Το καρναβάλι τέλειωσε κι αυτοί, μάσκες πουλάνε στο παζάρι

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, Οικονομολόγος – Σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Στην χώρα μας η περίοδος του καρναβαλιού ταυτίζεται με τις Απόκριες – οι τρεις εβδομάδες πριν από την Καθαρά Δευτέρα οπότε και αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή. Παλιότερα το καρναβάλι γινόταν παντού στην Ελλάδα με μασκαράτες ομάδες, χορούς, γλέντια, σάτιρα και διάφορα ιδιαίτερα έθιμα σε κάθε μέρος. Αν και εξαιτίας της πανδημίας έχει απαγορευτεί τα τελευταία δυο χρόνια, σήμερα το βιώνουμε κυρίως μέσα από το καρναβάλι της Πάτρας, την μεγαλύτερη αποκριάτικη εκδήλωση στην Ελλάδα. Το βλέπουμε τα τελευταία χρόνια, όμως, να αναπτύσσεται και σε άλλες περιοχές, όπως ο Ορχομενός, η Ξάνθη, το Ρέθυμνο, το Μοσχάτο, η Νάουσα, η Θήβα κ.α.. 

Σε κάθε καρναβάλι, εκτός του ότι οι γλεντοκόποι ξεφαντώνουν μπορούν και να κατακρίνουν την εξουσία και το αφεντικό τους. Είναι η μοναδική στιγμή που κάποιος μπορεί να σατιρίζει και να προσβάλλει τον απόλυτο άρχοντα χωρίς επιπτώσεις. Η μεσαιωνική αλλά και αναγεννησιακή αυτή παράδοση έχει τις ρίζες της στις Διονυσιακές γιορτές και θυμίζει τις ομιλίες του Διογένη που κορόιδευε τους πάντες μέσα απ’ το βαρέλι του.

Η περίοδος με τις μασκαράτες ομάδες, τους χορούς, τα γλέντια και τη σάτιρα που περιοριζόταν κατά την διάρκεια και μόνο του καρναβαλιού έχει γίνει πλέον καθημερινότητα. Η εκτόνωση της κοινωνίας σε ένα ασφαλές περιβάλλον και για ένα πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα που παρείχε το καρναβάλι έχει ξεφύγει εδώ και πολύ καιρό από κάθε έλεγχο. 

Ο κόσμος εκτονώνεται καθημερινά. Ο τρόπος που μεταχειρίζονται θεσμούς και δημόσια πρόσωπα απλοί πολίτες και μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και η ασυδοσία έως αναρχία του διαδικτύου, ιδιαίτερα τα χρόνια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης και πανδημίας, αναδεικνύει την απουσία δικλίδων ασφαλείας, ελέγχου και λογοδοσίας. Πολλώ δε μάλλον όταν δημόσια πρόσωπα λιντσάρονται διαδικτυακά μεταξύ τους. Διανύουμε μεταπολιτευτικά, ίσως, το πιο αδύναμο συνταγματικά δημοκρατικό σύστημα, το οποίο καταπατάται συστηματικά από ανθρώπους και φορείς που δεν έχουν καμία απολύτως νομιμοποίηση. Και αυτό όχι εξαιτίας κάποιας δικτατορίας αλλά της ανεξέλεγκτης φιλελευθεροποίησης ή και πολιτικής ορθότητας.  

Σε αυτό το αδύναμο συνταγματικά δημοκρατικό σύστημα, ο έλληνας πρωθυπουργός στο πρόσφατο διάγγελμα του με αφορμή τις καταστροφικές πυρκαγιές αναφέρθηκε και στην συμβολή της «κοινωνίας πολιτών». Και θα ήθελα να σταθώ εδώ. Η κοινωνία πολιτών υποτίθεται ότι περιλαμβάνει άτομα, οργανώσεις και θεσμούς που λειτουργούν με ιδιωτικούς στόχους μακράν του δημοσίου χώρου και χωρίς να έχουν την κρατική εξουσία. Επικεντρώνεται δε σε δραστηριότητες που αφορούν συνήθως στον πολιτισμό, στην παιδεία και στην κοινωνική πρόνοια, αλλά και στην επικοινωνία, την ανταλλαγή πληροφοριών και την ενημέρωση γύρω από θέματα πολιτισμικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά. 

