Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο «αντιεξουσιαστικός χώρος»

Γράφει ο Σάκης Κουρουζίδης

Και, στη Νέα Σμύρνη, ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στους δρόμους με τους αντεξουσιαστές – και αν δεν είχε σημειωθεί το λιντσάρισμα και ο άγριος ξυλοδαρμός του αστυνομικού, σήμερα θα επαιρόταν για το κίνημα που αντιστρατεύεται τον αυταρχισμό της «χούντας» που κυβερνά. Ποια είναι όμως η πραγματική σχέση ΣΥΡΙΖΑ – αντεξουσιαστών; Και τι φανερώνει; [ΤΒJ]

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ κρατά, διαχρονικά, αυτή τη στάση απέναντι στο χώρο της πολιτικής βίας (τρομοκρατία, «μπαχαλάκηδες», Ρουβίκωνας…), στάση όχι απόλυτα ξεκάθαρη, που στην καλύτερη περίπτωση είναι «εμείς δεν υιοθετούμε την επιλογή της βίας»;

Μια πρώτη και εύκολη ερμηνεία είναι ότι αντλεί ψήφους από το χώρο αυτό. Η ερμηνεία αυτή νομίζω πως είναι εντελώς λανθασμένη. Πρώτον, γιατί πρόκειται για έναν περιορισμένο, αριθμητικά, εκλογικό κοινό (2, 3, 4, 5.000 πανελλαδικά) και άρα, θα λέγαμε, δεν αξίζει τον κόπο να ρισκάρει μία σύνδεσή του με ανάλογες πρακτικές, για τόσο μικρή εκλογική προσδοκία. Δεύτερον, ο χώρος αυτός δεν ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ – σωστότερα: δεν ψηφίζει καν. Κάποιοι λίγοι μπορεί να επιλέγουν διάφορα αριστερίστικα σχήματα ή ρίχνουν ψήφο «για πλάκα», π.χ. Λεβέντη ή κάτι ανάλογο. Αλλά ΣΥΡΙΖΑ όχι, ούτε ΚΚΕ βέβαια!

Γιατί, λοιπόν, μπαίνει σε ένα τέτοιο ρίσκο να θολώσει τη δημόσια εικόνα του με αυτή την αμφιλεγόμενη, τουλάχιστον, στάση του;

Το 2009, κάποιους μήνες μετά το 20ήμερο καθημερινό κάψιμο της Αθήνας που ακολούθησε τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, είχα δημοσιεύσει ένα κείμενο στην Αυγή με τον τίτλο: «Η ανομία είναι αντεπαναστατική».

Το κείμενο αναδημοσιεύτηκε από το γνωστό ιστοχώρο Indymedia, με σκοπό να το λοιδορήσουν (αλήθεια, κατοικοεδρεύει ακόμα στο ΕΜΠ;).

Ακολούθησαν πολλά σχόλια που τα έβαζαν με τον ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή και το κείμενο αυτό στην Αυγή, μεταξύ των οποίων και το ακόλουθο από οπαδό της μη βίας, όπως δηλώνει (απευθυνόμενος στους αντιεξουσιαστές):

Δεν υπάρχει μόνο το άσπρο και το μαύρο στον κόσμο ετούτο, παιδάκια. Και εγώ ήμουνα μαζί σας και ας μην σήκωσα χέρι να κάνω κάτι βίαιο. Και χιλιάδες άλλος κόσμος ήταν μαζί μας και ας μην έδρασε βίαια. Η βία είναι απλά ένα μέσο, επιλέγεις να το χρησιμοποιήσεις ή όχι. Και ακόμα και όταν το επιλέγεις, καλά είναι να το κάνεις με σύνεση. Το κίνημα είναι πάνω από κάθε φετιχισμό της βίας (ή της μη-βίας)!

Ένας άλλος προσπαθεί να υπερασπιστεί τον ΣΥΡΙΖΑ:

Και όχι συντηρητικό κόμμα. Και επίσης ξέρω ότι πολλοί από την νεολαία ΣΥΝ ήταν μαζί μας στα οδοφράγματα του Δεκέμβρη. Και όσο και να διαφωνώ μαζί τους, δεν σημαίνει ότι τους θεωρώ ίδιους με τους δεξιούς!

Το κίνημα είναι πάνω από κάθε φετιχισμό της βίας (ή της μη-βίας)!

