Γυναικοκτονία: Η λέξη που ενοχλεί. Το δέντρο και το δάσος. 

Γράφει η Φωτεινή Σόφτη, νομικός

Οι λέξεις δεν πέφτουν απ’ τον ουρανό, εμφανίζονται και καθιερώνονται γιατί εξυπηρετούν ανάγκες επικοινωνίας. Παρά τις αντιδράσεις, τη φιλολογία, αλλά και την αντιπαράθεση για το αν ο όρος γυναικοκτονία πρέπει ή όχι να ενταχθεί στο ποινικό μας δίκαιο, το σίγουρο και αδιαμφισβήτητο είναι ένα: η γυναικοκτονία έχει πλέον καθιερωθεί ως λέξη που χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη, στη δημοσιογραφία, την αρθρογραφία και χρησιμοποιείται ευρέως και ανοιχτά από αστυνομικούς, δικαστικούς υπαλλήλους, αλλά και δικαστικούς λειτουργούς.

Σε μία απόλυτα επιτυχημένη εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, πριν απο περίπου ένα χρόνο, όπου η γράφουσα είχε την τιμή να βρίσκεται μεταξύ των ομιλητών, η εξήγηση για την καθιέρωση του όρου δόθηκε με μεγάλη ειλικρίνεια και απλότητα από αστυνομικά όργανα και δικαστικούς λειτουργούς. “Χρησιμοποιούμε τον όρο γυναικοκτονία για να ξέρουμε γιατί μιλάμε”.

Το ίδιο ακριβώς είχε διατυπωθεί και απο τις κυπριακές αρχές, όταν η γυναικοκτονία εντάχθηκε στον δικό τους ποινικό κώδικα.

Οι γυναικείες οργανώσεις ήταν σαφείς εξαρχής επί του θέματος, διότι ήταν πράγματι μεγάλη η ανάγκη μας να σταματήσουμε να κρυβόμαστε πίσω από τραγικά ψευδεπίγραφα, όπως “νέο έγκλημα πάθους’’ ή ‘’φόνος ερωτικής αντιζηλίας’’ και να εξοργιζόμαστε με κλισέ του τύπου “τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε”.

Η Γυναικοκτονία ως ειδεχθές αποτέλεσμα της έμφυλης βίας, συχνά είναι η κορύφωση μιας σειράς κακοποιητικών πράξεων και συμπεριφορών με κατεξοχήν έμφυλο χαρακτήρα.

Είτε αρέσει είτε όχι ο φόνος μιας γυναίκας -από τον σύζυγο, τον συμβίο ή τον ερωτικό σύντροφο- έχει τη δική του αυτοτελή απαξία ως προϊόν έμφυλων στερεοτυπικών ιδεωδών από τα οποία κατεξοχήν εμφορείται ο δράστης. Και με αυτήν την απαξία πρέπει να αντιμετωπιστεί από την κοινωνία και το δίκαιο.

Η τραγική έξαρση του φαινομένου μάς καλεί να σταματήσουμε να αναλωνόμαστε σε φιλολογικού τύπου συζητήσεις για τη λέξη που ενοχλεί και να συμβάλουμε με όλες μας τις δυνάμεις στην αντιμετώπιση -και ει δυνατόν- στην εξάλειψη του φαινομένου που εξελίσσεται σε μάστιγα της ελληνικής οικογένειας και κοινωνίας.

Άλλωστε οι αντιρρήσεις για τη χρήση ενός όρου που έχει κατά κράτος επικρατήσει, προβάλλονται πλέον αλυσιτελώς- όπως λέμε εμείς οι νομικοί-, δηλαδή χωρίς σκοπό και χωρίς πρακτική αξία. Ο όρος γυναικοκτονία έχει καθιερωθεί, έχει επικρατήσει και είναι ουτοπικό να θεωρεί κανείς ότι υπάρχει μηχανισμός εξάλειψης, διαγραφής ή εξαγωγής από το λεξιλόγιο μας λέξεων που υπηρετούν ανάγκες σαφήνειας και ταχύτητας στην επικοινωνία και την κατανόηση.

