Η παράταξη δεν κινδυνεύει από όσους έμειναν πιστοί αλλά από όσους ξέχασαν
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η συζήτηση γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια της πολιτικής κριτικής και έχει μετατραπεί σε μια άσκηση συστηματικής παραμόρφωσης της ιστορίας. Τα δυο δημοσιεύματα που έτυχε να διαβάσω σήμερα – το πρώτο, όπου ο αρθρογράφος επιχειρεί να παρουσιάσει την ίδρυση νέου κόμματος ως ένδειξη προσωπικής εμμονής και τον Σαμαρά ως «πολιτικό βομβιστή αυτοκτονίας», και το δεύτερο, όπου στελέχη της ΝΔ διαρρέουν ότι θα θέσουν ζήτημα μη συνεργασίας με το κόμμα του επειδή «χτύπησε δεύτερη φορά την παράταξη» – δεν αποτελούν απλώς πολιτική ανάλυση. Αποτελούν μια οργανωμένη προσπάθεια να σβηστεί η ιστορική μνήμη, να κατασκευαστεί ένας νέος εσωκομματικός εχθρός και να αποδομηθεί ένας άνθρωπος που υπήρξε θεμέλιο της παράταξης την τελευταία κυρίως δεκαετία.
Κι όμως, η ιστορική αλήθεια δεν σβήνεται με άρθρα και διαρροές. «Ο Αντώνης Σαμαράς ήταν και το 2010, και το 2014 και το 2015, και το 2018 και το 2019 εκεί.» Ήταν εκεί όταν η χώρα βρέθηκε στο χείλος της κατάρρευσης το 2010 και ενωθήκαμε για να τη σώσουμε. Ήταν εκεί όταν το 2014 και το 2015 η παράταξη έδινε μάχη απέναντι στον λαϊκισμό. Ήταν εκεί όταν το 2018 και το 2019 τα εθνικά ζητήματα απαιτούσαν καθαρή και σταθερή θέση. Ήταν εκεί και όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης έγινε πρωθυπουργός το 2019 και μέχρι το 2023. Η παρουσία του δεν ήταν ευκαιριακή, αλλά σταθερή, συνεπής, θεσμική.
Και πάνω σε αυτή τη βάση χτίστηκε το αφήγημα περί «αρίστων» που αργότερα υιοθετήθηκε ως προσωπικό brand της σημερινής ηγεσίας. Αν δεν υπήρχε η κυβερνητική αριστεία της περιόδου Σαμαρά, πώς θα γινόταν πιστευτή η μεταγενέστερη επίκληση της αριστείας; Ποιος θα αναγνώριζε ως «άριστους» πρόσωπα που εμφανίστηκαν εκ των υστέρων, εξωκοινοβουλευτικά και στο πλαίσιο μιας επικοινωνιακής άνευ πολιτική ουσίας συναίνεσης; Η κοινωνία γνώριζε τη διακυβέρνηση Σαμαρά και με αυτήν ταύτισε την έννοια της αριστείας. Κι όμως, σήμερα αυτή η ίδια βάση λοιδορείται από εκείνους που την χρησιμοποίησαν ως θεμέλιο της δικής τους πολιτικής αφήγησης.
Η αντίφαση είναι τόσο έντονη που δεν μπορεί να κρυφτεί. Εκείνοι που τότε μοιράστηκαν τις ίδιες αγωνίες, τις ίδιες μάχες, τις ίδιες πεποιθήσεις, σήμερα όχι μόνο αρνούνται να συζητήσουν για τον κοινό τόπο του 2010 αλλά έχουν περάσει στο επόμενο στάδιο, να τον απαξιώσουν. Δεν ασκούν κριτική στα λάθη, άλλωστε «εκείνος που ενεργεί νομοτελειακά θα κάνει και λάθη», αλλά επιχειρούν να ισοπεδώσουν την πραγματικότητα της τότε διακυβέρνησης και της παράταξης. Η κοινή αφετηρία του 2010, που κάποτε μας ένωνε, σήμερα διώκεται βάναυσα σε βαθμό προσωπικής εξόντωσης. Και αυτό δεν έχει προηγούμενο στη μεταπολιτευτική ιστορία της κεντροδεξιάς συντηρητικής παράταξης, άνθρωποι που ξεκίνησαν από τον ίδιο τόπο να επιθυμούν την προσωπική εξόντωση όσων μοιράστηκαν μαζί τους την ίδια αφετηρία.
