Η Κοινωνία της διακινδύνευσης

Γράφει ο Μύρων Ζαχαράκης, Μεταπτυχιακός Φοιτητής Φιλοσοφίας

Ακούμε συχνά συζητήσεις σχετικά με την Αριστερά και τη Δεξιά, τη σχέση των δύο φύλων, την επιστήμη και τον καπιταλισμό σήμερα. Δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι η εποχή μας έχει υπερβεί τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις και απαιτούνται νέες έννοιες για την κατανόηση του σύγχρονου κόσμου μας. Ακούγοντας αυτά, δε μπορώ να μη φέρω στο νου μου ένα βιβλίο που έχει συμβάλλει ιδιαίτερα στις σχετικές συζητήσεις, και που σε μεγάλο βαθμό τις πυροδότησε.

Πρόκειται για το best seller Κοινωνία της διακινδύνευσης: καθ’ οδόν προς μια άλλη νεωτερικότητα, του Γερμανού Κοινωνιολόγου Ulrich Beck. Σε αυτό, όπως έχει υποστηριχθεί, ο Beck αλλάζει το ίδιο το Παράδειγμα, το βασικό εννοιολογικό πλαίσιο με το οποίο κατανοούμε το σήμερα. Το βιβλίο, που προέκυψε αμέσως μετά την εμπειρία του πυρηνικού ατυχήματος του Τσέρνομπιλ και του βιομηχανικού ατυχήματος στο Μποπάλ, εφιστά την προσοχή στους παγκόσμιους κινδύνους που ενέχει η βιομηχανική και τεχνολογική υπερανάπτυξη. Δεν πρόκειται όμως για έργο απαισιόδοξο, αλλά κυρίως για μια απόπειρα αναγνώρισης «προκλήσεων».

Συγκεκριμένα, ο βασικός ισχυρισμός του Beck είναι πως αυτό που ονομάζουμε «Νεωτερικότητα», έχει παρέλθει. Η ανθρωπότητα διανύει πλέον αυτό που ο ίδιος ο ονομάζει «δεύτερη νεωτερικότητα» (“zweite Moderne”) και δεν είναι παρά το αποτέλεσμα και η μετεξέλιξη της Νεωτερικότητας.

Σύμφωνα με τον Beck, το κύριο χαρακτηριστικό της νεωτερικής κοινωνίας ήταν ο ταξικός της χαρακτήρας, αντίθετα το βασικό στοιχείο της εποχής στην οποία έχουμε μεταβεί είναι η διακινδύνευση. Σε αντίθεση με τη νεωτερική κοινωνία που ήταν ταξική, η κοινωνία στη δεύτερη νεωτερικότητα (ή μετανεωτερικότητα) είναι μια «κοινωνία της διακινδύνευσης». Αυτό σημαίνει πως η εποχή που ζούμε χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία παγκόσμιων καταστάσεων διακινδύνευσης. Υπογραμμίζεται πως η κοινωνία της διακινδύνευσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχεια και η περαιτέρω ανάπτυξη της βιομηχανικής κοινωνίας, η τεχνολογία και η παγκοσμιοποίηση της οποίας διακρίνει μελλοντικούς κινδύνους που έχουν προκληθεί από την ίδια.

Ο κόσμος που δημιουργήσαμε, υποστηρίζει ο Beck, έχει ξεφύγει από τον έλεγχό μας. Κατά συνέπεια, η κοινωνία της διακινδύνευσης είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνία που ασκεί κριτική στον ίδιο της τον εαυτό, ή αλλιώς, η κοινωνία που έχει στερηθεί την ασφάλεια. Στην πραγματικότητα βέβαια, η κοινωνία της διακινδύνευσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχεια και η περαιτέρω ανάπτυξη της βιομηχανικής κοινωνίας, η τεχνολογία και η παγκοσμιοποίηση της οποίας διακρίνει μελλοντικούς κινδύνους που έχουν προκληθεί από την ίδια. Συγκρίνοντας την εποχή μας με προγενέστερες ιστορικές περιόδους, ο Ulrich Beck διαπιστώνει πως η διακινδύνευση υφίσταται ήδη παλιότερα και δεν αποτελεί εφεύρημα της εποχής μας.

