Η αλήθεια και το ψέμα των δημοσκοπήσεων

Γράφει ο Κωσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος

Να ξεκινήσουμε με μια μεγάλη αλήθεια για τις πολιτικές δημοσκοπήσεις. Επειδή αποτελούν κι ένα εμπορικό προϊόν που συνήθως παραγγέλλεται από ΜΜΕ, η ιδεολογική τάση του κάθε μέσου δίνει κι έναν μικρό “αέρα” στον πολιτικό χώρο που εκφράζουν, μια μικρή βελτίωση της εικόνας μέσα στα όρια του στατιστικού σφάλματος.

Η πρόσφατη δημοσκόπηση της CommonView, πέρα από το ότι αφορά μια εταιρεία που δεν ανήκει στο μητρώο των δημοσκόπων, καταδεικνύει την υπερβολή στη διάθεση διαμόρφωσης θετικού κλίματος για την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ίδια εταιρεία έδινε πριν λίγο καιρό την διαφορά ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ στις 8 μονάδες ενώ τώρα την περιορίζει στις 3!

Αυτό το διάστημα, και σε αναμονή επόμενων μετρήσεων που θα λαμβάνουν υπόψη την παρουσία Μητσοτάκη στην ΔΕΘ, έχουν δει το φως της δημοσιότητας κι άλλες τρεις δημοσκοπήσεις με την διαφορά να κυμαίνεται από 5,7% έως 10%. Έχουμε ξαναπεί ότι το σημαντικό είναι να παρακολουθούμε τα απόλυτα νούμερα κι όχι τις αναγωγές που γίνονται είτε με την μπακαλίστικη μέθοδο των τριών, είτε με περίπλοκες στατιστικές αναλύσεις χρονοσειρών που πολύ συχνά έχουν αποδειχτεί ανίκανες να καταγράψουν τα κίνητρα των τελικών επιλογών των αναποφάσιστων.

Εδικά μετά τις τεκτονικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα που γκρέμισαν την σιγουριά των εύκολων μετακινήσεων στα πλαίσια του παλιού διπολισμού μεταξύ ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, όλα τα πρότυπα των στατιστικών μοντέλων τίθενται υπό αμφισβήτηση, επαναξιολόγηση και επανασχεδιασμό ώστε να προσαρμοστούν στις κοινωνικές μεταλλάξεις και την αντισυμβατική εξέλιξη των συμπεριφορών.

Τι κρατάμε λοιπόν από αυτή την στιγμιαία αποτύπωση των τάσεων της κοινής γνώμης; Κοινός τόπος και των τριών ερευνών είναι ότι η ΝΔ διαθέτει μια μπετοναρισμένη βάση με συσπείρωση που αγγίζει το 90%, μηδαμινές απώλειες προς άλλους χώρους κι ελάχιστους αναποφάσιστους που δεν ξεπερνούν το 1,5-2% του συνολικού εκλογικού σώματος (5-7% των ψηφοφόρων της).

Κοινό συμπέρασμα επίσης είναι η μικρή αλλά ουσιαστική αύξηση της συσπείρωσης του ΣΥΡΙΖΑ που είχε βυθιστεί, ανάλογα με την μέτρηση έως και στο 33% των ψηφοφόρων της. Πλέον κινείται μεσοσταθμικά γύρω στο 50%, με απώλειες κυρίως προς την ΝΔ και κάπως μικρότερες προς τα αριστερά της.

Το σημαντικότερο είναι ότι ένα τεράστιο μέρος όσων τον προτίμησαν στις προηγούμενες εκλογές, κοντά στο 1/3 των τότε ψηφοφόρων που αντιπροσωπεύει ένα εκλογικό ποσοστό 10-12%, παραμένει ανενεργό, αναποφάσιστο, με μερική τάση προς την αποχή. Κι έρχεται αμείλικτο το ερώτημα., Γιατί μετά από την διάψευση των προσδοκιών τους από τον ΣΥΡΙΖΑ, μετά από 14 δισ. νέα μέτρα, παραμένουν αμέτοχοι, βουβοί και δεν επιλέγουν είτε την λογικότερη στροφή προς τις πλείστες αριστερότερες επιλογές, είτε το μεγάλο άλμα προς την αντίπερα όχθη της ΝΔ;

