Από τον φιλόσοφο βασιλιά στον άριστο μάνατζερ και η αμείλικτη εκδίκηση της πραγματικότητας

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η μετάβαση από το προστατευμένο σχεδιαστήριο της θεωρίας στο χάος της πραγματικότητας είναι το πιο επώδυνο ξύπνημα για όποιον πιστεύει ότι μπορεί να κυβερνήσει τον κόσμο με ένα εγχειρίδιο στο χέρι. Είναι εντελώς άλλο πράγμα να φτιάχνεις γεωμετρικά τέλεια συστήματα στο μυαλό σου, κλεισμένος σε ένα γραφείο, και ριζικά διαφορετικό να βγαίνεις έξω και να λερώνεις τα χέρια σου με τις ανθρώπινες αδυναμίες, τα συμφέροντα και τις αναποδιές της αληθινής ζωής. Η ιστορία δεν χαρίζεται σε όσους ζουν με την αυταπάτη ότι η κοινωνία θα υποκλιθεί τυφλά στα αφηρημένα μοντέλα τους, και αυτό είναι κάτι που συνδέει το πιο διάσημο φιλοσοφικό ναυάγιο της αρχαιότητας με τη σημερινή δική μας θεσμική απογοήτευση.

Αυτή η αιώνια κόντρα ανάμεσα στην ιδέα και την πράξη παίχτηκε για πρώτη φορά σαν δράμα στις Συρακούσες, όταν ο Πλάτωνας πίστεψε ότι μπορούσε να πάρει ένα κακομαθημένο τυραννάκι, τον Διονύσιο, και να τον μεταμορφώσει στον απόλυτο «φιλόσοφο-βασιλιά». Το πείραμα έφαγε τα μούτρα του πάνω στις ίντριγκες της αυλής και στη διαφθορά της εξουσίας, και κάπως έτσι, αν το δεις αναλογικά, την ίδια ακριβώς μοίρα είχε και η δική μας σύγχρονη ιστορία με το περίφημο «Επιτελικό Κράτος» και την «Κυβέρνηση των Αρίστων» του Μητσοτάκη.

Μόνο που εδώ οι πνευματικές αξιώσεις ήταν πολύ πιο χαμηλές. Εκεί που ο αρχαίος φιλόσοφος έψαχνε την αρετή και τη δικαιοσύνη, το σύγχρονο σύστημα υποσχέθηκε ένα κοστούμι δυτικού management με ψηφιοποιήσεις, Excel και τεχνοκράτες, το οποίο όμως πολύ γρήγορα βούλιαξε στο ίδιο παλαιοκομματικό βάλτο, στην απουσία ελέγχου και σε μια συγκεντρωτική δομή που, όταν ήρθαν οι μεγάλες κρίσεις, αποδείχθηκε εντελώς ανίκανη να αντιδράσει.

Μάλιστα, αν κάτσεις και αναλύσεις το πώς αντιδρά ο καθένας τους μετά το χαστούκι της πραγματικότητας, καταλαβαίνεις ακόμα καλύτερα το μέγεθος της διαφοράς. Ο Πλάτωνας, παρόλο που πήγε τρεις φορές στις Συρακούσες και τις τρεις κινδύνεψε η ζωή του, τη μία μάλιστα τον πούλησαν και για σκλάβο, δεν βγήκε να πει ότι έφταιγαν οι άλλοι ή ότι το πλάνο του ήταν αλάνθαστο και απλώς δεν το κατάλαβαν οι Σικελοί. Είχε το πνευματικό ανάστημα να κοιταχτεί στον καθρέφτη, να αναγνωρίσει τα όρια της θεωρίας του και να παραδεχτεί ότι η απόλυτη εξουσία τρελαίνει ακόμα και τον πιο καλοπροαίρετο άνθρωπο. Αυτό το «άδειασμα» του ίδιου του του εαυτού ήταν που γέννησε τους Νόμους, ένα έργο-θεμέλιο για τη δυτική δημοκρατία και τη θεσμική θωράκιση των κρατών. Με λίγα λόγια, ο Πλάτωνας χρησιμοποίησε τα συντρίμμια του πολιτικού του πειράματος για να χτίσει ένα παγκόσμιο πνευματικό κληροδότημα.

Στη σύγχρονη εκδοχή, όμως, δεν υπάρχει ίχνος από αυτή την ειλικρίνεια, ούτε φυσικά το ανάλογο πνευματικό βάθος. Όταν το επιτελικό κράτος του Μητσοτάκη άρχισε να μπάζει νερά από παντού, η αντίδραση δεν ήταν η αυτοκριτική, αλλά η απόλυτη άρνηση της πραγματικότητας μέσω της επικοινωνίας. Αντί για μια «Έβδομη Επιστολή» που θα εξηγούσε τι πήγε στραβά με τους «αρίστους», είδαμε μια μόνιμη μετατόπιση ευθυνών, όπου για όλα έφταιγαν πάντα οι προηγούμενοι, οι διεθνείς συγκυρίες, η κακιά η ώρα ή η «αντοχή του συστήματος», λες και το επιτελικό κράτος δεν φτιάχτηκε ακριβώς για να προβλέπει και να ελέγχει αυτές τις παραμέτρους. Η αριστεία μετατράπηκε από υπόσχεση αξιοκρατίας σε ένα κλειστό κλαμπ ημετέρων, όπου η αποτυχία όχι μόνο δεν τιμωρούνταν, αλλά συχνά επιβραβευόταν με μεταθέσεις σε άλλες κυβερνητικές καρέκλες.

Εκεί λοιπόν είναι που κλειδώνει η ιστορική ασυμμετρία και η άβυσσος που χωρίζει τις δύο περιπτώσεις. Το ναυάγιο του Πλάτωνα φωτίζει τους αιώνες γιατί ήταν η αποτυχία ενός γίγαντα που προσπάθησε να αγγίξει το τέλειο και άφησε πίσω του μια ανεκτίμητη κληρονομιά στην ανθρωπότητα.

Το ναυάγιο του Μητσοτάκη είναι απλώς η πεζή επιβεβαίωση ότι όταν διοικείς μια χώρα με όρους μάρκετινγκ και real estate, το μόνο που καταφέρνεις είναι να αφήσεις πίσω σου θεσμούς-κουφάρια, μια κοινωνία εξουθενωμένη και μια οικονομία-φούσκα.

Όταν λοιπόν πέσει η αυλαία και φύγουν οι προβολείς της επικοινωνιακής προστασίας, δεν θα υπάρχει κανένα βιβλίο, καμία ιδέα και καμία παρακαταθήκη για να διασώσει αυτή την περίοδο. Θα έχει μείνει μόνο η πικρή γεύση μιας χαμένης ευκαιρίας και μια καμένη γη, την οποία η ιστορία θα προσπεράσει βιαστικά, σαν μια κακή παρένθεση που όλοι θα θέλουν να ξεχάσουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.