Το Δεκέμβριο του 2008, όντως ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν καθημερινά «στα οδοφράγματα» μαζί με όλον αυτόν το χώρο που έδινε τον τόνο και καθόριζε τις πρακτικές των κινητοποιήσεων.

Γιατί, λοιπόν, το κάνει;

Ο «χώρος» αυτός, διαχρονικά, δημιουργεί ένα συγκρουσιακό κλίμα απέναντι στο «σύστημα» με σκοπό να μεταφερθεί αυτή η σύγκρουση στο πεδίο της βίας, με μολότοφ, τυφλές επιθέσεις απέναντι σε «σύμβολα» του συστήματος (αστυνομία, τράπεζες, άλλες δημόσιες υπηρεσίες).

Ο χώρος αυτός δεν ενδιαφέρεται να εισπράξει εκλογικά κάτι από τα όποια αντισυστημικά «κέρδη» του. Του αρκεί το «μπάχαλο», τα πλήγματα στο σύστημα.

Συμμετέχει όμως στην παραγωγή ενός αντισυστημικού πολιτικού κεφαλαίου το οποίο έχει κενό πολιτικής και κυρίως κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.

Εκεί μπαίνει στη σκηνικό ο ΣΥΡΙΖΑ. Πιάνει μια επαφή με τον αντισυστημισμό και διεκδικεί την εκλογική του εκπροσώπηση. Όχι του συγκεκριμένου χώρου της βίας, αλλά του εν γένει αντισυστημισμού. Αναφέρεται στα αίτια που προκαλούν την έκρηξη των νέων, των ανέργων, των εκτός συστήματος, δικαιολογεί την οργή και κατανοεί και τις όποιες «υπερβολές», δηλαδή τη βία, τις καταστροφές, την «ατομική βία». Βεβαίως εμείς (ο ΣΥΡΙΖΑ) δεν υιοθετούμε τέτοιες πρακτικές, αλλά κατανοούμε τη δικαιολογημένη αγανάκτηση και στηρίζουμε τα αιτήματα.

Ένας δεύτερος λόγος που οδηγεί τον ΣΥΡΙΖΑ να παίζει με τη φωτιά της βίας είναι ότι ο «χώρος» αυτός του ακραίου αντισυστημισμού, κάπου μεταξύ βίας και τρομοκρατίας, παράγει ένα συγκρουσιακό κλίμα και προσφέρει στον ΣΥΡΙΖΑ την ευκαιρία και τη δυνατότητα να αναδείξει ένα πεδίο αντιπολιτευτικό, αυτό της «αστυνομοκρατίας» και του «κράτους της Δεξιάς, του νόμου και της τάξης».

Όσο υπάρχουν οι μπάχαλοι και όσο συγκρούονται με την αστυνομία, τόσο θα βρίσκει ο ΣΥΡΙΖΑ κάτι αντιπολιτευτικό να πει.

Πάντα η αστυνομία θα έχει υπερβάλει, θα κάνει, «απρόκλητα», χρήση της αστυνομικής βίας και των άλλων κατασταλτικών μέσων, πάντα θα πιάνει κάποιους «ανύποπτους», όλο και κάποιος φιλήσυχος πολίτης θα υποστεί κάτι επειδή «έτυχε» να περνάει από την περιοχή, θα καταγγέλλει ότι η χρήση χημικών ήταν υπερβολική…

Ο λεγόμενος αντιεξουσιαστικός χώρος παράγει αυτό το πλαίσιο και του δίνει την ευκαιρία να αναδείξει κάποιες διαφορές του με τη «Δεξιά της αστυνομοκρατίας».

Αν σκεφτεί κανείς την «παιδαριώδη» ενίοτε αντιπολιτευτική του ρητορική, ειδικά στην περίοδο της πανδημίας, το πεδίο αυτό είναι από τα πιο πρόσφορα, αυτό που (νομίζει ότι) του δίνει κάποιο πιο διακριτό στίγμα έναντι της ΝΔ. Το αμέσως επόμενο πεδίο διαφοροποίησης από τη ΝΔ μέσω του θέματος των καταγγελιών για κακοποιήσεις στο χώρο του αθλητισμού και του θεάτρου μάλλον ατυχές αποδείχθηκε. Πέρα από τις ευθύνες της ΝΔ σε θέματα χειρισμών, πώς να πείσεις, όπως επιχείρησε ο ΣΥΡΙΖΑ, ότι το προφίλ του παιδεραστή ή του κακοποιητή έχει πολιτικό υπόβαθρο και ευδοκιμεί στον ένα πολιτικό χώρο έναντι του ηθικά ανώτερου άλλου.

