Η Ελλάδα της μετριότητας και η ανάγκη για μια άλλη πολιτική πορεία
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει σήμερα την Ελλάδα, πέρα από τις κομματικές διαφορές και τις ιδεολογικές ταμπέλες, είναι η κυριαρχία μιας μικροαστικής νοοτροπίας. Και δεν εννοώ βέβαια την κοινωνική τάξη των μικρομεσαίων ανθρώπων, που παλεύουν καθημερινά για να κρατήσουν όρθια τα σπίτια και τις επιχειρήσεις τους. Μιλάω για μια νοοτροπία που έχει περάσει παντού. Στην πολιτική, στην οικονομία, στην κοινωνία.
Μια αντίληψη που μας λέει να μη ρισκάρουμε, να μη διεκδικούμε πολλά, να βολευόμαστε με αυτά που έχουμε και να θεωρούμε επιτυχία το γεγονός ότι τα πράγματα δεν έγιναν χειρότερα. Έτσι, ο συμβιβασμός βαφτίζεται ρεαλισμός, η στασιμότητα σταθερότητα και η μετριότητα υπευθυνότητα. Και σιγά σιγά, αντί να αναρωτιόμαστε πώς θα πάμε μπροστά, συνηθίζουμε να ζούμε με όλο και λιγότερες απαιτήσεις από την πολιτική και από τη χώρα μας.
Αυτή η νοοτροπία, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στην κοινωνία. Τη βλέπουμε και στον τρόπο με τον οποίο ασκείται σήμερα η εξουσία. Η πολιτική έχει περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό στη διαχείριση της καθημερινότητας, στην επικοινωνία και στην προσπάθεια να διατηρηθούν οι υπάρχουσες ισορροπίες. Αντί να συζητάμε πώς θα αλλάξουμε την ελληνική οικονομία, πώς θα στηρίξουμε την παραγωγή, πώς θα δημιουργήσουμε καλύτερες δουλειές και πώς θα δώσουμε πραγματικές ευκαιρίες στους νέους, συζητάμε κυρίως για το πώς θα διαχειριστούμε τα προβλήματα που ήδη έχουμε. Σαν να μην υπάρχει τίποτα περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε. Σαν να είναι αρκετό να κρατάμε το σύστημα όρθιο, ακόμη κι αν αυτό δεν δίνει ουσιαστικές προοπτικές στην κοινωνία.
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την οικονομία. Όταν ακούμε κυβερνητικά στελέχη, όπως ο Κυριάκος Πιερρακάκης, να μιλούν για το τέλος της εποχής του φθηνού και άφθονου χρήματος, το ερώτημα δεν είναι αν έχουν δίκιο ως προς τις διεθνείς συνθήκες. Το ερώτημα είναι τι κάνει η Ελλάδα για να αντιμετωπίσει αυτή τη νέα πραγματικότητα. Ποιο είναι το σχέδιο για να παράγουμε περισσότερο; Πώς θα στηρίξουμε τη βιομηχανία, την αγροτική παραγωγή και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις; Πώς θα προσελκύσουμε επενδύσεις που θα δημιουργούν πραγματικό πλούτο και όχι απλώς πρόσκαιρη οικονομική δραστηριότητα; Και, κυρίως, πώς θα φτάσει αυτή η ανάπτυξη στην τσέπη του πολίτη;
Γιατί εδώ βρίσκεται το πρόβλημα. Δεν αρκεί να παρουσιάζουμε θετικούς δείκτες και να μιλάμε για δημοσιονομική σταθερότητα, όταν ο εργαζόμενος δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα, ο νέος δεν μπορεί να αποκτήσει σπίτι και ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας παλεύει για να κρατήσει την επιχείρησή του. Ούτε μπορεί η οικονομική πολιτική να εξαντλείται σε επιδόματα και προσωρινές ενισχύσεις.
Ασφαλώς και χρειάζονται μέτρα στήριξης, ιδιαίτερα όταν τα νοικοκυριά πιέζονται από την ακρίβεια. Αλλά τα επιδόματα δεν μπορούν να γίνουν μόνιμη πολιτική. Δεν γίνεται κάθε φορά που το εισόδημα του πολίτη εξανεμίζεται από τις αυξήσεις των τιμών, η απάντηση να είναι ένα μικρό βοήθημα, το οποίο παρουσιάζεται περίπου ως μεγάλη κυβερνητική επιτυχία.
