Όπως πάντα. Από την ομοψυχία στον διχασμό

Ένα από τα μοτίβα (patterns) που χαρακτηρίζει το έθνος μας είναι να ομοψυχεί απέναντι σε ένα κοινό εχθρό και όταν όλοι μαζί αποσοβήσουμε τον κίνδυνο να διαιρείται και να διχάζεται.

Γράφει ο Dr Γιώργος Γιαννούσης, Ψυχοθεραπευτής, Οικογενειακός θεραπευτής

Αυτό συμβαίνει και σε άλλες εκφάνσεις της ζωής μας, της κοινωνικής, της οικογενειακής ή της επαγγελματικής. Για παράδειγμα μπορεί μια ομάδα  συγγενικών προσώπων να συσπειρωθούν μεταξύ τους για να αντιμετωπίσουν ένα πρόβλημα υγείας και όταν αυτό ξεπεραστεί να μαλώσουν μεταξύ τους.

Αυτό το μοτίβο, ομοψυχίας και διχασμού εξελίσσεται για ακόμη μια φορά αυτή τη περίοδο στην ελληνική κοινωνία, στην οποία έπειτα από την επιτυχημένη αντιμετώπιση της πανδημίας στην περίοδο του lockdown παρατηρούμε σήμερα να αναπτύσσονται διάφοροι διχασμοί, όπως μεταξύ αυτών που αρνούνται την ύπαρξη του ιού, αυτών που δεν επιθυμούν τη χρήση μάσκας ή μεταξύ διάφορων επαγγελματικών ομάδων, οι οποίες αναρωτιούνται για την δίκαιη κατανομή των μέτρων, κ.ο.κ.

Παρότι η πανδημία μας βρήκε απροετοίμαστους και με πολλές ανεπάρκειες, οι Έλληνες πήραν τη μοίρα στα χέρια τους και ενωμένοι αντιμετώπισαν τον κίνδυνο με μόνο όπλο το φιλότιμο. Σε μια περίοδο που ήρθε ο κόσμος ανάποδα, που ο θάνατος σε γειτονικές χώρες πλημμύρισε τις οθόνες μας, ο φόβος λειτούργησε θετικά ως προς την ανάπτυξη μιας αλληλεγγύης προς τους πάσχοντες, αλλά και όσους συνέβαλαν στην πρώτη γραμμή για να προστατέψουν το κοινωνικό σώμα.

Μόλις όμως κερδίσαμε τη μάχη, επαναπαυτήκαμε σαν να πιστέψαμε πως είμαστε άτρωτοι ή σαν να μη δεχόμαστε την ευαλλωτότητά μας. Φάνηκε πως λειτουργούμε μεν συνεκτικά έναντι ενός κινδύνου, αλλά τι γίνεται όταν δεν πιστεύουμε πως αυτός υπάρχει ή τον υποτιμούμε επειδή πιστεύουμε πως μπορούμε να τον διαχειριστούμε, πως εμείς είμαστε πιο δυνατοί από αυτόν.

Δίχως λοιπόν τον κίνδυνο, ή καλύτερα την αίσθηση του κινδύνου φανήκανε όλες μας οι στρεβλώσεις κι όλα όσα δεν αντιμετωπίζουμε με ρεαλισμό. Γιατί ο ρεαλισμός απουσιάζει από την ελληνική κοινωνία σε όλα της τα πεδία.

Η πρώτη φάση χαρακτηρίστηκε από την κατανόηση πως όλοι μας είμαστε εν δυνάμει φορείς του ιού και κλειστήκαμε για να προστατέψουμε τους δικούς μας ανθρώπους. Η απόσταση από κατάρα έγινε ευχή και ο ψυχισμός μας χρειάστηκε να ξεμάθει συνήθειες ριζωμένες βαθιά μέσα μας.

Καλά τα καταφέραμε αλλά αυτή η ρήξη στις συνήθειες και η αδυναμία να διαχειριστούμε τα δύσκολα συναισθήματα που αυτή επέφερε έγινε η πρωταρχική αιτία των διχασμών και των διαιρέσεων.