Ούτε στο πεδίο της πανδημίας κατάφερε να κάνει τη διαφορά, άρα χρειαζόταν εναγωνίως κάτι πιο εμφανές και πίστεψε ότι το βρήκε στην απεργία πείνας του Κουφοντίνα.

Ξαναέπαιξε με τη φωτιά και τώρα φαίνεται πως θα βγει πιο τσουρουφλισμένος από ό,τι στο παρελθόν για τη –διαχρονικά– παρεμφερή στάση του απέναντι στον αντιεξουσιαστικό χώρο.

Η λογική του ΣΥΡΙΖΑ είναι να συντηρείται αυτός ο χώρος, γιατί παράγει αντισυστημισμό, προνομιακό πεδίο κατά τη λογική του, και δεύτερο, η συγκρουσιακή πρακτική του χώρου αυτού, του προσφέρει ένα πεδίο να δείξει τη διαφορά του από τη Δεξιά της αστυνομοκρατίας.

Άρα, καλώς υπάρχει και γι’ αυτό τον νομιμοποιεί στον δημόσιο χώρο, έστω και αν δηλώνει ότι δεν συμφωνεί με τις πρακτικές του.

Ως υπόβαθρο αυτής της συμπεριφοράς από μια ολόκληρη αριστερή παράδοση είναι και κάποιες αφετηριακές πεποιθήσεις που όμως έχουν μετατραπεί σε αφόρητα κλισέ.

Υπάρχει μια αντίληψη στην Αριστερά ότι η χρήση της βίας νομιμοποιείται ως απάντηση στην κρατική βία, τη βία του συστήματος, τη βία του κατακτητή ή γενικά ό,τι καθαγιάζεται από το «δίκαιο» του αιτήματος, του σκοπού αυτού που τη χρησιμοποιεί. Η αντίληψη αυτή εύρισκε μια εύλογη πολιτική νομιμοποίηση, στο βαθμό που συνδεόταν με μια ολόκληρη περίοδο πολιτικών, κοινωνικών και διεθνών συγκρούσεων. Ηθικά, όμως, είναι προ πολλού ξεπερασμένη, αλλά έχει αξιολογηθεί και στο πεδίο της αποτελεσματικότητας ως στρατηγική ήττας. Αποτελεί, δηλαδή, αυταπάτη για τον «αδύναμο» ότι με τα μέσα του συστήματος –τη βία κατά κύριο λόγο– θα νικήσει το σύστημα.

Κατά κανόνα, η αντίληψη αυτή έχανε και με πολύ βαρύ τίμημα, αλλά και όταν νικούσε τελικά πάλι έχανε, πριν προλάβει να κλείσει τις πληγές που άφηνε πίσω της η βίαιη σύγκρουση. Ο βολονταρισμός που συνόδευε τη νίκη μετά από βίαιη –επαναστατική– πάλη δεν κατάφερνε να ξεπεράσει και να αφομοιώσει μέσα στον όποιο δίκαιο σκοπό, τον διχασμό της βιαιότητας της σύγκρουσης και των υπερβολών που εξ ορισμού την συνοδεύουν. Όταν θεωρείς ότι οι ιδέες σου είναι δίκαιες, «ανώτερες», τότε, λογικά, θα έπρεπε να επιδιώκεις ως προνομιακό πεδίο τη σύγκρουση ιδεών και πολιτικών και όχι τη σύγκρουση στο πεδίο του αντιπάλου, όπου, κατά τη λογική σου, κυριαρχούν τα κατασταλτικά μέσα, η αστυνομική και ενίοτε η στρατιωτική βία.

Ένα δεύτερο υπόβαθρο αδρανούς πεποίθησης είναι ότι η Αριστερά έχει μάθει να υπάρχει διωκόμενη. Τότε βρίσκεται στο στοιχείο της, όταν την κυνηγούν, όταν εκπέμπει την εικόνα του αδικημένου –και όχι μόνο όταν συμπαρατάσσεται με τους αδικημένους– για να εισπράττει έτσι τη συμπάθεια της κοινωνίας. Όμως, οι καιροί παρήλθαν. Ούτε πειστικό είναι πια το κλίμα της δίωξης, ούτε, ακόμη και αν υπήρχε, θα αρκούσε για να της δώσει έναν «πλήρη» ρόλο στη σημερινή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα

books journal

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.