Η διαφορά της εποχής μας από τις προηγούμενες έγκειται στη μορφή των διακινδυνεύσεων: ενώ κάποτε ήταν αποτέλεσμα κακών συνθηκών υγιεινής και μπορούσε να παρατηρηθεί από τον καθένα, σήμερα δεν είναι εμφανής η διακινδύνευση, αφού είναι οι ειδικοί επιστήμονες που διαπιστώνουν στο μέλλον τους πιθανούς κινδύνους, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι αποτέλεσμα της χαμηλής αλλά της υπερβολικά υψηλής ανάπτυξης. Η μεγάλη ανάπτυξη αποτελεί την πρόκληση της εποχής μας: ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο εύκολο να οδηγηθούμε μόνοι μας σε ολοκληρωτικό αφανισμό.

Μπορεί να καταφέραμε ως ανθρωπότητα να εξαλείψουμε σε μεγάλο βαθμό την πείνα, το τίμημα όμως είναι ο πολλαπλασιασμός των διακινδυνεύσεων σε όλον τον κόσμο. Μάλιστα, η μη ορατότητα των κινδύνων οδηγώντας άλλους ανθρώπους της εποχής μας σε υστερικές αντιδράσεις, ενώ άλλους σε υπερβολική επανάπαυση, είναι ακριβώς εκείνη που διογκώνει τους κινδύνους. Αυτή είναι μια ακόμη ιδιότητα της κοινωνίας του ρίσκου: ο εσωτερικός χαρακτήρας των κινδύνων της. Δε μας απειλούν πλέον τα στοιχεία της φύσης, αλλά οι δικές μας δραστηριότητες. Εγκαταλειμμένες πόλεις-φαντάσματα, όπως το Pripyat, αποτελούν μια εύγλωττη προειδοποίηση του πως μπορεί να γίνει ο κόσμος αν δεν προσέξουμε.

Επιπλέον, αντίθετα από τη Νεωτερικότητα που η δομή των κοινωνιών προσδιοριζόταν από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους ως έθνος-κράτος, η κοινωνία του ρίσκου χαρακτηρίζεται από παγκοσμιότητα: οι πιθανοί των φαρμάκων και της πυρηνικής ενέργειας απειλούν συγχρόνως ολόκληρη την υφήλιο και ένας λανθασμένος χειρισμός από μια χώρα του κόσμου μπορεί να προκαλέσει σοβαρότατες συνέπειες παντού. Δεν είναι άραγε μια ακόμη απόδειξη τούτου, το γεγονός ότι έχει εντοπιστεί υψηλή συγκέντρωση φυτοφαρμάκων στους πιγκουίνους της Ανταρκτικής;

Ωστόσο, οι προκλήσεις που εγείρει η κοινωνία της διακινδύνευσης δεν εξαντλούνται στα οικολογικά προβλήματα. Ο Beck υποστηρίζει πως η κοινωνία της διακινδύνευσης ενέχει καθοριστικές αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις. Στη δεύτερη νεωτερικότητα πραγματοποιείται η απελευθέρωση των ανθρώπων από τους στερεότυπους φεουδαρχικούς ρόλους των φύλων, τους οποίους η πρώτη νεωτερικότητα είχε ενισχύσει με βάση το μοντέλο παραγωγή (άνδρες)-αναπαραγωγή (γυναίκες). Πλησιάζοντας τα συμπεράσματα άλλων σύγχρονων κοινωνιολόγων σχετικά με τον «πόλεμο των φύλων» και την «τυραννία της οικειότητας», ο Beck επισημαίνει στην εποχή μας μια ναρκισσιστική εμμονή στην ατομικότητα.

Ο κόσμος που δημιουργήσαμε έχει ξεφύγει από τον έλεγχό μας. Εξαίρεση δεν αποτελούν ούτε οι επιστήμες μας, οι οποίες δε διαδραματίζουν πια τον απελευθερωτικό ρόλο του διαφωτισμού, αλλά αναζητούν τρόπους να μας προστατεύσουν από τους κινδύνους που αυτές οι ίδιες έχουν δημιουργήσει (πχ πυρηνική ενέργεια, τοξικά απόβλητα). Πλέον η (κάθε) επιστήμη δε διαλύει παλιά taboo αλλά κατασκευάζει καινούργια. Στις μέρες μας η επιστημονική γνώση είναι όλο και περισσότερο αναγκαία και συνάμα όλο και λιγότερο επαρκής για τον καθορισμό του τι είναι αληθινό, πράγμα που αποτελεί την παράδοξη συνέπεια όχι της αποτυχία αλλά της νίκης και της επικράτησης των επιστημών.

