Τα ακέφαλα Κινήματα ως πολιτικό συμβάν
Από τα Τέμπη στο Νόβι Σαντ και στο κίνημα των φλαμίνγκο
Γράφει η Σωτηρία Κουμπούλη, δικηγόρος
Στα Βαλκάνια των τελευταίων ετών παρατηρούμε ένα πολιτικό φαινόμενο που δεν χωρά εύκολα στα παλιά σχήματα. Από την Ελλάδα και τις κινητοποιήσεις για τα Τέμπη, στη Σερβία και το Νόβι Σαντ μέχρι την Αλβανία και το κίνημα των Φλαμίνγκο, εμφανίζονται κινήματα ανομοιογενή, αποκεντρωμένα, χωρίς κλασική ηγεσία και χωρίς ένα ενιαίο ιδεολογικό λεξιλόγιο. Ωστόσο, αυτή η αμηχανία ταξινόμησής τους είναι και η πολιτική τους σημασία.
Τα κινήματα αυτά φαίνεται να μην είναι στιγμιαίες εκρήξεις κοινωνικής δυσαρέσκειας και θυμού προορισμένες να πεθάνουν στον κύκλο της επικαιρότητας. Είναι κάτι βαθύτερο, αποτέλεσμα της κοινωνικής εξέλιξης των λαών της νοτιοανατολικής Ευρώπης, που ασφυκτιούν μέσα σε θεσμούς τυπικά δημοκρατικούς, αλλά ουσιαστικά τραυματισμένους από πελατειακές σχέσεις, αδιαφάνεια, διαφθορά και κλεπτοκεντρικά συστήματα εξουσίας.
Στην Ελλάδα, το συλλογικό τραύμα των Τεμπών ανέδειξε τη θεσμική απαίτηση για αλήθεια, λογοδοσία και δικαιοσύνη. Στη Σερβία, οι μαζικές φοιτητικές και κοινωνικές κινητοποιήσεις έφεραν στο προσκήνιο την κόπωση μιας κοινωνίας απέναντι σε ένα μοντέλο εξουσίας που συχνά αντιμετωπίζει το κράτος ως μηχανισμό ελέγχου και όχι ως εγγύηση του δημοσίου συμφέροντος. Στην Αλβανία, το κίνημα των Φλαμίνγκο ξεκίνησε από περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά γρήγορα άγγιξε τον πυρήνα του πολιτικού προβλήματος: τη μετατροπή της χώρας σε πεδίο συναλλαγής μεταξύ ολιγαρχικών συμφερόντων και στρατηγικών επενδυτών εις βάρος της μικρής ιδιοκτησίας, του φυσικού πλούτου και εν τέλει της ίδιας της έννοια τους δημοσίου συμφέροντος.
Οι περιπτώσεις αυτές προφανώς δεν είναι ίδιες. Ωστόσο, έχει αξία η κοινή ιστορική τους κίνηση: κοινωνίες που, με διαφορετικές αφορμές, αρχίζουν να αρνούνται τη κανονικοποίηση μιας άνισης οικονομικής ανάπτυξης, η οποία δεν μεταφράζεται σε πραγματική βελτίωση της ζωή των πολιτών. Έτσι δημιουργούνται κινήματα που αποκτούν μαζικότητα, που διαταράζει όχι την τυπική, αλλά την ουσιαστική νομιμοποίηση της εξουσίας.
Το κοινό αίτημα είναι η εμπέδωση της δημοκρατίας. Όχι της δημοκρατίας ως απλής διαδικασίας. Όχι της δημοκρατίας που εξαντλείται στην κάλπη και στη συνέχεια παραδίδει λευκή επιταγή στην εξουσία. Αλλά της δημοκρατίας ως καθημερινής θεσμικής εμπειρίας: διαφάνεια, λογοδοσία, ισονομία, δημόσια ασφάλεια, προστασία του περιβάλλοντος, αξιοκρατία, κοινωνικό κράτος, σεβασμός στον πολίτη.
Παρά τη μαζικότητά τους, η οποία στη Σερβία οδήγησε στην παραίτηση του Πρωθυπουργού, αναφερόμαστε σε κινήματα πολιτών και όχι επαναστάσεις. Η διάκριση δεν είναι λεκτική πολυτέλεια. Είναι ιστορικά κρίσιμη, ιδίως στις βαλκανικές κοινωνίες, όπου η ιστορική μνήμη της βίας, των αυταρχικών εκτροπών και των κομματικών συγκρούσεων παραμένει ενεργή. Οι συμμετέχοντες δεν κινούνται σε ιστορικό κενό. Γνωρίζουν, έστω και διαισθητικά, ότι η βία προσφέρει στην εξουσία το πιο χρήσιμο άλλοθι για να μετατρέψει το κοινωνικό αίτημα σε ζήτημα τάξης και τελικά να μετατοπίσει τη συζήτηση από τη λογοδοσία στην ασφάλεια, από τη θεσμική ευθύνη στην καταστολή, από την κοινωνική διεκδίκηση στην εικόνα της αποσταθεροποίησης.
Τα κινήματα δεν επιδιώκουν να καταλάβουν το κράτος. Επιδιώκουν να το υποχρεώσουν να λειτουργήσει ως κράτος. Δεν θέλουν να αντικαταστήσουν τους θεσμούς με μια νέα αυθαιρεσία. Θέλουν να αναγκάσουν τους θεσμούς να αποδείξουν ότι υπάρχουν. Εδώ -κατά την άποψη της γράφουσας- βρίσκεται η ιστορική τους αξία. Τα ανομοιογενή αυτά κινήματα τοκίζουν τη δράση τους στον ιστορικό χρόνο, σαν σε μια ιδιότυπη τράπεζα του μέλλοντος. Μπορεί να μη νικούν άμεσα. Μπορεί να μη μετατρέπουν κάθε κινητοποίηση σε νόμο, κάθε διαδήλωση σε μεταρρύθμιση, κάθε συλλογική απαίτηση σε πολιτικό αποτέλεσμα. Όμως δημιουργούν μνήμη, γλώσσα, προηγούμενο. Και, ίσως το σημαντικότερο: επαναφέρουν την ιδιότητα του «πολίτη» ως ενεργή πολιτική ταυτότητα, χωρίς να κατασκευάζουν νέους μεσσίες. Εκεί όπου άλλοτε υπήρχε σιωπή, δημιουργείται δημόσια αξίωση. Εκεί όπου το κράτος λειτουργούσε ως κλειστό σύστημα πελατειών, οι πολίτες επαναφέρουν το αυτονόητο: ότι η εξουσία δεν είναι ιδιοκτησία κανενός.
Αυτή είναι η πιο ουσιαστική δημοκρατική συμβολή των ακέφαλων κινημάτων. Δεν υπόσχονται τη σωτηρία. Δεν αντικαθιστούν την πολιτική. Δεν ζητούν μια νέα αυθαιρεσία στο όνομα της κάθαρσης. Ζητούν να επανέλθει η πολιτική στον πυρήνα της: στη σχέση ευθύνης ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία. Τα ακέφαλα κινήματα είναι η πολιτική μνήμη του μέλλοντος. Και αυτό, για τις βαλκανικές κοινωνίες, που έμεναν εγκλωβισμένες ανάμεσα στον τύπο των εκλογών και την ουσία της διαφθοράς, είναι ήδη μια μορφή δημοκρατικής ωρίμανσης.