Άνθρωποι, όμως, που λαμβάνουν μέρος στις παραπάνω δραστηριότητες κλίνουν επίσης προς την πλευρά στόχων αντιεξουσιαστικών. Έναν τέτοιο πολίτη παραλίγο να παρασημοφορήσει πρόσφατα για το «κοινωνικό» του έργο και η Προεδρία της Δημοκρατίας. Πολίτες είναι και οι μαφιόζοι, οι δε οργανώσεις τους ανήκουν, εξ ορισμού, στην τέλεια κοινωνία των πολιτών. Με αφορμή το λαθρο-μεταναστευτικό, σε πόσες περιπτώσεις έχουμε δει τελευταία το κράτος να στηρίζει οικονομικά και θεσμικά, τα καρκινώματα της κοινωνίας πολιτών, δηλαδή τόσο μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς αντιεξουσιαστών όσο και μαφιόζων διακινητών; Στο πλέγμα εξουσίας επίσημα πλέον συμμετέχουν τόσο αντιεξουσιαστές όσο και μαφιόζοι. Το καρναβάλι μεγαλώνει… από ένα ασφαλές περιβάλλον και για ένα πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα εκτόνωσης των πολιτών, αποκτά την ιδιότητα μόνιμου και διαρκούς θεσμού. Από τη μια το κράτος ζητάει από τους πολίτες του να υπακούσουν στις αποφάσεις του – δες μέτρα για την πανδημία – και από την άλλη ενθαρρύνει την γενικευμένη απόρριψη των πολιτικών.

Τελικά, μήπως οι κοινωνίες όντως μόνιμα καρναβαλίζουν, δηλαδή, αυτο-οργανώνονται και αυτο-διοικούνται; «Η δημοκρατία, ο κοινοβουλευτισμός, είναι η κορυφαία μέχρι στιγμής εφεύρεση του ανθρώπινου πνεύματος», γράφει ο σύγχρονος Έλληνας πολιτικός επιστήμονας, Ρωμανός Γεροδήμος στο σύγγραμμα του Ανταποκρίσεις από τον 21ο αιώνα. «Είναι αυτό που μας εμποδίζει», συνεχίζει, «να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον, που εμποδίζει την υπερίσχυση του νόμου της ζούγκλας, δηλαδή του ισχυρού. Η δημοκρατία είναι το μόνο πολίτευμα που βασίζεται στην πειθώ αντί της βίαιης επιβολής (αν και αυτή υπάρχει ως μονοπώλιο του κράτους και τελευταία επιλογή εφαρμογής νόμου). Δημοκρατία και πειθώ χωρίς τους φορείς τους, χωρίς, δηλαδή, ιεραρχία και πολιτικούς, δεν υπάρχει. Οι κοινωνίες δεν αυτο-οργανώνονται ούτε αυτο-διοικούνται». 

Αν οι κοινωνίες αυτο-οργανώνονται και αυτο-διοικούνται τότε τι την θέλουμε την δημοκρατία, τον κοινοβουλευτισμό; Κι όμως τα χρόνια της μεταπολίτευσης, με φωτεινή εξαίρεση την περίοδο διακυβέρνησης Σαμαρά που επιχείρησε μέσα σε περίοδο δυόμιση ετών να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, καρναβαλίζουμε μόνιμα. Το ελληνικό κράτος, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, λειτουργεί ακριβώς με την λογική της αυτό-οργάνωσης και αυτό-διοίκησης, δηλαδή του καρναβαλισμού και της ζούγκλας, χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως κεντρικός σχεδιασμός και φυσικά καμία κεντρική διοίκηση και οργάνωση. Χωρίς να υπάρχει καμία από τις αρχές της κεντρικής διοίκησης και οργάνωσης: ιεραρχία, περιγραφή καθηκόντων, στόχοι, έλεγχος, αμοιβή, ποινές. Με λίγα λόγια, ο καθένας κάνει ότι του κατεβάσει η γκλάβα, χωρίς να υπάρχουν κάποιες συνέπειες.   

Το «θέλω να ζητήσω συγνώμη» για τις ανεξέλεγκτες καταστροφικές πυρκαγιές του έλληνα πρωθυπουργού, επικοινωνιακά μπορεί να συγκριθεί με το «κατεστημένο» και «μη προνομιούχους» του Ανδρέα Παπανδρέου. Επίσης, με τον όρο «διαπλεκόμενα συμφέροντα», χωρίς να διευκρινιστεί βεβαίως ποιος διαπλέκεται και με ποιον. Σε καμία περίπτωση δεν αγγίζουν όλα τα ανωτέρω το «Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;», που ανέκραξε αγανακτισμένος ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος Καραμανλής, στοχεύοντας στο Στέμμα και την καμαρίλα του. 

