H XΩΡΑ όπως ΕΙΝΑΙ

Μπαίνουμε, λοιπόν, στο φθινόπωρο του 2018 με προεκλογικούς-υποσχετικούς τόνους, με την «πολιτική αντιπαράθεση στα ύψη», όπως λέει η τυποποιημένη γλώσσα του ρεπορτάζ. Το θέμα, όμως, είναι να δούμε τη χώρα όπως είναι. Δανείζομαι, ασυγχώρητα ίσως, τον ωραίο τίτλο από το μυθιστόρημα του Ρίτσαρντ Φορντ γιατί μου φαίνεται ότι δείχνει έναν δρόμο. Δεν έχει μέσα του το «πρέπει» ή το «κάνε αυτό», ωστόσο υπονοεί μια εμπειρία αλήθειας. Σαν να μας λέει πως αν δεν κατονομάζεις το κακό, αν εμπορεύεσαι απλώς ευφημισμούς ή αν κρύβεσαι στα κειμήλια της ιστορίας σου, δεν μπορείς να μετουσιώσεις τη σωρευμένη εμπειρία σε καινούργια πράξη.

Φοβάμαι, όμως, ότι σε μεγάλο βαθμό αρνούμαστε πάλι να δούμε αυτήν τη χώρα όπως είναι. Ψάχνουμε χλωμά είδωλα παλιότερων εποχών, μια δεκαετία του ’90 έστω χωρίς το γκλάμουρ, έναν φανταστικό καπιταλιστικό δυναμισμό ή έναν επιδοματικό «προοδευτισμό» με παλιομοδίτικα συνθήματα. Από τις πιο διαφορετικές πλευρές στήνονται ταυτότητες που δεν δέχονται κριτική ούτε αντιρρήσεις.

Να δούμε τη χώρα όπως είναι δεν σημαίνει να βολευτούμε στο σχήμα της αιώνιας κακοδαιμονίας του Έλληνα. Αυτό το σχήμα είναι η πίσω πλευρά του μπανάλ εθνικισμού. Ούτε αιώνια και κληρονομική αρρώστια η Ελλάδα ούτε κληρονομικό χάρισμα και μεταφυσική αθωότητα το έθνος μας.

Εξακολουθεί ο γνωστός φόβος ότι η αυτοκριτική σε δείχνει αδύναμο και σε κάνει ευάλωτο. Κι έπειτα μπερδεύεται συχνά η αλήθεια με το αυτομαστίγωμα και μ’ εκείνη την παλιά «κριτική του Έλληνα» που μένει στα επιδερμικά συλλογικά κουσούρια. Από την άλλη, όμως, είναι καλό να χωρίζουν οι δρόμοι της πολιτικής ως επαγγέλματος (σεβαστού και πολύτιμου) και της δουλειάς όλων των άλλων που γράφουμε και μιλάμε. Θέλω να πω ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να σεβόμαστε την ανάγκη των πολιτικών ελίτ για ευφημισμούς και λεκτικά παιχνίδια που δεν αφήνουν κανέναν δυσαρεστημένο. Όταν, για παράδειγμα, όλοι ξέρουμε ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα των πολιτών της χώρας μας δηλώνει πάντα εισοδήματα των τριών και πέντε χιλιάδων ευρώ (και ανάμεσα σε αυτούς πολλοί γιατροί, μηχανικοί, εστιάτορες κ.λπ.), ξέρουμε στην ουσία πως συνεχίζεται η αμοιβαία παραπλάνηση: η πολιτική εξακολουθεί να απευθύνεται σε μια ψευδή κοινωνική κατάσταση, οι πολίτες να μιλούν κρύβοντας ένα μεγάλο μέρος της αλήθειας τους και το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο να αναπαράγει ως αληθινή αυτήn τη φούσκα ανειλικρίνειας.

