Η Ελλάδα που αναζητά Οδυσσέα μέσα στο χάος
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η τηλεοπτική εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στον ANT1, με το πρόσχημα της παρουσίασης του νέου του βιβλίου, δεν αποτέλεσε μια απλή λογοτεχνική αναφορά στην προσωπική του «Ιθάκη», αλλά την επίσημη προαναγγελία της επιστροφής του πολιτικού που ταυτίστηκε όσο κανείς άλλος με τον λαϊκισμό, τα ψέματα, τις «κωλοτούμπες» και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Η επάνοδος αυτή του «στερημένου» πολιτικού στο προσκήνιο, ο οποίος δηλώνει τώρα «σοφότερος» και έτοιμος για ένα νέο κίνημα, δεν θα ήταν δυνατή αν η σημερινή διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είχε δημιουργήσει το κατάλληλο θερμοκήπιο.
Παρατηρούμε πλέον με δέος μια ιδιότυπη πολιτική εξίσωση, όπου η τρέχουσα διοίκηση βουλιάζει σε σκάνδαλα υποκλοπών, δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και σκιές συγκάλυψης, καθιστώντας την αποτυχία της σχεδόν δυσδιάκριτη από εκείνη της περιόδου του ΣΥΡΙΖΑ. «Στον πηγαιμό για την Ιθάκη», αυτή η ταύτιση των δύο πόλων σε επίπεδο θεσμικής απαξίωσης έχει εγκλωβίσει τη χώρα σε ένα εφιαλτικό πέρασμα, θυμίζοντας έντονα το ομηρικό σκηνικό της Σκύλλας και της Χάρυβδης.
Από τη μια πλευρά παραμονεύει η Χάρυβδη του λαϊκισμού, ένας Αλέξης Τσίπρας που καιροφυλακτεί να «ρουφήξει» ξανά την κοινωνία στο όνομα της δήθεν εντιμότητας, την ώρα που το δικό του παρελθόν παραμένει φορτωμένο με μνήμες διχασμού. Από την άλλη πλευρά ορθώνεται η Σκύλλα μιας κυβέρνησης που, σαν το τέρας με τα έξι κεφάλια, κατασπαράζει την εμπιστοσύνη των πολιτών μέσα από την αλαζονεία και τις νομοθετικές ρυθμίσεις που ρίχνουν «στα μαλακά» τους εκλεκτούς της.
Το καράβι της Ελλάδας βρίσκεται παγιδευμένο ανάμεσα σε δύο πελώριους βράχους, όπου η μία πλευρά τρέφεται από τα λάθη της άλλης, αφήνοντας την πατρίδα χωρίς οξυγόνο και τους πολίτες χωρίς πραγματική εναλλακτική διέξοδο. Μέσα σε αυτό το κλίμα αποσύνθεσης, η ανάγκη για ανανέωση, όπως εκφράζεται για παράδειγμα από την απόφαση της κυρίας Καρυστιανού να προχωρήσει στην ίδρυση κόμματος, είναι πάντα σεβαστή ως σκέψη, όμως η πατρίδα σήμερα δεν βρίσκεται σε φάση για πειραματισμούς με το άγνωστο ή με πρόσωπα που στερούνται δοκιμασμένης πολιτικής εμβέλειας.
Το διακύβευμα γίνεται ακόμα πιο κρίσιμο αν αναλογιστούμε τους εθνικούς κινδύνους που δημιούργησε η πολιτική των δύο αυτών πόλων, οδηγώντας μας από τη Συμφωνία των Πρεσπών του χθες στο «γκριζάρισμα» του Αιγαίου και την εθνική αναδίπλωση του σήμερα. Αντί για εθνικές κόκκινες γραμμές, παρακολουθούμε εμβρόντητοι αδιανόητα χαριεντίσματα, τότε με τον Ζάεφ και τώρα με τον Ερντογάν, την ώρα που η «Γαλάζια Πατρίδα» διδάσκεται στα τουρκικά σχολεία και οι NAVTEX αμφισβητούν την κυριαρχία μας στην Κάσο. Όταν βαφτίζεις την υποχώρηση «ήρεμα νερά», δεν κάνεις υψηλή διπλωματία, αλλά παραδίδεις εθνικό χώρο, την ώρα που η Βουλγαρία μπλοκάρει τα Σκόπια στα ζητήματα ταυτότητας και ιστορικής συνέχειας, αρνούμενη να αναγνωρίσει όσα η Αθήνα βιάστηκε να παραχωρήσει και αποδεικνύοντας ότι χωρίς ιστορική αλήθεια και γεωπολιτικό ρεαλισμό καμία συμφωνία δεν μπορεί να σταθεί.
