Ποια Γαλάζια Πατρίδα;
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Το έχει γράψει πολλές αλλά με κάθε νέα ευκαιρία, το δεδομένο επιβεβαιώνεται. Κάθε εξέλιξη στα ελληνοτουρκικά φιλτράρεται στην πλειοψηφία των αναλύσεων μέσα από δύο βασικές θεωρίες που οτιδήποτε κι αν συμβεί μεταφράζεται με τρόπο που το συμπέρασμα να είναι ενισχυτικό ενός αρχικού, προαποφασισμένου σκεπτικού που δεν κάνει ποτέ λάθος!
Το ίδιο ακριβώς προέκυψε και με τα πρόσφατα γεγονότα στην Τουρκία, τις συμφωνίες για το στρατηγικό της ρόλο στο ΝΑΤΟ και τις υποσχέσεις του Τραμπ για αμερικανική επενδυτική και αμυντική ενίσχυση.
Οι μεν βλέπουν την Τουρκία ως απολύτως ισχυρή και διαρκώς αναβαθμισμένη, για να καταλήξουν στο συμπέρασμα, κι ας μην το εκφράζουν πάντα ευθαρσώς αλλά εμμέσως, ότι η μικρή κι ανίσχυρη Ελλάδα θα πρέπει να διαπραγματεύεται τις τουρκικές απαιτήσεις με διάθεση συμβιβασμού, ακόμη κι επώδυνου.
Οι δε θεωρούν τους γείτονες μια πσραπέουσα περιφερειακή δύναμη, η οποία πέφτει στο ένα γεωπολιτικό λάθος μετά το άλλο και σε συνδυασμό με την αδύναμη οικονομία της, επιτρέπει στην Ελλάδα να εκμεταλλευτεί στρατηγικές ευκαιρίες, που στο μυαλό τους προσαρμόζονται στα νέα κάθε φορά, και πάντα βολικά για εμάς δεδομένα.
Τι όμως όντως συνέβη τις τελευταίες μέρες και σε τι βαθμό επηρεάστηκαν οι εκατέρωθεν βλέψεις και οι σχεδιασμοί;
Πρώτα απ’ όλα, ο Τραμπ μοίρασε και πάλι υποσχέσεις τόσο για επενδυτικές όσο και για αμυντικές προοπτικές. Μόνο που από την υπόσχεση έως την εκπλήρωσή τους υπάρχουν αρκετά ενδιάμεσα βήματα, τα οποία αφορούν και την πορεία της Τουρκίας αλλά κυρίως και τις θεσμικές αποφάσεις στις ΗΠΑ που δεν καθορίζονται αποκλειστικά από την έκφραση των προεδρικών προθέσεων.
Οσον αφορά το ΝΑΤΟ, το οποίο δεν έπαψε ποτέ να είναι υποτιμημένο από πλευράς Τραμπ, όντως δημιουργούνται συνθήκες αναβάθμισης του ρόλου της Τουρκίας. Βέβαια, το πώς θα διαχειριστεί τις νέες ευθύνες και πόσο σημαντικές θα είναι έχει να κάνει και με τις εξελίξεις τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στο Ουκρανικό ζήτημα.
Η Ελλάδα δεν μπορεί μονίμως να φοβάται τις κινήσεις της Τουρκίας. Φυσικά και για μια σειρά από γεωπολιτικούς λόγους θα παραμένει χρήσιμη για τη Δύση, ακόμη κι αν αυτονομείται ή αντιδρά αντιφατικά ανοίγοντας πολλαπλά μέτωπα συγκρούσεων.; Αυτό δεν στερεί από την Ελλάδα το δικό της γεωπολιτικό πλεονέκτημα. Στο βαθμό που το αξιοποιεί κι επιλέγει με συνέπεια τους συμμάχους της με βάση το κοινό μακροπρόθεσμο συμφέρον, τότε δεν χρειάζεται ούτε την εκδοτική διάθεση των ενδοτικών, ούτε την ακριβώς αντίθετη υπερφίαλη διάσταση των υπεραισιόδιξων.
Αλλιώς θα μας αρκούν επικοινωνιακές “νίκες”, κενές περιεχομένου, όταν η ουσία θα αποκτά άλλη διάσταση καθιστώντας την Τουρκία όχι έναν συστηματικό παραβάτη του διεθνούς δικαίου αλλά ένα ισότιμο συνέταιρο στη διευθέτηση μιας ύπαρξης διένεξης, όπου η Γαλάζια Πατρίδα αποτελεί άτυπα μια ανεκτή πραγματικότητα.