Το ζητούμενο είναι να μπορεί ο άνθρωπος να ζει καλύτερα από τη δουλειά του. Να αυξάνεται το πραγματικό εισόδημα του, να έχει προοπτική η επιχείρηση του, να μπορεί να επενδύσει και να δημιουργήσει. Να μη χρειάζεται να περιμένει κάθε τόσο την επόμενη κρατική ενίσχυση για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Αυτό σημαίνει ανάπτυξη με κοινωνικό αντίκρισμα. Όλα τα υπόλοιπα κινδυνεύουν να μετατρέψουν την οικονομική πολιτική σε μια διαρκή διαχείριση της δυσαρέσκειας.
Θα ήταν, βέβαια, λάθος να θεωρήσουμε ότι η ευθύνη βρίσκεται αποκλειστικά στην κυβέρνηση. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο, γιατί αυτή η κατάσταση βρίσκει πρόσφορο έδαφος και μέσα στην κοινωνία. Πολλοί άνθρωποι είναι δυσαρεστημένοι με την ακρίβεια, την ανασφάλεια και τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Ταυτόχρονα, όμως, φοβούνται την αλλαγή, απογοητεύονται από το πολιτικό σύστημα και καταλήγουν να πιστεύουν ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Έτσι, ακόμη κι όταν διαφωνούν με όσα συμβαίνουν, συχνά συμβιβάζονται με αυτά που θεωρούν λιγότερο επικίνδυνα.
Κάπως έτσι δημιουργείται η αντίληψη ότι «όλοι τα ίδια είναι» και ότι δεν υπάρχει πραγματική εναλλακτική. Ο καθένας θεωρεί ότι αυτή είναι η γενική άποψη, ότι όλοι γύρω του σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο και ότι δεν έχει νόημα να διεκδικήσει κάτι διαφορετικό. Όμως, αυτός ο συμβιβασμός έχει συνέπειες. Όταν αποδεχόμαστε ότι τίποτα δεν αλλάζει, σταματάμε σταδιακά να απαιτούμε να αλλάξει. Και όταν η κοινωνία χαμηλώνει τις απαιτήσεις της, η πολιτική εξουσία έχει ακόμη λιγότερους λόγους να αλλάξει πορεία.
Υπάρχει, μάλιστα, και κάτι ακόμη πιο χαρακτηριστικό. Πολλοί πολίτες μπορεί να είναι δυσαρεστημένοι, αλλά να μη γνωρίζουν πόσοι άλλοι αισθάνονται το ίδιο. Στην καθημερινή συζήτηση, στη δουλειά, στις παρέες, ο καθένας μπορεί να αποφεύγει να εκφράσει ανοιχτά την άποψη του, επειδή δεν θέλει να έρθει σε σύγκρουση ή επειδή πιστεύει ότι η δική του φωνή δεν έχει σημασία. Έτσι, μια κοινωνία που έχει σοβαρές επιφυλάξεις μπορεί εξωτερικά να εμφανίζεται πολύ πιο συμβιβασμένη απ’ όσο πραγματικά είναι.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι δυσαρεστημένοι πολίτες θέλουν τα ίδια ή ότι η δυσαρέσκεια οδηγεί αυτομάτως σε πολιτική αλλαγή. Σημαίνει, όμως, ότι η σιωπή δεν είναι πάντα συναίνεση. Και ότι η απουσία μιας οργανωμένης, πειστικής εναλλακτικής μπορεί να αφήσει την κοινωνική δυσαρέσκεια χωρίς πολιτική έκφραση.
Εδώ ακριβώς φαίνεται και το πρόβλημα ενός μέρους του πολιτικού και τεχνοκρατικού λόγου. Ακούμε συνεχώς για ποσοστά ανάπτυξης, επενδύσεις, δημοσιονομικά πλεονάσματα και ευρωπαϊκά προγράμματα. Όλα αυτά έχουν τη σημασία τους. Αλλά ο πολίτης θέλει να ξέρει τι σημαίνουν στην πράξη. Τι σημαίνουν για τον μισθό του, για το ενοίκιο του, για το κόστος των τροφίμων, για την οικογένεια του και για το μέλλον των παιδιών του. Αν δεν μπορείς να εξηγήσεις με απλά λόγια πώς η οικονομική πολιτική βελτιώνει τη ζωή του ανθρώπου, τότε κάτι λείπει από την πολιτική σου.
Και όταν η πραγματικότητα δεν εξηγείται με πειστικό τρόπο, το κενό καλύπτεται από την επικοινωνία. Οι αριθμοί γίνονται συνθήματα, οι επιμέρους επιτυχίες παρουσιάζονται ως συνολική δικαίωση και η εικόνα υποκαθιστά την ουσία. Έτσι, μπορεί να μιλάμε για μια οικονομία που προοδεύει, αλλά να μην απαντάμε στο βασικό ερώτημα, γιατί τόσο μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αισθάνεται ότι δυσκολεύεται να ζήσει αξιοπρεπώς.
