Δικαίωση… χωρίς ελαφρυντικά

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Απέφυγα να γράψω, από την πρώτη στιγμή, οτιδήποτε σχετικό με την καταδικαστική απόφαση για τη Χρυσή Αυγή, για δύο βασικούς λόγους.

Ο ένας ήταν, ότι ότι το μήνυμα της δικαιοσύνης υπήρξε τόσο ηχηρό που το μόνο που δεν χρειαζόταν ήταν το δικό μας πανηγυρικό “θόρυβο” για να το σκεπάσει. Η Δημοκρατία έχει αποδείξει πολλάκις ότι αποτελεί το μόνο πολίτευμα που ξέρει να ανοίγει τις αγκάλες του σε όλες τις φωνές και όχι απλά να τις ανέχεται αλλά και να τις προστατεύει από τις, δικαιολογημένες ή αδικαιολόγητες, επιθέσεις δίνοντας τους χώρο να εκφραστούν.

Ταυτόχρονα όμως γνωρίζει ότι τα όρια της ελευθερίας κάποιου τελειώνουν εκεί όπου τίθεται σε κίνδυνο η ελευθερία και η ασφάλεια κάποιου άλλου. Κι έτσι έρχεται η ώρα που η ανοχή, σπάει κάτω από την πίεση των ορίων της. Και τότε έρχεται η δίκαιη τιμωρία απέναντι στην ύβρη, της ασέβειας στο δημοκρατικό κεκτημένο.

Ο άλλος λόγος ήταν, ότι ο ενθουσιασμός από το αποτέλεσμα δεν άφηνε χώρο για συνειδητοποίηση της πραγματικότητας σχετικά με την βαρύτητα της τελικής ποινής και το περιθώριο μελλοντικής πολιτικής επανενεργοποίησης του συγκεκριμένου μορφώματος ή του όποιου φορέα θα στηθεί για να καλύψει με πέπλο νομιμότητας την επαναφορά στη δράση.

Τι μας αφήνει, λοιπόν, ως απόσταγμα όλη αυτή η διαδικασία και ποιο το μέλλον των πολιτικών άκρων στη χώρα μας;

Ας τα πάρουμε από την αρχή. Η Χρυσή Αυγή μια μικρή ομάδα ανθρώπων με στρατιωτική δομή και ξεκάθαρη εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία, βρέθηκε μετά από πολλά χρόνια πολιτικής αφάνειας να εκφράζει εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες. Κάποιοι από αυτούς, σεσημασμένοι νοσταλγοί της δικτατορίας, που διαχρονικά αποτελούν ένα 2-4% του εκλογικού σώματος, άλλοτε μοιρασμένο σε διάφορα κόμματα, άλλοτε με αυτόνομη έκφραση όπως αυτή της ΕΠΕΝ τη δεκαετία του ’80.

Ένα άλλο σημαντικό μέρος του εκλογικού κοινού της Χρυσής Αυγής, υπήρξε δέσμιο της αντιμνημονιακής ακρότητας που αδυνατούσε να αποδεχτεί, αυτό που ο Αντώνης Σαμαράς ξεκαθάρισε από την πρώτη συνέντευξη του μετά την ψήφιση του πρώτου μνημονίου. Οι συνθήκες που ψηφίζει το κοινοβούλιο ενός κράτους δεσμεύουν τις επόμενες κυβερνήσεις οι οποίες όμως οφείλουν να μάχονται σθεναρά για να διορθώσουν όσα λάθη θεωρούν ότι υπάρχουν σε αυτές.

Όμως σε μια, φορτισμένη συναισθηματικά και πληγωμένη οικονομικά, περίοδο, οι ψύχραιμες φωνές αποτύπωσης και δομημένης ανατροπής των μνημονιακών σφαλμάτων δεν αρκούσαν. Συνθλίβονταν ανάμεσα στη συστημική πλήρη μνημονιακή ταύτιση και την θυμική συγκρουσιαική αντίληψη. Σε αυτή τη θυμική μήτρα τράφηκαν και γιγαντώθηκαν κόμματα και φωνές, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και η Χρυσή Αυγή, που υπό άλλες συνθήκες θα παρέμεναν στο πολιτικό περιθώριο.

Όσο κι αν η κυβέρνηση Σαμαρά κατόρθωνε, βήμα βήμα, να επισημαίνει τους μνημονιακούς ανορθολογισμούς και να κερδίζει, μικρές και μεγαλύτερες, μάχες, για τον μεταρρυθμιστικό μετασχηματισμό και την επάνοδο στην ανάπτυξη, οι κραυγές υπήρχαν και θόλωναν ή ακόμη και σκέπαζαν το θετικό μήνυμα. Κάπως έτσι η Χρυσή Αυγή βρέθηκε δημοσκοπικά σε διψήφια ποσοστά, τα οποία μάλιστα άγγιζε στις Ευρωεκλογές του 2014, παρά το γεγονός ότι είχε γίνει ορατή σε όλους η εγκληματική της δομή και δράση.

