειά με αξιοπρέπεια εδώ, όχι στο εξωτερικό.
Και εκεί, τα «στέρεα θεμέλια» που επικαλείται η κυβέρνηση αποδεικνύονται πήλινα πόδια.
Γιατί η οικονομία δεν χτίζεται με αναρτήσεις και προβλέψεις, αλλά με σχέδιο, παραγωγή και αλήθεια.
Κι αυτά, κύριε Πιερρακάκη, δεν τα προβλέπει κανένας προϋπολογισμός. Τα κατακτά μια χώρα όταν έχει ηγεσία με όραμα και θάρρος να πει την αλήθεια.

