Η εξουσία της βιτρίνας και η Ελλάδα που εγκαταλείπεται
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η εικόνα που εκπέμπει σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι εικόνα ηγεσίας χώρας, αλλά διαχείρισης βιτρίνας. Μιας βιτρίνας καλοφωτισμένης, αστικής, προσεκτικά σκηνοθετημένης, που θυμίζει περισσότερο Κολωνάκι παρά Ελλάδα. Στημένες επισκέψεις σε δημόσιους οργανισμούς, ελεγχόμενα πλάνα, αποστειρωμένα ακροατήρια, και μια μόνιμη αποφυγή της πραγματικής κοινωνίας, αυτής που δεν χωρά σε δελτία Τύπου και φωτογραφίες.
Ο πρωθυπουργός φαίνεται να ζει με την ψευδαίσθηση ότι ένα περιορισμένο, αστικό ακροατήριο αρκεί για να διατηρήσει την εξουσία. Ότι η πολιτική νομιμοποίηση μπορεί να αντλείται διαρκώς από έναν μικρό, κοινωνικά ομοιογενή πυρήνα. Όμως η Ελλάδα δεν είναι μόνο το Κολωνάκι. Και σίγουρα δεν κυβερνιέται μόνο από αυτό.
Στην επαρχία, το σκηνικό αυτό δεν μπορεί να αναπαραχθεί. Όχι απλώς γιατί δεν υπάρχουν τα επικοινωνιακά εργαλεία, αλλά γιατί εκεί η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Η παρουσία του πρωθυπουργού δεν είναι απλώς αμήχανη, συχνά είναι ανεπιθύμητη. Οι πολίτες βιώνουν την εγκατάλειψη στην καθημερινότητά τους, με ελλείψεις σε υγεία, παιδεία, υποδομές, παραγωγική αποψίλωση, δημογραφική κατάρρευση. Η περιφέρεια δεν νιώθει ξεχασμένη. Νιώθει παραδομένη.
Και αυτή η πραγματικότητα αρχίζει πλέον να αποτυπώνεται και δημοσκοπικά. Παρά το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ακόμη πρώτη, τα ποσοστά της στην πρόθεση ψήφου κινούνται οριακά στο 22%–23%, με τάσεις περαιτέρω φθοράς. Υπό συνθήκες δημιουργίας νέων πολιτικών σχηματισμών, δεν είναι καθόλου απίθανο το κόμμα να βρεθεί ακόμη και κάτω από τα ιστορικά του χαμηλά, και μάλιστα όχι σε περίοδο μνημονίων, ούτε υπό καθεστώς εθνικής χρεοκοπίας.
Αυτό δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα ενός κόμματος. Δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τη συνοχή του πολιτικού συστήματος και την ομαλότητα της χώρας. Όταν ένα κόμμα εξουσίας αποσυνδέεται τόσο βαθιά από την κοινωνική πλειοψηφία, όταν κυβερνά με όρους επικοινωνίας και όχι πολιτικής ουσίας, τότε το κενό που δημιουργείται δεν μένει κενό. Γεμίζει με θυμό, απαξίωση, αποσταθεροποίηση.
Η ευθύνη για αυτή την πορεία δεν είναι συλλογική, αλλά πρωτίστως προσωπική. Ανήκει στον ίδιο τον πρωθυπουργό, ο οποίος επέλεξε τη στρατηγική της βιτρίνας αντί της σύγκρουσης με τα πραγματικά προβλήματα. Επέλεξε τον έλεγχο της εικόνας αντί της επαφής με την κοινωνία. Και τελικά, επέλεξε να κυβερνήσει ένα μέρος της χώρας, αφήνοντας το υπόλοιπο να μαραζώνει.
Η Ελλάδα, όμως, δεν αντέχει άλλες ψευδαισθήσεις. Χρειάζεται πολιτική αλήθεια, εθνικό σχέδιο και ηγεσία που να τολμά να κοιτάξει την κοινωνία στα μάτια και όχι να κρύβεται πίσω από καθρέφτες βιτρίνας. Και όσο αυτό δεν συμβαίνει, τόσο το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο ποιος κυβερνά, αλλά αν και πώς μπορεί η χώρα να κυβερνηθεί ομαλά στο επόμενο διάστημα.