Σε ό,τι αφορά την αξιοπρέπεια των γυναικών που δήθεν θίγεται με τη χρήση του όρου αντί του όρου “ανθρωποκτονίας”, η πάγια και σταθερή θέση του γυναικείου κινήματος που με μεγάλους αγώνες και επιμονή καθιέρωσε τη χρήση του, καθιστά τους διαφωνούντες βασιλικότερος του βασιλέως. Και κυρίως υποβαθμίζει, όχι την γυναικεία αξιοπρέπεια, αλλά την αναγκαία συζήτηση για την έμφυλη βία στην κοντόφθαλμη θεώρηση του δέντρου αντί του δάσους.

Σε αμιγώς νομικό επίπεδο, η ταπεινή γνώμη της γράφουσας είναι ότι η νομική μας σκέψη πρέπει να επικεντρωθεί όχι στον όρο γυναικοκτονία, αλλά σε αυτό καθαυτό το έμφυλο αδίκημα που δεν έχει στον ποινικό μας κώδικα τη θέση που θα έπρεπε να έχει, όπως επί παραδείγματι το ρατσιστικό αδίκημα. Οι συζητήσεις θα πρέπει να αφορούν αφενός μεν στη διατύπωση διατάξεων που αφορούν την έμφυλη βία εν συνόλω αφετέρου δε στην αυστηροποίηση της ποινικής αντιμετώπισης για αδικήματα με έμφυλο χαρακτήρα.

Και επειδή, ειδικώς για την ανθρωποκτονία, κάποιοι θα ισχυριστούν ότι δεν υφίσταται δυνατότητα αυστηροποίησης της ποινής των ισοβίων, η απάντηση είναι πως σε ό,τι αφορά την ανθρωποκτονία με έμφυλο χαρακτήρα που συναντούμε στις περιπτώσεις της γυναικοκτονίας, της συντροφοκτονίας και συζυγοκτονίας, η διαφοροποίηση και η συζήτηση με νομική αξία θα πρέπει να εστιάσει στο πλαίσιο και τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε το αδίκημα (π.χ. βρασμός ψυχικής ορμής) που επιδρούν στον τελικό χαρακτηρισμό του. Δηλαδή στο είδος των ελαφρυντικών που δικαιούται ή μπορεί να διεκδικήσει ο δράστης, ακόμη και στην αντιμετώπιση του καταδικασθέντος κατα τις δυνατότητες μείωσης της έκτισης της ποινής του.

ΟΙ λέξεις είναι σύμμαχοι και όχι εχθροί μας.

Η λεξιπλασία και η ζωντάνια της γλώσσας μας είναι δείγματα του πολιτισμού και του ύψους του ανθρώπινου πνεύματος. Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να φοβόμαστε τη λέξη και ας επικεντρωθούμε στην καταπολέμηση του φαινομένου και στην τροποποίηση της νομοθεσίας μας, ώστε να συμπεριλάβει το έμφυλο αδίκημα σε όλες του τις μορφές και να μορφοποιήσει ανάλογα τις επαπειλούμενες από το ποινικό δίκαιο συνέπειες, όχι μόνο σε σχέση με την ποινή, αλλά και σε σχέση με το πλαίσιο στο οποίο το αδίκημα διαπράττεται, τα ελαφρυντικά που δικαιούται ή όχι ο δράστης των έμφυλων αδικημάτων και τις δυνατότητες της τελικής έκτισης της ποινής του.

 

Ευχαριστώ όσους είχαν την υπομονή για ακόμη φορά να διαβάσουν τα γραφόμενα μου

Ή εν πολλαις αμαρτίαις περιπεσούσα νομικός

Φωτεινή Σόφτη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.