Τα δύο δημοσιεύματα εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική. Το πρώτο προσπαθεί να παρουσιάσει την καθυστέρηση ανακοίνωσης του νέου κόμματος ως ένδειξη αδυναμίας, ως φόβο απέναντι στα «πυρά της ΝΔ», ως έλλειψη δυνάμεων. Αγνοεί όμως ότι η πολιτική δεν είναι αγώνας ταχύτητας αλλά ευθύνης. Η ίδρυση ενός κόμματος δεν είναι επικοινωνιακό πυροτέχνημα, αλλά πράξη ιστορικού βάρους. Η δυναμική ενός εγχειρήματος δεν μετριέται με πρόχειρες δημοσκοπήσεις αλλά με την αίσθηση της κοινωνίας ότι κάτι ουσιαστικό απειλείται και πρέπει να υπερασπιστεί. Το να παρουσιάζεται ο Σαμαράς ως «γινάτι» δεν είναι πολιτική επιχειρηματολογία, αλλά προσπάθεια ψυχολογικής απαξίωσης. Και όταν η απαξίωση αυτή συνοδεύεται από χαρακτηρισμούς όπως «βομβιστής αυτοκτονίας», τότε δεν μιλάμε για πολιτική κριτική αλλά για μια προσπάθεια να στιγματιστεί ένας πρώην πρωθυπουργός ως παράγοντας αποσταθεροποίησης, κάτι που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.
Και ποιον αποκαλούν «βομβιστή αυτοκτονίας», μέμφονται για «γινάτι», έναν άνθρωπο που τάχα δεν έχει το κουράγιο να ανακοινώσει το κόμμα του; Σε ποιον μιλάνε; Σε ποιον απευθύνονται; Στον άνθρωπο που το 2010 ήταν εκεί όταν η χώρα κατέρρεε; Στον άνθρωπο που το 2014 και το 2015 ήταν εκεί όταν ο λαϊκισμός απειλούσε να σαρώσει τα πάντα; Στον άνθρωπο που το 2018 και το 2019 ήταν εκεί στα εθνικά ζητήματα, στα δύσκολα, στα πραγματικά δύσκολα; «Ο Αντώνης Σαμαράς ήταν και 2010 και το 2015, και το 2018 και το 2019 εκεί.» Αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά η ίδια η ιστορία.
Το δεύτερο δημοσίευμα, με τις διαρροές περί «μη συνεργασίας» και περί «δεύτερου χτυπήματος», επιχειρεί να κλείσει τις γέφυρες πριν καν χτιστούν. Προσπαθεί να δημιουργήσει ένα κλίμα ενοχής, σαν να είναι ο Σαμαράς υπεύθυνος για την κατάσταση της παράταξης, ενώ όλοι γνωρίζουν ότι η ρήξη δεν αφορά πρόσωπα αλλά πολιτικές επιλογές. Η παράταξη έχει μετακινηθεί από τον κοινό τόπο του 2010 σε μια νέα πραγματικότητα όπου η εθνική ευαισθησία λοιδορείται και η αρετή αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο. Δεν είναι ο Σαμαράς που άλλαξε, αλλά η παράταξη που απομακρύνθηκε από τις αρχές της. Και όταν στελέχη που κάποτε μοιράστηκαν τις ίδιες αγωνίες διαρρέουν ότι «δεν θα συνεργαστούν με κάποιον που χτύπησε δεύτερη φορά την παράταξη», τότε δεν μιλάμε για πολιτική θέση αλλά για μια προσπάθεια να αποκοπεί οριστικά η ιστορική συνέχεια της παράταξης από τον άνθρωπο που την κράτησε όρθια σε κρίσιμες στιγμές.