Η χώρα, λοιπόν, δεν έχει την πολυτέλεια για νέους πειραματισμούς που ενδέχεται να αποδειχθούν κατώτεροι των περιστάσεων, ειδικά την ώρα που η Ελλάδα μοιάζει παγιδευμένη ανάμεσα στον ανακυκλωμένο λαϊκισμό του Αλέξη Τσίπρα και τη θεσμική διολίσθηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όταν η Νέα Δημοκρατία απομακρύνεται από τις σταθερές αξίες της δεξιάς για χάρη μιας αμφίβολης επικοινωνιακής εικόνας, ουσιαστικά στρώνει το χαλί στην επιστροφή εκείνων που κάποτε καταδίκαζε, επιτρέποντας την εξίσωση των δικών της σφαλμάτων με τις καταστροφικές μέρες του ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτός ο επικίνδυνος αποχρωματισμός που αποξενώνει τη βάση της παράταξης, καθιστά την ανάγκη για έναν πολιτικό Οδυσσέα πιο επιτακτική από ποτέ. Σε ένα τοπίο όπου η κυβέρνηση Μητσοτάκη αδυνατεί να υψώσει ανάστημα και ο Τσίπρας καιροφυλακτεί με νέα προσωπεία, απαιτείται ένας ηγέτης με το εθνικό εκτόπισμα του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος διαθέτει τη δοκιμασμένη εμπειρία να πλοηγήσει το σκάφος έξω από τα θολά νερά της συγκάλυψης και του ψεύδους.
Ο Αντώνης Σαμαράς προβάλλει ως η μόνη προσωπικότητα που μπορεί να αναλάβει αυτόν τον ρόλο, όντας ο πραγματικός εγγυητής της ενότητας και της εθνικής γραμμής. Δεν είναι ένα «άφθαρτο» πλην άπειρο στέλεχος, αλλά κάποιος που διαθέτει τη βαθιά γνώση των κρίσεων και την αποδεδειγμένη αγάπη για την πατρίδα, συμβολίζοντας μια καθαρή πολιτική πρόταση που δεν συμβιβάζεται και δεν αλλοιώνεται. Σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές, η εμπειρία δεν είναι παρωχημένη, αλλά η μοναδική πυξίδα ασφαλείας.
Τέλος, όπως ο Οδυσσέας γνώριζε καλά ότι η διέλευση από το στενό απαιτούσε θυσίες, έτσι και σήμερα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η σωτηρία της πατρίδας προέχει της εσωκομματικής γαλήνης. Για να καταφέρει η Ελλάδα να αφήσει πίσω της τα δύο αυτά τέρατα, η παράταξη οφείλει να είναι έτοιμη για απώλειες, αποκόπτοντας τα βαρίδια που την εξισώνουν με τις χειρότερες μέρες του τσιπρισμού. Μόνο μέσα από μια τέτοια θαρραλέα ρήξη και υπό την καθοδήγηση ενός ηγέτη που δεν φοβάται να πει την αλήθεια και να συγκρουστεί με το τέλμα, θα μπορέσει το εθνικό σκάφος να βγει στο ανοιχτό πέλαγος της κανονικότητας, αφήνοντας πίσω του οριστικά τη Σκύλλα της συγκάλυψης και τη Χάρυβδη του ψεύδους. Όπως άλλωστε έγραφε ο Τζέιμς Τζόις στον δικό του «Οδυσσέα», «… δεν είναι δυνατόν να υπάρξει συμφιλίωση, χωρίς να έχει προηγηθεί ρήξη.…».

