Μια χώρα χωρίς εκπαιδευτικό όραμα

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Τα πρόσφατα περιστατικά στον Πειραιά, στον Ασπρόπυργο και στα Χανιά δεν είναι «μεμονωμένα». Δεν είναι ατυχίες. Δεν είναι «κακή στιγμή». Είναι ο καθρέφτης ενός εκπαιδευτικού συστήματος που έχει φθαρεί μέχρι το κόκκαλο. Ενός συστήματος όπου η καθημερινή ανασφάλεια, η σχολική βία και η παιδαγωγική ανεπάρκεια συναντούν μια κυβέρνηση που μετράει μόνο δείκτες επικοινωνίας, όχι δείκτες ανθρώπινης ζωής.

Στον Πειραιά, μια 13χρονη χάνει τη ζωή της μέσα στο σχολείο της, σε χώρο που υποτίθεται πως προστατεύει, μορφώνει και φροντίζει. Στον Ασπρόπυργο, η εγκληματικότητα και η ανομία γύρω από τα σχολεία είναι χρόνια πραγματικότητα που κανένα «ασφαλές σχολείο» στα χαρτιά δεν κατάφερε να αναχαιτίσει. Στα Χανιά, η βία μεταξύ μαθητών έχει γίνει σχεδόν εβδομαδιαία είδηση. Όλα αυτά στοιχειώνουν έναν δημόσιο χώρο που θα έπρεπε να αποτελεί το απόλυτο καταφύγιο της παιδικής ηλικίας και έχει γίνει πεδίο ανασφάλειας, σύγκρουσης και εγκατάλειψης.

Και απέναντι σε αυτό; Σιωπή. Δικαιολογίες. Γραφειοκρατία. Και μια κυβέρνηση που πιστεύει ότι η παιδεία λύνεται με διαγωνίσματα, πλατφόρμες, tabs και «εκπαιδευτικούς μετασχηματισμούς» της πλάκας.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σκληρή. Κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να σταθεί όρθιο χωρίς δασκάλους που να είναι πρότυπα, προσωπικότητες που να εμπνέουν, να καθοδηγούν, να μορφώνουν όχι με τετράδια και τεχνικές αλλά με το ίδιο τους το παράδειγμα. Και αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν, αλλά είναι λίγοι, όλο και πιο λίγοι. Θαμπώνονται, εξουθενώνονται, συνθλίβονται σε ένα πλαίσιο που επιβραβεύει την ομοιομορφία, την πειθαρχία στη μετριότητα, τη σιωπηλή προσαρμογή στο «μη θίγετε τα κακώς κείμενα».

Όταν εμφανίζεται μια νέα μέθοδος, μια δημιουργική πρωτοβουλία, μια ομάδα εκπαιδευτικών που θέλει να αλλάξει κάτι, το σύστημα τη βλέπει ως απειλή. Το Υπουργείο τη θάβει, οι συντεχνίες τη δυσφημούν, οι «φθονεροί ομοτέχνες» σπεύδουν να την κόψουν από τη ρίζα. Στην Ελλάδα, η αλλαγή αντιμετωπίζεται σαν εχθρός, ο νεωτερισμός σαν ύβρις, η πρωτοβουλία σαν απειλή προς την καθεστωτική ραθυμία.

Έτσι φτάσαμε στο παράλογο που ό,τι νέο συμβαίνει στην εκπαίδευση έρχεται σαν καθυστερημένος αντίλαλος απ’ έξω. Η χώρα δεν καινοτομεί, μιμείται. Δεν πρωτοπορεί, αντιγράφει. Το Υπουργείο Παιδείας λειτουργεί σαν μηχανισμός εισαγωγής εκπαιδευτικών ετοιματζίδικων πακέτων, ακριβώς επειδή έχει χάσει την ικανότητα να παράγει σκέψη, κατεύθυνση, όραμα.