Μοιάζει κάπως με την υπόσχεση που έδωσαν οι κομματικές ηγεσίες στην Έκθεση Θεσσαλονίκης ότι το ΥMΑΘ (Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης) είναι απαραίτητο και πρέπει να διατηρηθεί. Γιατί; Ο λόγος είναι ότι πρέπει να συντηρηθεί η ιδέα μιας ξεχωριστής ταυτότητας που, όντας «αδικημένη και παραμελημένη», χρειάζεται να ανταμείβεται συμβολικά και να βαφτίζεται κιόλας ηγέτιδα των Βαλκανίων.

Το πιο πάνω παράδειγμα είναι ενδεικτικό της αδυναμίας να παραδεχτούμε ότι κάτι έχει τελειώσει και ότι η παρακμή του δεν επιδέχεται μικροβελτιώσεις. Αν έκανε κάτι αυτή η κρίση, είναι να κατεβάσει από τον ουρανό στη γη όλες τις εξιδανικευμένες οντότητες: το δίκιο του λαού, την κοινωνία των πολιτών, τον φιλοπροσφυγισμό των αριστερών, τη μεταρρυθμιστική ανιδιοτέλεια των δανειστών. Η απογύμνωση ανθρώπων και λέξεων, συνθημάτων και συμβόλων όμως είναι διφορούμενη. Από τη μία, έχει κάτι θεραπευτικό και λυτρωτικό, όταν δεν μετατρέπεται σε μηδενισμό. Αλλά στα μάτια ενός μέρους της κοινωνίας η απογύμνωση και η απογοήτευση πάνε να «δικαιολογήσουν» την ευτέλεια, τη νοσταλγία για αυταρχικές λύσεις, την κάθετη απόρριψη της πολιτικής. Για κάποιον που δεν έχει ενδοιασμούς, το ότι ο τάδε πολιτικός αποδείχτηκε λίγος ή ότι ένα σύνθημα φάνηκε κάλπικο και κενό σημαίνει πως «όλα πια επιτρέπονται». Επειδή, ας πούμε, η θεϊκή αριστερά που είχε στο μυαλό του δεν υπάρχει, δικαιολογεί στον εαυτό του το να γίνει ακροδεξιός ή να μην έχει όρια στο μίσος του. Επειδή οι μεταπολιτευτικές ελίτ εξουσίας έφεραν αυτό ή το άλλο κακό, πολλοί πιστεύουν ότι μπορούν με όλη τους την άνεση να γκρεμίζουν την ιστορία των τελευταίων δεκαετιών σαν μια ιστορία διαφθοράς και απάτης.

Κάπως έτσι χτίζεται γύρω μας ένας νέος αναθεωρητισμός της άρνησης, διάχυτος και επιθετικός. Ένας αναθεωρητισμός που δεν έχει σχέση με την κριτική επανεξέταση και την αυτοκριτική αλλά με την επιβεβαίωση του «καθολικού κακού». Όλα είναι άσχημα και σάπια, άρα μπορώ κι εγώ, για να επιβιώσω, να συνεχίσω τις γνωστές πρακτικές. Μπορούμε, λοιπόν, να αντλούμε ευχαρίστηση από την ίδια μας τη διάψευση, να απολαμβάνουμε το πόσο «μας πρόδωσαν οι κακοί» για να συντηρούμε τον μύθο της δικής μας, πρωταρχικής αθωότητας. Να δούμε τη χώρα όπως είναι δεν σημαίνει να βολευτούμε στο σχήμα της αιώνιας κακοδαιμονίας του Έλληνα. Αυτό το σχήμα είναι η πίσω πλευρά του μπανάλ εθνικισμού. Ούτε αιώνια και κληρονομική αρρώστια η Ελλάδα ούτε κληρονομικό χάρισμα και μεταφυσική αθωότητα το έθνος μας. Η χώρα, όπως είναι, δεν σηκώνει πια τους ευφημισμούς που την δείχνουν καλύτερη ούτε την κυνική απόρριψη που την παρουσιάζει σαν τέρας. Και ίσως, αν αυτή η υπόσχεση αλήθειας γίνει μέρος του δημόσιου λόγου, κάτι, νομίζω, θα έχουμε κατορθώσει συλλογικά.

Πηγή: www.lifo.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.