Πενήντα δύο χρόνια μετά την εισβολή αρνούμαστε να συμβιβαστούμε με τη λήθη
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Αν το καλοσκεφτείτε, η ιστορία της Κύπρου μοιάζει με μια ατελείωτη, πικρή αλυσίδα από ξένους αφέντες που κράτησε σχεδόν χίλια χρόνια. Από τους Λουζινιάν και τους Ενετούς, μέχρι τους Οθωμανούς και τους Βρετανούς που πήραν το νησί με μια απλή υπογραφή στο Βερολίνο το 1878, οι Κύπριοι δεν σταμάτησαν ποτέ να πληρώνουν με αίμα το δικαίωμα τους να είναι Έλληνες. Ακόμα και το 1821, όταν δεν έγινε καν εξέγερση στο νησί, οι Οθωμανοί εκτέλεσαν τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και όλη την ηγεσία της Εκκλησίας με μια απλή υποψία. Κι όταν τελικά, μετά από έναν συγκλονιστικό και ματωμένο απελευθερωτικό αγώνα ενάντια στους Άγγλους, ήρθε η ανεξαρτησία το 1960, δεν ήταν η ιδανική λύση που ονειρευόταν ο λαός, αλλά ένας επώδυνος συμβιβασμός, το λιγότερο κακό που επέβαλλε τότε το διεθνές κλίμα.
Μόνο που αυτή η ανεξαρτησία δεν ήταν ακριβώς η πρώτη επιλογή του κυπριακού λαού, αλλά ένας δύσκολος συμβιβασμός που συμφωνήθηκε στη Ζυρίχη και το Λονδίνο το 1959, κάτω από την πίεση των πραγμάτων. Ο Μακάριος οδηγήθηκε στην υπογραφή της συμφωνίας μέσα σε ένα εξαιρετικά στενό διπλωματικό πλαίσιο, καθώς η Αθήνα έκρινε πως η απόρριψη της θα άφηνε την Κύπρο χωρίς συμμάχους και εκτεθειμένη σε πολύ μεγαλύτερους κινδύνους. Έτσι, το νέο κράτος ξεκίνησε την πορεία του με ένα Σύνταγμα γεμάτο δυσλειτουργίες και ισορροπίες τρόμου, που έδιναν στους Τουρκοκύπριους δικαίωμα βέτο σε όλα, χωριστές πλειοψηφίες και χωριστούς δήμους. Όλο αυτό το σχήμα, μαζί με τις εγγυήσεις που η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε αργότερα ως άλλοθι επέμβασης, αποδείχθηκε τελικά μια βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια της νέας Δημοκρατίας.
Και η βόμβα αυτή δεν άργησε να εκραγεί. Ο Μακάριος, υποτιμώντας τους κινδύνους και το ισοζύγιο δυνάμεων στην περιοχή, πρότεινε μονομερώς τα Δεκατρία Σημεία για να αλλάξει το Σύνταγμα τον Νοέμβριο του 1963. Αυτή η κίνηση έφερε το απόλυτο χάος, με τους Τουρκοκύπριους να αποχωρούν από την κυβέρνηση και να κλείνονται σε ένοπλους θύλακες. Κι ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν, από το 1968 έως το 1974, οι δύο πλευρές έφτασαν πολύ κοντά σε μια λογική συμφωνία στις ενδοκυπριακές συνομιλίες, με τους Τουρκοκύπριους έτοιμους να κάνουν τεράστιες υποχωρήσεις, η ελληνοκυπριακή ηγεσία έδειξε μια απίστευτη αναβλητικότητα. Πίστευαν ότι ο χρόνος κυλούσε υπέρ τους, χάνοντας τη μία ευκαιρία μετά την άλλη, μέχρι που η ιστορία τους προσπέρασε δραματικά.
Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε με την προδοσία της 15ης Ιουλίου του 1974. Το ανόητο και εγκληματικό πραξικόπημα της αθηναϊκής χούντας άνοιξε διάπλατα την πόρτα στην Τουρκία. Στις 20 Ιουλίου, με τον «Αττίλα 1», τα τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Κύπρο, κάνοντας πράξη ένα σχέδιο που οι Κεμαλιστές στρατηγοί δούλευαν για δεκαετίες, να σπάσουν, δηλαδή, τον αποκλεισμό του Αιγαίου και να βγάλουν από τη μέση το «νησιωτικό στιλέτο» της Κύπρου. Η διεθνής κοινότητα απλά κοιτούσε, οι Αμερικανοί επέβαλαν σιωπή και η ελληνική πλευρά, παραλυμένη, σύρθηκε στη Γενεύη για να αποδεχτεί ουσιαστικά την παραμονή του τουρκικού στρατού. Η συνέχεια γράφτηκε με τον «Αττίλα 2», την προσφυγιά 200.000 ανθρώπων και την κατοχή του 37% του νησιού.
Μέσα σε εκείνο τον μαύρο Αύγουστο του 1974, ο συγγραφέας Νίκος Δήμου σχεδίασε εθελοντικά ένα σύμβολο που έμελλε να καρφωθεί στις ψυχές όλων μας. Το «Δεν Ξεχνώ». Μια απλή, μαύρη σιλουέτα της Κύπρου, μαχαιρωμένης στα δύο από τη γραμμή του Αττίλα, με τη σχισμή να μοιάζει με ροή αίματος που τρέχει ασταμάτητα. Αυτό το σήμα έγινε η κραυγή μας ενάντια στη λήθη, συντροφεύοντας μια μακρά και επίπονη διπλωματική πορεία, από τις Συμφωνίες Κορυφής του ’77 και του ’79 για μια Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, την παράνομη ανακήρυξη του ψευδοκράτους το 1983, την απόρριψη του σχεδίου Ανάν το 2004 από έναν λαό που αρνήθηκε να υπογράψει την ίδια του τη διχοτόμηση, και τελικά το ναυάγιο στο Κραν Μοντανά το 2017, όπου η Τουρκία έδειξε ξανά ότι δεν πρόκειται να αφήσει ποτέ τα επεμβατικά της δικαιώματα.
Σήμερα, η Άγκυρα έχει πετάξει πια τις μάσκες. Δεν συζητάει καν για ομοσπονδία, αλλά απαιτεί δύο κράτη και πλήρη αναγνώριση του ψευδοκράτους, την ώρα που απλώνει τα πλοκάμια της με τη «Γαλάζια Πατρίδα» και τις επεμβάσεις της στη Συρία, τη Λιβύη και τον Καύκασο. Και πώς αντιδρά η σημερινή ελληνική κυβέρνηση απέναντι σε αυτόν τον επεκτατικό κίνδυνο; Με μια πρωτοφανή, ανεύθυνη ελαφρότητα και μια καθαρά τεχνοκρατική λογική, λες και το Κυπριακό είναι απλώς μια εκκρεμότητα που πρέπει να κλείσει για να μην χαλάει το «καλό κλίμα» με την Τουρκία. Υπάρχει μια διάχυτη τάση κατευνασμού στην Αθήνα, μια διάθεση να ξεχάσουμε την ουσία της κατοχής και να συμβιβαστούμε με τα τετελεσμένα, λες και η ειρήνη αγοράζεται με υποχωρήσεις.
Όμως η ιστορία μας έχει διδάξει ότι όποιος προσπαθεί να αγοράσει την ειρήνη από έναν πολεμοκάπηλο, στο τέλος πληρώνει το τίμημα με πόλεμο. Σήμερα που, όπως λέει και το τραγούδι του Αντρέα Αντρέου σε μουσική του Νάσου Παναγιώτου, «ήρθαν πικροί κακοί καιροί», δεν έχουμε το δικαίωμα να σιωπήσουμε ούτε να κουραστούμε να θυμόμαστε. Αυτοί οι πικροί καιροί της εθνικής νάρκης και της υποχώρησης πρέπει να μας βρουν όρθιους. Το «Δεν Ξεχνώ», με τη ματωμένη του γραμμή, δεν είναι ένα μουσειακό αυτοκόλλητο, αλλά ένα ζωντανό κατηγορώ και μια ασπίδα απέναντι στη λήθη. Μας υπενθυμίζει καθημερινά ότι η ελευθερία της Κύπρου δεν είναι ένα ενοχλητικό βαρίδι, αλλά η μοναδική εγγύηση για να συνεχίσει να υπάρχει ο ελληνισμός σε αυτή τη γωνιά της γης.