Είχα γράφει πριν δυο χρόνια ένα άρθρο για την Τριπλή δικαίωση Σαμαρά. Σήμερα έρχεται να προστεθεί και μαι τέταρτη. Στο περιβάλλον που μόλις περιέγραψα ο πρώην πρωθυπουργός αντιλήφθηκε εγκαίρως τον κίνδυνο και έδρασε εγκαίρως και σε αυτό το θέμα.

Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο αυτές καθαυτές οι φασιστικές ιδέες της Χρυσής Αυγής. Ήταν η γεμάτη μίσος προβολή τους που προέτρεπε διαρκώς σε αυτοδικία, δημιουργώντας εκλογική δυναμική στηριγμένη πάνω στη στυγνή και φθηνή εκμετάλλευση της αγανάκτησης της κοινωνίας. Η δολοφονία του Φύσσα αποτέλεσε την κατάληξη μιας σειράς επιθέσεων με ξεκάθαρο ρατσιστικό περιεχόμενο και στόχο την τιμωρία και τον αφανισμό του μισητού “αντιπάλου”.

Η τότε κυβέρνηση με πρωτεργάτη τον Αντώνη Σαμαρά, δεν φοβήθηκε τη λασπολογία περί ακρδοεξιών υπόγειων διαδρομών που διέσπειραν με άνεση οι τότε αντιπολιτευόμενοι τιμητές των πάντων και μετέπειτα κυβερνητικοί παράγοντες, Αυτοί οι ίδιοι που τότε έβλεπαν στην ΝΔ “φασίστες” και συνομιλητές με το τη Χρυσή Αυγή και μετά αποδέχονταν με άνεση την κοινοβουλευτική σύμπλευση μαζί της, σε μια σειρά ζητημάτων.

Αν σήμερα θα πρέπει κάτι να μας απασχολήσει έντονα, είναι η μετεξέλιξη και η συνέχιση του φαινομένου. Οι ποινές δεν θα είναι εξοντωτικές λόγω του νομικού πλαισίου που δημιούργησε ο ΣΥΡΙΖΑ, ίσως και για να προστατεύσει από μελλοντικές καταδίκες φίλους του “ακτιβιστές”. Πολλοί από τους κατηγορούμενους, και λόγω της προφυλάκισης, δεν θα μπουν καν στη φυλακή κι άλλοι θα παραμείνουν για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Επίσης κανείς δεν γνωρίζει αν θα υπάρξει μείωση ποινών ή και δικαίωση ορισμένων κατηγορουμένων στο Εφετείο.

Η προσπάθεια για αλλαγή προτύπου, ώστε να κρυφτεί το αυγό του φιδιού κάτω από μια πιο αστική παρουσία, λιγότερο προκλητικά μηνύματα και στελεχειακό δυναμικό, πιο προσεγμένη διατύπωση λόγου και συνολικά προσαρμοσμένη στα νέα δεδομένα, επικοινωνιακή διαχείριση, άρχισε ήδη να γίνεται με τον νέο κομματικό φορέα του Ηλία Κασιδιάρη. Δεν χρειάζονται ούτε ακατάπαυστα πανηγύρια για την αρχική απόφαση, ούτε εκνευρισμός κι απογοήτευση από πιθανές μικρές σχετικά ποινές, ούτε εφησυχασμός για το μέλλον.

Μερικές από τις αιτίες που συνετέλεσαν στην εξάπλωση του φαινομένου έχουν χάσει τη δυναμική τους. Άλλες όμως αναζωπυρώθηκαν λόγω της νέας μεγάλης οικονομικής ύφεσης ελέω πανδημίας. Έδαφος για να ριχθεί ένας “μεταλλαγμένος” διχαστικός σπόρος θα συνεχίσει να υπάρχει γι’ αυτό το πολιτικό σκηνικό θα πρέπει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων αντιλαμβανόμενο εγκαίρως τις κοινωνικές ανησυχίες, πριν αυτές ξαναμετατραπούν σε πρόσφορη γη, άνθισης μιας αντίστοιχης μαύρης σοδειάς.

Κι αυτή η προτροπή φυσικά και δεν περιορίζεται σε μια πλευρά του πολιτικού τόξου. Ο αριστερός “ακτιβισμός” που κάποιοι περιβάλλουν με μεγάλη στοργή παίρνει τη δική του θέση στην δήθεν αντισυμβατική, γεμάτη αντιδραστικές συμβάσεις λογική που υπηρέτησε και η Χρυσή Αυγή. Και η απάντηση σε αυτή την επέλαση μίσους οφείλει να είναι θεσμικά ισχυρή, εξίσου με αυτή που δόθηκε από την κυβέρνηση Σαμαρά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.