Εγώ πάντως θα προτιμούσα αυτό που γράφει ο Γιώργος Ιωάννου στην Σαρκοφάγο. «Το ρητό εκείνο», όπως γράφει, «που ήταν κεντημένο στην από τουρκοκρατία μπάντα της γιαγιάς μου. Αποκαθήλωσα λοιπόν τα παλιά ρητά και έγραψα με τον μαρκαδόρο μου: Και αυτό θα περάσει».

Μεγάλη υπόθεση η συγνώμη, και δεν έχω κανένα λόγο να αμφιβάλω ότι ήταν από καρδιάς. Μεγάλη υπόθεση και το γεγονός ότι μέσα σε αυτό το χάος και καταστροφή που συνεχίζουν να επικρατούν περιορίστηκε στο ελάχιστο η απώλεια ζωής, τουλάχιστον ανθρώπινης. 

Παρόλα αυτά, ο Έλληνας πρωθυπουργός θα πρέπει να καταλάβει άμεσα ότι μεταρρύθμιση δεν είναι η καλή και σωστή επικοινωνία. Σοβαρή πολιτική δεν είναι ο εκσυγχρονισμός μιας πολλή χρήσιμης ψηφιακά εφαρμογής, αλλά άνευ ουσίας όταν δεν συνοδεύεται από τις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις. Η πολιτική συναίνεση δεν έχει κανένα νόημα, παρά μόνο επικοινωνιακό, όταν αφήνει ανέπαφο το υφιστάμενο πλέγμα εξουσίας, ειδικά όταν σε αυτό εμπλέκονται και τα καρκινώματα της κοινωνίας πολιτών. Επιπλέον, άριστοι – οι οποίοι, ειρήσθω εν παρόδω, λαλίστατοι κατά τα άλλα, λούφαξαν καθ’ όλη τη διάρκεια των καταστροφικών πυρκαγιών – δεν είναι αυτοί που παρέχουν την απαιτούμενη πολιτική ασφάλεια στο Μέγαρο Μαξίμου. Τέλος, ο κόσμος δεν περίμενε να ακούσει μόνο και για άλλα πακέτα ενισχύσεων, αλλά για ένα σχέδιο πολύ συγκεκριμένο, που μάλλον δεν υπάρχει, ή και όπου υπάρχει δεν εφαρμόζεται.

Αυτά είναι σοβαρό να γίνουν κατανοητά πολύ περισσότερο τώρα που απουσιάζει σοβαρή αντιπολίτευση και με τον κίνδυνο και εμμονή ενός άκρατου λαϊκισμού και ασυγκράτητου καρναβαλιού να θέλει συνεχώς να αποσταθεροποιεί τα πράγματα. Όλες οι εξιδανικεύσεις είναι πολιτικώς επικίνδυνες, και ενίοτε επιστημονικώς κίβδηλες. Άρα, ας μου επιτραπεί να θεωρήσω εξαρχής κίβδηλη την εξιδανίκευση της κοινωνίας των πολιτών, της άκρατης φιλελευθεροποίησης και πολιτικής ορθότητας. Το παράδοξο είναι ότι αυτό το οποίο επικαλείται την θωράκιση, προάσπιση και προστασία των ελευθεριών τείνει να τις περιορίζει. Ο Έλληνας θα πρέπει να αισθανθεί ξανά ασφαλής αλλά και ελεύθερος στην ίδια του την χώρα και δε θα συμβεί αυτό όσο ο πρωθυπουργός του δεν καταφέρει να ξεπεράσει τις εμμονές αλλά κυρίως φοβίες του που δεν τον αφήνουν να κυβερνήσει αποτελεσματικά. 

Σε ένα από τα αριστουργήματα, κατ’ εμέ, της σύγχρονης ελληνικής μουσικής, ο Βαγγέλης Γερμανός, το 1981, γράφει, συνθέτει και εκτελεί τις Μάσκες. «… Φουρτουνιασμένη, στείρα μου πηγή, αόρατε, μαύρε καβαλάρη, το καρναβάλι τέλειωσε κι αυτοί, μάσκες πουλάνε στο παζάρι…» τραγουδάει ο Βαγγέλης. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι μετά την καταστροφική για την χώρα διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το καρναβάλι τέλειωσε, αλλά από ότι φαίνεται, και δυστυχώς για κάποιους που παράγουν ουσιαστικό έργο στην κυβέρνηση και κυβερνητικό κόμμα, μάσκες πουλάνε στο παζάρι. Για πόσο, όμως, ακόμα; 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.