Η ίδια η επιτυχία των επιστημών έχει σηματοδοτήσει την εκθρόνισή τους: αποκαλύπτονται έτσι τα σφάλματα και οι αστοχίες της, ο πλουραλισμός αυξάνεται, ενώ δίνονται έτσι ευκαιρίες ακόμη και σε κάτι που είναι αντίθετο στην ίδια. «Ο Διάβολος της πείνας καταπολεμάται με τον Βεελζεβούλ των πολλαπλασιαζόμενων διακινδυνεύσεων», ισχυρίζεται εύγλωττα ο Γερμανός κοινωνιολόγος (σ. 84). Ασφαλώς, κάτι παρόμοιο ισχύει για την ιατρική επιστήμη: ενώ έχει καταφέρει να αυξήσει το προσδόκιμο ζωής μας βελτιώνοντας τις συνθήκες υγιεινής και εξαλείφοντας την παιδική θνησιμότητα, αυτό έχει ραγδαίες συνέπειες στον τρόπο που ζούμε.

Συγκεκριμένα, αυτό που θεωρούσαμε κάποτε «ζωή» και «θάνατο» αντίστοιχα, γίνεται απρόβλεπτο και απροσδιόριστο εξαιτίας των ανθρώπων της ιατρικής: λόγω της προόδου που έχουν σημειώσει, είναι ανάγκη να επικυρωθεί αν ένα άτομο είναι νεκρό όταν έχει πάψει να λειτουργεί ο εγκέφαλός του ή όταν η καρδιά του λειτουργεί μονάχα με μηχανική υποστήριξη ή όταν σταματούν ορισμένες εγκεφαλικές λειτουργίες κλπ. Το ίδιο ισχύει και για την είσοδο στη ζωή: εξαιτίας της προχωρημένης έρευνας των γενετιστών και των εμβρυολόγων, διαρκώς παράγονται τεχνητά ανθρώπινες ζωές (στο εργαστήριο), ενώ η ικανότητα να παρακολουθούμε τα έμβρυα, δημιουργεί εντελώς νέα ηθικά διλήμματα. Σε αντίθεση με άλλες επαγγελματικές ομάδες, που είτε δεν ελέγχουν τα παραγόμενα αποτελέσματα από την έρευνά τους, είτε αποκλείονται φύσει από να τα εφαρμόσουν, οι ιατρικές επιστήμες έχουν τη δυνατότητα να καινοτομούν μέσα στον χώρο που λέγεται «κλινική», καταπλήσσοντας την κοινωνία με τα ευρήματά τους.

Όσον αφορά τις κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης, οι κλινικές μπορούν να συγκριθούν με το κοινοβούλιο, ενώ διαθέτουν επιπλέον τη δυνατότητα να μεταβάλλουν ριζικά την κοινωνία με τις ανακαλύψεις τους στο όνομα της «προόδου», φέρνοντάς τη συχνά προ τετελεσμένου γεγονότος, χωρίς να ελέγχονται δημοκρατικά από αυτή. Σύμφωνα με τον Beck, ενώ η έννοια της «προόδου» στην πολιτική της επιστήμης και της τεχνολογίας παρέμεινε σταθερή σχεδόν από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τη δεκαετία του ’60, έχει πλέον αρχίσει να κλονίζεται: η αύξηση των διακινδυνεύσεων έχει καταρρίψει την εξίσωση της τεχνικής προόδου με τη συνολική πρόοδο μιας κοινωνίας.

Ωστόσο, η τεχνική πρόοδος προχωρά ασταμάτητα ανεξάρτητα από τις ανησυχίες πολλών ανθρώπων, οι οποίοι μάλιστα περιφρονούνται ως «λουδιστές» ή ανενημέρωτοι. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή στον σύγχρονο κόσμο, δεν υφίσταται ένα σταθερό κέντρο εξουσίας («πολιτική») αλλά πολλές μικρές δυνάμεις, που προωθούν τα συμφέροντά τους παράλληλα («υποπολιτική»): πρόκειται όχι για τους επιστήμονες, τους επιχειρηματίες, αλλά και για πλήθος κοινωνικών ομάδων. Σήμερα «τα μονοπώλια διασπώνται» (πχ της επιστήμης στον ορθολογισμό, των ανδρών στα επαγγέλματα, του γάμου στη σεξουαλικότητα) αλλά «οι κόσμοι δεν καταρρέουν» (σ. 398). Η κοινωνία της διακινδύνευσης έχει υπερβεί τις δομές και τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής κοινωνίας από την οποία κατάγεται και επομένως, κάθε θεωρία που αντιλαμβάνεται τον σύγχρονο κόσμο με όρους περασμένων αιώνων, παραμένει de facto αποκλεισμένη από την εμβάθυνση στο τι πραγματικά συμβαίνει σήμερα. Κάθε κατάκτηση έχει το τίμημά της. Αυτό θεωρώ ως το συμπέρασμα του παρόντος βιβλίου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.