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και να βουτήξουμε στα βάθη της ιδεολογικής και κοινωνικής ταυτότητας αυτών των συμπολιτών μας, θα ανακαλύψουμε ότι πρόκειται στην πλειοψηφία τους για αυτό που κάποτε ονομάζαμε “παραδοσιακό ΠΑΣΟΚ”. Άνθρωποι κυρίως αριστερών αντιλήψεων, με οικογενειακές καταβολές ακόμη κι από το ΚΚΕ, με σαφή αποστροφή σε οτιδήποτε δεξιό, που βρίσκονται πλέον σε αμήχανη θέση αφού ενώ νιώθουν προδομένοι από τον Τσίπρα και τις εξαγγελίες του από την άλλη λειτουργεί μέσα τους το αρχετυπικό δίπολο Αριστερά – Δεξιά κι ουσιαστικά μένουν απαθείς επειδή περιμένουν την ισχυρή δικαιολογία που θα τους δώσει το δικαίωμα να επανέλθουν στην κοίτη τους.

Ένα μέρος τους είναι πολύ πιθανό να πεισθεί από το νέο εγχείρημα της Κεντροαριστεράς, εφόσον αυτό αποδείξει ότι μπορεί να έχει διακριτή διαδρομή που να μην το ταυτίζει με κανέναν από τους δυο κυρίαρχους του πολιτικού σκηνικού. Βέβαια η μνημονιακή πορεία της σημερινής Κεντροαριστεράς και η εμμονή της να αποδείξει ότι είχε δίκιο που επέλεξε την προσφυγή στο ΔΝΤ, δεν λειτουργεί ως μαγνήτης για εκλογείς που επί τόσα χρόνια παρέμειναν σταθεροί στην πιο σκληρή, έως και ακραία παράλογη, αντιμνημονιακή ρητορική. Είναι μάλιστα πιθανό να επαναπατριστούν στο νέο κόμμα και κάποιοι σοσιαλδημοκράτες που στράφηκαν προς την ΝΔ ειδικά αν θεωρήσουν ότι υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να αποτελέσουν τον ισχυρό κυβερνητικό εταίρο.

Είναι σίγουρο ότι ένα σημαντικό κομμάτι τους θα κινηθεί τελικά προς την αποχή. Ίσως μάλιστα αυτή τη στιγμή να αποτελεί την κρυφή, πρώτη επιλογή για τους περισσότερους. Όμως στην πράξη κι όταν προκύψουν τα πιεστικά προεκλογικά διλήμματα είναι εξίσου σίγουρο ότι πολλοί εξ αυτών θα εγκλωβιστούν στο ερώτημα “Επιτρέπουμε την επάνοδο της Δεξιάς ή επιτρέπουμε σε έναν δικό μας άνθρωπο με αριστερές καταβολές, παρά την προδοσία και τα λάθη του, να μας αποδείξει ότι τώρα που… βγαίνουμε από το μνημόνιο, μπορεί να ακολουθήσει πιο γνήσια… αριστερή πολιτική;”.

Ότι κι αν προκύψει το επόμενο διάστημα, όποιες κι αν είναι οι οικονομικές εξελίξεις, όποιες νέες δυσκολίες κι αν εμφανιστούν, το συγκεκριμένο ερώτημα θα παραμένει ισχυρό και βασανιστικό για όσους μετά από τον σχεδόν τριετή Αρμαγεδδώνα διατηρούν στάση εκλογικής αναμονής. Γι’ αυτό κι επιμένω από την πρώτη στιγμή ότι, εφόσον δεν υπάρξει κάποια δραματική αλλαγή που θα ανατρέψει τα δεδομένα, είναι πολύ δύσκολο ο ΣΥΡΙΖΑ να συγκρατηθεί πολύ κάτω από το 25% κι επίσης ακόμη αβέβαιο για την ΝΔ το αν η τελική διαφορά θα βρίσκεται ιδιαίτερα πάνω από 5%.

Η πραγματικότητα όμως δεν είναι στατική κι έχουμε μπροστά μας μια σειρά από εξελίξεις που μπορούν να προσδώσουν νέο άρωμα στην επερχόμενη εκλογική μάχη. Άλλωστε όπως επανειλημμένα ορθώς αναφέρεται, οι δημοσκοπήσεις δεν είναι παρά μια αποτύπωση στιγμιαίων κοινωνικών τάσεων χρήσιμων για την χάραξη πολιτικής στρατηγικής, και τίποτε περισσότερο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.