Για να μη γελιόμαστε η εθνική μας μειονεξία είναι η έλλειψη συλλογικών και κατ’ επέκταση ατομικών τρόπων να παλεύουμε τα δύσκολα συναισθήματα και να ερχόμαστε αντιμέτωποι με την αλήθεια που κουβαλούν. Αρνούμαστε υποκριτικά την ύπαρξή τους, σαν να μην υπάρχει απώλεια, πόνος και θλίψη. Δεν συνομιλούμε με τους νεκρούς μας, δεν αντέχουμε το θάνατο κι έχουμε βρικολακιάσει τα συναισθήματά μας, θάβουμε μαζί με τους νεκρούς μας τον πόνο και τη θλίψη της απώλειας τους. Και συνακόλουθα για όλες τις απώλειες, μικρές και μεγάλες, έχουμε την ίδια θεώρηση, δεν τις επιθυμούμε, αλλά και δεν της αντέχουμε με αποτέλεσμα να στρουθοκαμηλίζουμε.

Η θλίψη και ο πόνος όμως είναι από τους σημαντικότερους πυλώνες που στηρίζουν το μεγάλωμά μας, ως ανθρώπους, η γνώση που κουβαλούν μας ωριμάζει, αρκεί να τα κοιτάξουμε κατάματα.

Η αδυναμία να διαχειριστούμε λοιπόν την απώλεια μας καθιστά ανήμπορους για αλλαγές. Και τότε ψάχνουμε για υπαίτιους, κοιτώντας φυσικά γύρω μας, στον άλλο και ειδικά στον αδύναμο άλλο, τον ξένο. Δημιουργούμε επίσης φαντασιακούς εχθρούς, όπως το κράτος, αυτό που σε άλλες περιπτώσεις ανακαλούμε ως πατέρα-προστάτη, ή ακόμη χειρότερα επικαλούμαστε σενάρια συνωμοσίας και συνωμότες που βάλλουν κατά της πατρίδας μας.

Στρώνουμε έτσι συνειδητά και ασυνείδητα το έδαφος για να σπείρουμε τη διχόνοια και τον διχασμό, καμιά φορά δεν έχει καν σημασία με ποιον, αρκεί να δημιουργήσουμε τον ένοχο, τον υπαίτιο της κακοτυχίας μας.

Η λύση είναι η επιστροφή στο μέλλον ή για να μη μοιάζει με λογοπαίγνιο η αναζήτηση της δύναμης και της ικανότητας μας να μονιάζουμε όπως όταν κινδυνεύουμε από εξωτερικούς εχθρούς, δίχως αυτοί να υπάρχουν.

Όλοι λοιπόν με πρωταγωνιστές τους θεσμούς και τα θεσμικά τους όργανα, έπειτα οι συλλογικότητες, οι κοινότητες, ομάδες, οι γειτονιές, οι παρέες, οι οικογένειες και τέλος τα άτομα χρειάζεται να στρέψουν το δάκτυλο στον εαυτό τους και να τον κάνουν καλύτερο.

ΥΓ: Μια ευθύνη του κράτους είναι να ξεχωρίσει από τα κόμματα και τις εκάστοτε κυβερνήσεις, να έχει δηλαδή διακριτό ρόλο και μια αυτόνομη λειτουργία για την οποία θα είναι υπόλογο στην ελληνική κοινωνία.

Οι εκάστοτε κυβερνήσεις και η κοινοβουλευτική διαδικασία να ξεχωρίσουν από την λειτουργία των κομμάτων.

Τα κόμματα να λειτουργούν ως ιδεολογικοί φορείς που αναπτύσσουν κοινωνικό, επιστημονικό και ερευνητικό έργο κι όχι ως συντεχνιακές παρατάξεις.

και η λίστα συνεχίζεται ως που να φτάσουμε στην λεγόμενη ατομική ευθύνη, στην ευθύνη που έχει ο καθένας μας να κάνει τον εαυτό του και τον κόσμο καλύτερο.

LarisaPress

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.