Και μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, πώς να σπάσει ο φαύλος κύκλος; Πώς να χτιστεί μια παιδεία που να δίνει στα παιδιά τα πρότυπα που αξίζουν, όταν το ίδιο το σπίτι τους, η κοινωνία τους, η δημόσια στερεοτυπία τους λέει από την πρώτη στιγμή «κάτσε φρόνιμα», «μην αλλάζεις τίποτα», «δεν βαριέσαι»; Όταν το παιδί συνηθίζει από μικρό ότι η αδιαφορία είναι φυσική, η πρωτοβουλία επικίνδυνη και η ευθύνη χάσιμο χρόνου;

Το σχολείο μας εδώ και δεκαετίες έχει πάψει να μαθαίνει στα παιδιά να ερευνούν, να αμφισβητούν, να σκέφτονται. Προσφέρει έτοιμη τροφή, σε κάποιες περιπτώσεις καλομαγειρεμένη, σε άλλες εντελώς άνοστη, αλλά πάντα έτοιμη. Ποτέ αποτέλεσμα αναζήτησης, προσπάθειας, πνευματικής περιπέτειας. Ένα σχολείο που δεν σε μαθαίνει να κοιτάς τον κόσμο με κριτήριο, αλλά απλώς να επαναλαμβάνεις.

Και σε όλα αυτά ποια είναι η απάντηση της κυβέρνησης Μητσοτάκη; Να αλλάξει τη δομή του Λυκείου; Να ενισχύσει την ειδική αγωγή; Να προστατεύσει τα παιδιά στα σχολεία; Να στηρίξει τον δάσκαλο, όχι ως υπάλληλο αλλά ως πνευματική προσωπικότητα;

Όχι. Η απάντηση της κυβέρνησης είναι διαγωνισμοί PISA, υπερβολικές εξεταστικές διαδικασίες, μεταρρυθμίσεις-βιτρίνες και επικοινωνιακή κατανάλωση «εκπαιδευτικού εκσυγχρονισμού». Είναι η πιο ξερή, η πιο φτωχή, η πιο κοντόφθαλμη προσέγγιση που έχει εφαρμοστεί ποτέ.

Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό, αλλά βαθιά ανθρωπολογικό. Στην Ελλάδα του 2025, η παιδεία δεν παράγει ανθρώπους με εσωτερική καλλιέργεια, ελευθερία ψυχής, κοινωνική δικαιοσύνη. Παράγει μαθητές που ξέρουν να περνούν εξετάσεις, αλλά όχι να ζουν με ευθύνη. Μαθητές που ξέρουν να αποστηθίζουν, αλλά όχι να διαμορφώνουν κρίση. Μαθητές που ξέρουν να ανταγωνίζονται, αλλά όχι να συνεργάζονται. Μαθητές που μαθαίνουν τι να σκέφτονται, όχι πώς να σκέφτονται.

Και αυτό είναι αποτυχία πρώτα πολιτική, μετά θεσμική και στο τέλος βαθιά ηθική. Αν δεν υπάρξει πολιτική ηγεσία που να προστατεύει το σχολείο, όχι ως μηχανισμό εξετάσεων αλλά ως κοινότητα ζωής, τότε τα περιστατικά θα πολλαπλασιάζονται, η βία θα εντείνεται, και ο θάνατος ενός παιδιού θα γίνεται «μια είδηση ακόμα».

Η παιδεία δεν μεταρρυθμίζεται με μια Υπουργό Παιδείας που λειτουργεί ως influencer ενός εκπαιδευτικού συστήματος που βουλιάζει. Μεγαλώνει μέσα από ανθρώπους που έχουν πάθος, ήθος, αυτενέργεια και πίστη στο παιδί. Κι αυτοί οι άνθρωποι, σήμερα, όχι μόνο δεν ενισχύονται, αλλά διώκονται από ένα κράτος που δεν θέλει να ταράξει τα βαλτωμένα νερά.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη απέτυχε στην παιδεία. Αυτό είναι δεδομένο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η ελληνική κοινωνία έχει ακόμη τη δύναμη να διεκδικήσει ένα σχολείο που θα μορφώνει πραγματικούς ανθρώπους, όχι απλώς επιδόσεις.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.