Υπάρχει, τέλος, και η σιωπή που συναντάμε παντού γύρω μας. Η σιωπή εκείνου που διαφωνεί, αλλά δεν θέλει να μπλέξει. Εκείνου που βλέπει ένα πρόβλημα, αλλά πιστεύει ότι δεν αξίζει να μιλήσει. Εκείνου που έχει κουραστεί και θεωρεί ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Όταν αυτή η στάση γίνεται γενικευμένη, η κοινωνία χάνει σταδιακά την ικανότητα της να συζητά ανοιχτά τα προβλήματα της και να διεκδικεί λύσεις. Και τότε ο συμβιβασμός δεν είναι πλέον μια προσωπική επιλογή. Γίνεται μέρος της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά. Γιατί ο Σαμαράς δεν περιορίζεται στην κριτική απέναντι σε επιμέρους κυβερνητικές επιλογές. Θέτει ένα ευρύτερο ζήτημα για το ποια πολιτική θέλουμε για την Ελλάδα και ποια ιδεολογία υπηρετεί σήμερα η Νέα Δημοκρατία. Μπορεί η πολιτική να περιορίζεται στη διαχείριση των αριθμών, στην επικοινωνία και στην προσπάθεια να ικανοποιούνται πρόσκαιρα οι ανάγκες της κοινωνίας ή χρειάζεται να υπάρχει ένα ευρύτερο σχέδιο για την οικονομία, την κοινωνία και την πορεία της χώρας;
Αυτή είναι η ουσία της διαφοράς. Απέναντι σε μια αντίληψη που αντιμετωπίζει την πολιτική ως τεχνοκρατική διαχείριση, ο Σαμαράς επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη για ιδέες, αρχές και εθνική στρατηγική. Μιλά για την εθνική κυριαρχία, την παραγωγική ανασυγκρότηση, την κοινωνική συνοχή και τη διαφύλαξη της ταυτότητας της παράταξης. Υπενθυμίζει ότι η οικονομία δεν είναι αυτοσκοπός και ότι η πολιτική δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από τους δείκτες και τις δημοσιονομικές επιδόσεις. Πρέπει να κρίνεται και από το αν ενισχύει τη χώρα, αν προστατεύει την κοινωνία και αν δημιουργεί προοπτική για τις επόμενες γενιές.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα για τη Νέα Δημοκρατία. Μια παράταξη που ιστορικά στηρίχθηκε στην εθνική συνείδηση, στην κοινωνική αναφορά, στην επιχειρηματικότητα και στην πίστη στις δυνατότητες του ελληνικού λαού δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια λογική διαχείρισης και επικοινωνιακής προβολής. Δεν μπορεί να απομακρύνεται από τις παραδοσιακές κοινωνικές της αναφορές και να θεωρεί ότι αρκεί να κινείται προς το κέντρο, υιοθετώντας πρόσωπα, θέσεις και αντιλήψεις από άλλους πολιτικούς χώρους, για να διατηρεί την πολιτική της κυριαρχία. Το ζήτημα δεν είναι απλώς ποιος κυβερνά, αλλά με ποιες αρχές, με ποιο σχέδιο και προς ποια κατεύθυνση.
Ο Σαμαράς, με την παρέμβαση του, θέτει ακριβώς αυτό το ερώτημα. Αν η Νέα Δημοκρατία θα παραμείνει μια παράταξη με σαφή πολιτική ταυτότητα ή αν θα συνεχίσει να μετατρέπεται σε έναν ευρύ μηχανισμό εξουσίας, όπου οι ιδέες υποχωρούν μπροστά στη διαχείριση και οι αρχές μπροστά στην ανάγκη διατήρησης των ισορροπιών. Και το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο το εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Αφορά συνολικά την πορεία της χώρας.
Γιατί η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς μια διαφορετική διαχείριση των ίδιων προβλημάτων. Χρειάζεται διαφορετική κατεύθυνση. Χρειάζεται ένα σχέδιο που θα στηρίζει την ελληνική παραγωγή, θα δίνει χώρο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, θα δημιουργεί αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας και θα επιτρέπει στους νέους να σχεδιάζουν τη ζωή τους εδώ, χωρίς να αισθάνονται ότι η μόνη διέξοδος είναι η φυγή στο εξωτερικό.
