Όταν η σιωπή γίνεται συνενοχή

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Με αφορμή τις πρόσφατες δημόσιες εμφανίσεις και τοποθετήσεις των δύο πρώην πρωθυπουργών, του Αντώνη Σαμαρά και του Κώστα Καραμανλή, πολλοί έσπευσαν να αντιδράσουν. Όχι όμως απαντώντας στα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν, αλλά μεταφέροντας τη συζήτηση στο αν «επιτρέπεται» να λέγονται αυτά τα πράγματα δημόσια.

Η ένσταση που επαναλαμβάνεται είναι γνωστή, ότι, δηλαδή, σε μια παράταξη τέτοια ζητήματα δεν τίθενται στον δημόσιο διάλογο, αλλά συζητούνται «σε οικογενειακό επίπεδο». Ότι, με άλλα λόγια, τα προβλήματα πρέπει να μένουν πίσω από κλειστές πόρτες, για να μη διαταράσσεται η εικόνα της ενότητας. Πρόκειται για μια λογική που ίσως ταιριάζει σε οικογενειακές διαφορές. Δεν ταιριάζει όμως στη δημοκρατία, και πολύ περισσότερο δεν ταιριάζει όταν τα ζητήματα που τίθενται αφορούν την πορεία της πατρίδας.

Η πολιτική δεν είναι οικογενειακός καβγάς. Είναι δημόσια ευθύνη. Και όταν πρώην πρωθυπουργοί επιλέγουν να μιλήσουν δημόσια, το κάνουν γιατί θεωρούν ότι ορισμένα ζητήματα δεν μπορούν να κρύβονται κάτω από το χαλί.

Η πραγματικότητα άλλωστε είναι γνωστή σε όλους. Πολλοί βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας, όταν επιστρέφουν στις περιφέρειες τους, ακούν από τους πολίτες τους ίδιους ακριβώς προβληματισμούς που εκφράζονται δημόσια. Ανησυχία για την οικονομία, για την εθνική στρατηγική, για τη λειτουργία των θεσμών, για μια γενικευμένη αίσθηση ότι η χώρα κινείται χωρίς σαφή προσανατολισμό.

Το παράδοξο είναι ότι αυτές οι συζητήσεις γίνονται ανοιχτά στις τοπικές κοινωνίες, αλλά σπάνια ακούγονται δημόσια από εκείνους που τις ακούν καθημερινά. Πολλοί τις συμμερίζονται, αλλά αν όχι κανείς, τότε λίγοι βρίσκουν το πολιτικό και ηθικό θάρρος να τις πουν. Έτσι δημιουργείται μια ιδιότυπη αντίφαση, όπου η κοινωνία μιλά, αλλά η πολιτική σιωπά.

Σε αυτή τη σιωπή συμβάλλει συχνά και ένα σύστημα ενημέρωσης που προτιμά να ωραιοποιεί την πραγματικότητα αντί να την αναδεικνύει. Όμως όσο περισσότερο επιχειρείται να κρυφτεί το πρόβλημα, τόσο περισσότερο μεγαλώνει η δυσπιστία των πολιτών.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, η χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα ακόμη κενό. Από τη μία πλευρά μια κυβέρνηση που κατηγορείται για ανεπάρκεια, αλαζονεία και σκιές διαφθοράς. Από την άλλη μια αντιπολίτευση που συχνά δείχνει ανίκανη να ανταποκριθεί στο βάρος των περιστάσεων και στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η κοινωνία αναζητά κάτι απλό αλλά πολύτιμο, που λέγεται καθαρές κουβέντες και πολιτικό θάρρος. Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα. Πώς μπορεί κανείς να βλέπει αυτή την κατάσταση και να επιλέγει τη σιωπή;

Γιατί σε κρίσιμες στιγμές για την πατρίδα, η σιωπή δεν είναι απλώς επιλογή. Είναι στάση. Και πολλές φορές μετατρέπεται σε σιωπηρή ταύτιση με έναν κατήφορο που ολοένα και περισσότεροι πολίτες βλέπουν μπροστά τους.

Και τότε η ιστορία δεν ρωτά ποιος μίλησε πολύ. Ρωτά ποιος είχε το θάρρος να μιλήσει όταν οι περισσότεροι επέλεγαν να σωπάσουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.