Τι θα μπορούσε να συμβεί με την αγόρευση της κ. Εισαγγελέως

Γράφει ο Αντώνης Φούσας

Η αυλαία της δίκης της ατυχέστατης Ελένης Τοπαλούδη έκλεισε στον πρώτο βαθμό (ΜΟΔ) και αναμένεται η εκδίκαση και πάλι της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό (ΜΟΕ). Αυτό προβλέπει η νομοθεσία μας και αυτό κατ’ ανάγκη θα γίνει.

Στους δύο κατηγορούμενους με απόφαση του δικαστηρίου, δεν αναγνωρίστηκε καμία ελαφρυντική περίσταση και επεβλήθησαν στους καταδικασθέντες οι ανώτερες προβλεπόμενες ποινές. Ήτοι, ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση (άρθρ. 299 Π.Κ.) και 15 έτη πρόσκαιρης κάθειρξης για το βιασμό (άρθρ. 336 Π.Κ.). Μεγαλύτερες ποινές δεν μπορούσαν να επιβληθούν, διότι η θανατική ποινή, ως εσχάτη των ποινών, έχει καταργηθεί από το έτος 1994, ενώ για τον ομαδικό βιασμό η προβλεπόμενη ποινή είναι της πρόσκαιρης κάθειρξης και το όριο είναι 5 – 15 έτη κάθειρξης.

Επομένως, με την απόφαση αυτή του δικαστηρίου δικαιώθηκε πλήρως η κ. Εισαγγελέας με την πρότασή της επί της ουσίας, ανακουφίστηκαν κάπως οι περίλυποι γονείς και συγγενείς της τραγικής Ελένης και ασφαλώς ικανοποιήθηκε η κοινή γνώμη. Έως εδώ πολύ καλά και ιδίως διότι ο χρόνος πίεζε πολύ και σε δέκα ημέρες υπήρχε μέγας κίνδυνος, να συμπληρωθεί το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης, που είναι 18 μήνες, και οι δύο κατηγορούμενοι να αποφυλακισθούν και μετά «μην τους είδατε».

Η κ. Εισαγγελέας, κατά την αγόρευσή της, που δικαιολογημένα ήταν γεμάτη συναισθηματισμό και που κράτησε τέσσερις περίπου ώρες, μεταξύ των άλλων, είπε και τα εξής, όπως προκύπτει από τη δημοσιευθείσα περίληψη της αγόρευσής της:

1. Είπε, λοιπόν, «από τη στιγμή, που οι συνήγοροι μπαίνουν στην υπόθεση αρχίζουν τα θέματα, τα σενάρια για τη συσκότιση της αλήθειας»!!!

2. Επίσης, η κ. Εισαγγελέας είπε και τα εξής: «Έχω ακούσει από συνηγόρους των κατηγορουμένων να λένε, ότι είμαστε συλλειτουργοί της Δικαιοσύνης. Συλλειτουργός στη Δικαιοσύνη είναι αυτός που αποσκοπεί ό,τι αποσκοπεί η Δικαιοσύνη. Στην ανεύρεση της αλήθειας»!!!

3. Χαρακτήρισε, τέλος, τους κατηγορούμενους «άθλια υποκείμενα».
Προτού, όμως, ν’ αναφερθώ στους κινδύνους, που, μετά βεβαιότητος, θα μπορούσαν να προκληθούν από τις ως άνω τοποθετήσεις της κ. Εισαγγελέως, είναι ανάγκη ν’ αναφερθώ πρώτα σ’ αυτά που προβλέπει η ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία για την συμπεριφορά των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών κατά την εκδίκαση μιας ποινικής υπόθεσης στο ακροατήριο και συγκεκριμένα:

1. Στο άρθρο 332 του ΚΠΔ ορίζεται πως «Αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο οι δικαστικοί λειτουργοί δεν μεταχειρίζονται τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δίκη κατά τρόπο αμερόληπτο, ευπρεπή, απαθή και ψύχραιμο, διαπράττουν βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα»!!!

2. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) «παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου». Επίσης, στην ίδια διάταξη της ΕΣΔΑ αναφέρεται ότι «Παν πρόσωπο κατηγορούμενο επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώο μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του».

3. Τέλος, όλοι οι καθηγητές Παν/μίου του ποινικού δικαίου της χώρας μας και όλου του κόσμου, όλα τα συγγράμματα και όλες οι δικαστικές αποφάσεις αναγνωρίζουν την προσφορά των συνηγόρων σε μία ποινική δίκη και όλοι τους θεωρούν, σαφέστατα, ως συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης.

Εν όψει όλων των ανωτέρω, δέχομαι ότι τα όσα ανωτέρω ανέφερε η κατά τα άλλα άριστη Εισαγγελέας, ήταν αποτέλεσμα της συναισθηματικής της φόρτισης, αλλά δεν μπορώ να δεχθώ, ότι ήταν σύμφωνα με τους νόμους της χώρας μας και της ΕΣΔΑ και ότι διέπονταν από τον επιβαλλόμενο σεβασμό προς τους πράγματι συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης και υπερασπιστές δικηγόρους.

Το θέμα, όμως, δεν είναι μόνο αυτό, που, ασφαλώς, είναι πολύ σοβαρό, αλλά είναι κάτι σοβαρότερο, και ειδικότερα, ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν απρόβλεπτες εξελίξεις, και συγκεκριμένα:

1. Σε δέκα περίπου ημέρες συμπληρωνόταν το 18μηνο της προσωρινής κράτησης και επομένως, θα έπρεπε να περατωθεί πολύ γρήγορα η υπόθεση και πάντως, όχι μετά το 18μηνο.

2. Τι, όμως, θα συνέβαινε, εάν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, σαφέστατα προσβεβλημένοι, έκαναν χρήση των διατάξεων του άρθρου 15 του ΚΠΔ και ζητούσαν την εξαίρεση της κ. Εισαγγελέως; Δεν είναι βέβαιο, ότι θα προλάβαινε να ολοκληρωθεί η πολύ χρονοβόρα διαδικασία αντικατάστασης της κ. Εισαγγελέως και ασφαλώς θα υπήρχε κίνδυνος αποφυλάκισης των κατηγορουμένων;

3. Τι θα συνέβαινε, εάν οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων, επίσης σαφέστατα προσβεβλημένοι, υπέβαλαν παραίτηση από τις θέσεις των υπερασπιστών των κατηγορουμένων και μάλιστα, στην συνέχεια της ένστασης εξαίρεσης της κ. Εισαγγελέως; Ασφαλώς δεν είναι βέβαιο, ότι θα προλάβαιναν να διοριστούν νέοι συνήγοροι και εάν θα δεχόντουσαν και αυτοί, και πόσο χρόνο θα ήθελαν, όπως προβλέπει ο νόμος, για τη μελέτη της μεγάλης δικογραφίας και την προετοιμασία τους. Ασφαλώς και εκ του λόγου αυτού, υπήρχε κίνδυνος, λόγω των 10 μόνο ημερών που είχαν απομείνει για την αποφυλάκισή τους;

Επομένως, από το μεγάλο θόρυβο, που προκλήθηκε από την αγόρευση της κ. Εισαγγελέως (θετικά ή αρνητικά), το μέγιστο πρόβλημα είναι, ότι υπήρξε μέγας κίνδυνος αδικαιολόγητης αποφυλάκισης των δύο κατηγορουμένων και αυτό θα ήταν το μέγα ζήτημα. Γι’ αυτό θα πρέπει να δοθούν συγχαρητήρια στους δύο συνηγόρους υπεράσπισης για την επιδειχθείσα ψυχραιμία τους και υπευθυνότητά τους, εις δε τους εισαγγελείς, πρέπει να υπενθυμίσουμε την παραπάνω ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία και να τονίσουμε, ότι δεν πρέπει, κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους και να παρασύρονται από συναισθηματισμούς και ο δικανικός τους λόγος να περιορίζεται μόνο στα στοιχεία της διαδικασίας και στους υφιστάμενους νόμους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.