Και τώρα θέλουν να μας πείσουν ότι πρέπει να σιωπήσουμε. Ότι πρέπει να κάνουμε πίσω. Ότι πρέπει να δεχτούμε την προσωπική μας εξόντωση για να «μην βρούμε κάτι χειρότερο». Ότι πρέπει να χαθούμε από προσώπου γης για να μην ενοχλήσουμε. Ότι πρέπει να κάνουμε πως δεν βλέπουμε το κακό που έχει προκληθεί. Και αναρωτιέμαι, πώς θα μας κρίνει η ιστορία αν το κάνουμε αυτό; Πώς θα κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη; Πώς θα μιλήσουμε στα παιδιά μας; Τι θα τους πούμε; Ότι λιποψυχήσαμε για το «καλό» της πατρίδας; Πώς λέγεται αυτό; Με τι λόγια μπορεί να ειπωθεί, τι λέξεις;
Και εδώ βρίσκεται η ουσία. «Δεν έχει μείνει ούτε ιερό, ούτε και όσιο πλέον. Τι ντροπή!» Το λέω όπως το νιώθω. Όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε πόλεμο χαρακτήρων, όταν η ιστορία ξαναγράφεται για να εξυπηρετήσει πρόσκαιρες σκοπιμότητες, όταν η αρετή λοιδορείται από εκείνους που κάποτε την επικαλούνταν, τότε η σιωπή δεν είναι επιλογή. Δεν είναι αρετή. Είναι συνενοχή.
Δεν είμαστε αυτόκλητοι σωτήρες. Δεν είμαστε άνθρωποι που ψάχνουν ρόλο. Είμαστε πολίτες με αρχές. Με αξίες. Με μνήμη. Με συνέπεια. Και αυτές τις αξίες δεν τις προδώσαμε ποτέ. Ούτε για καμία διακυβέρνηση. Ούτε για καμία εξουσία. Ούτε για κανέναν. Και δεν θα τις προδώσουμε τώρα. Γιατί αν τελικά εμείς είμαστε η λύση για την πατρίδα στο αδιέξοδο που κάποιοι δημιούργησαν, τότε η σιωπή δεν θα ήταν απλώς λάθος, αλλά ιστορική προδοσία.
Και θέλω να πω και κάτι ακόμη. Η πολιτική, λέει το πρώτο δημοσίευμα, μοιάζει με σκακιέρα. Μοιάζει και με ράγκμπι. Ξέρετε με τι μοιάζει πραγματικά; Με ζωή. Με ευθύνη. Με συνέπεια. Με αρετή. Με το να στέκεσαι όρθιος όταν οι άλλοι λυγίζουν. Με το να λες την αλήθεια όταν οι άλλοι σιωπούν. Με το να υπερασπίζεσαι τον κοινό τόπο όταν οι άλλοι τον εγκαταλείπουν. Με το να θυμάσαι, όπως έλεγαν οι Επικούρειοι, κάποιον από τους παλιούς που διακρίθηκαν για την αρετή τους. Εμείς αυτόν τον άνθρωπο τον θυμόμαστε. Και δεν θα τον προδώσουμε.
Δεν ξέρω πότε θα ανακοινώσει τις αποφάσεις του ο Αντώνης Σαμαράς. Δεν έχω την αυθεντία να κρίνω πότε είναι κατάλληλο. Ξέρω όμως ότι θα το κάνει όταν εκείνος κρίνει σωστό. Και ξέρω ότι την επόμενη μέρα θα είμαστε πάλι μαζί. Όχι όπως κάποιοι θέλουν. Όχι με όρους που μας επιβάλλονται. Αλλά με τους όρους τους ορθούς. Με τους όρους του 2010. Με τους όρους της αρετής, της συνέπειας, της εθνικής ευθύνης.
Και ξέρω και κάτι ακόμη. Όσο κι αν προσπαθούν να μας κάνουν να ξεχάσουμε, όσο κι αν προσπαθούν να μας κάνουν να αμφισβητήσουμε τον εαυτό μας, όσο κι αν προσπαθούν να μας κάνουν να σιωπήσουμε, δεν θα τα καταφέρουν. Γιατί εμείς έχουμε μάθει να τιμούμε τον κοινό τόπο. Και έχουμε μάθει να μαχόμαστε γι’ αυτόν όταν αισθανόμαστε ότι απειλείται. Και δεν θα τον προδώσουμε ποτέ.