Χρειάζεται μια πολιτική που θα αντιμετωπίζει την περιφέρεια ως αναπτυξιακή δύναμη, θα αξιοποιεί τις δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα και θα συνδέει τις επενδύσεις με την πραγματική οικονομία. Και χρειάζεται ένα κράτος που θα λειτουργεί με αξιοπιστία, διαφάνεια και σεβασμό στον πολίτη.
Αυτή η διαφορετική κατεύθυνση δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε συνθήματα. Χρειάζεται συγκεκριμένες προτάσεις και καθαρές προτεραιότητες. Αλλά χρειάζεται, πριν απ’ όλα, πολιτική βούληση. Τη βούληση να αμφισβητηθούν παγιωμένες αντιλήψεις, να αντιμετωπιστούν πραγματικές αδυναμίες και να εγκαταλειφθεί η λογική ότι το καλύτερο που μπορούμε να πετύχουμε είναι να διαχειριζόμαστε με σχετική επιτυχία τα προβλήματα που κληρονομούμε ή δημιουργούμε.
Γι’ αυτό και η σημασία της παρέμβασης Σαμαρά βρίσκεται στην προσπάθεια να ξαναμπεί η ιδεολογία στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης. Να συζητήσουμε ξανά για το τι πιστεύουμε, τι θέλουμε να πετύχουμε και ποια Ελλάδα θέλουμε να παραδώσουμε στα παιδιά μας. Να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την πολιτική ως μια τεχνική διαχείρισης της εξουσίας και να την ξαναδούμε ως αυτό που οφείλει να είναι, μια προσπάθεια, δηλαδή, να αλλάξουμε την πραγματικότητα προς όφελος της κοινωνίας και της πατρίδας.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να αλλάξουν απλώς κάποια πρόσωπα, ενώ όλα τα υπόλοιπα παραμένουν ίδια. Το ζητούμενο είναι να αλλάξει η ίδια η πολιτική λογική. Να περάσουμε από τη διαχείριση στη δημιουργία, από την προσωρινή ανακούφιση στη μόνιμη βελτίωση της ζωής των πολιτών και από την επικοινωνία στην ουσία. Να αποκτήσουμε ένα σχέδιο που δεν θα περιορίζεται στο πόσα χρήματα θα διατεθούν σήμερα, αλλά θα απαντά στο πώς θα παράγουμε περισσότερο πλούτο αύριο και πώς αυτός ο πλούτος θα επιστρέφει στην κοινωνία.
Στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό δίλημμα είναι απλό. Θέλουμε μια Ελλάδα που θα προσπαθεί απλώς να διατηρεί όσα έχει, φοβούμενη κάθε αλλαγή, ή μια Ελλάδα που θα διεκδικεί περισσότερα, θα αξιοποιεί τις δυνατότητες της και θα χαράζει τη δική της πορεία; Θέλουμε μια πολιτική που θα μας λέει ότι τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν διαφορετικά ή μια πολιτική που θα προσπαθεί να τα αλλάξει;
Η υπέρβαση του μικροαστικού συμβιβασμού δεν σημαίνει ότι αγνοούμε την ανάγκη των ανθρώπων για ασφάλεια και σταθερότητα. Σημαίνει ότι δεν τους καταδικάζουμε να ζουν διαρκώς με τον φόβο της επόμενης ημέρας. Σημαίνει ότι δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για να μπορούν να προοδεύουν, να εργάζονται, να δημιουργούν και να σχεδιάζουν το μέλλον τους με μεγαλύτερη σιγουριά.
Γιατί η πραγματική σταθερότητα δεν είναι να μένουν όλα ίδια. Είναι να γνωρίζεις ότι η ζωή σου μπορεί να γίνει καλύτερη. Και η πραγματική πολιτική ευθύνη δεν είναι απλώς να διαχειρίζεσαι το παρόν, αλλά να ανοίγεις δρόμους για το μέλλον.
Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο για την Ελλάδα σήμερα. Να αφήσουμε πίσω τη λογική του συμβιβασμού και της μετριότητας και να ξαναβάλουμε στο επίκεντρο τις ιδέες, την παραγωγή, την κοινωνική δικαιοσύνη και την εθνική αξιοπρέπεια. Και σε αυτή τη συζήτηση, η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά θέτει ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα, αν θα συνεχίσουμε, δηλαδή, να διαχειριζόμαστε τα όρια που μας επιβάλλει η σημερινή πραγματικότητα ή αν θα αποκτήσουμε τη βούληση να τα ξεπεράσουμε.

