Το γεωπολιτικό μάθημα του Τραμπ και η εγχώρια παγίδα του κατευνασμού
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Οι σημερινές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, λίγο πριν τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, ήταν ένα κανονικό παγωμένο ντους για όσους στην Αθήνα επιμένουν να πετάνε χαρταετό. Όταν ακούς τον Αμερικανού Πρόεδρο να λέει ομαδόν και ψυχρά για τον Ερντογάν ότι «έχει κάνει ό,τι του έχω ζητήσει» και να αφήνει ορθάνοιχτο το παράθυρο για τα F-35, καταλαβαίνεις πού πάει το πράγμα. Αλλά το θέμα μας δεν είναι μόνο τι κάνει η Ουάσινγκτον με την Άγκυρα. Το πραγματικό θέατρο του παραλόγου παίζεται εδώ, μέσα στο σπίτι μας, από μια συγκεκριμένη κάστα δημοσιογράφων και αναλυτών που έχουν βρει τη χαρά τους να κάνουν τους εθνικούς εξεταστές φρονημάτων.
Μιλάμε για τύπους που μοιράζουν καθημερινά πιστοποιητικά πατριωτισμού στα κανάλια και στα sites, έτοιμοι να βγάλουν «ρωσόφιλο» ή «πουτινικό» όποιον τολμήσει να πει μια διαφορετική κουβέντα για τη γεωπολιτική ή τον πόλεμο στην Ουκρανία. Μόνο που αυτό το κυνήγι μαγισσών δεν γίνεται στην τύχη. Είναι ένα στημένο επικοινωνιακό παιχνίδι που βολεύει απίστευτα την ελληνική κυβέρνηση. Το Μαξίμου χρησιμοποιεί αυτούς τους πρόθυμους δημοσιογράφους και τις ταμπέλες περί «πουτινισμού» ως το απόλυτο ρόπαλο για να εξαφανίσει κάθε αντίθετη φωνή και να περάσει μια εξωτερική πολιτική γεμάτη υποχωρήσεις και κατευνασμό. Έτσι, αν εσύ βγεις και πεις «ρε παιδιά, τι ακριβώς συζητάμε πίσω από κλειστές πόρτες με τους Τούρκους;» ή αν εκφράσεις ανησυχία για το Αιγαίο, δεν θα σου απαντήσουν με επιχειρήματα. Θα σε βαφτίσουν αμέσως «άνθρωπο της Μόσχας» και «υπονομευτή της Δύσης» για να σε βγάλουν τρελό και να εφαρμόσουν ανενόχλητοι τη γραμμή τους.
Και εδώ είναι που τρελαίνεσαι τελείως με την υποκρισία τους. Την ίδια ώρα που αυτοί οι κυβερνητικοί σχολιαστές σκίζουν τα ρούχα τους για τη Ρωσία, γίνονται οι ίδιοι οι καλύτεροι, και μάλιστα τσάμπα, ντελάληδες της τουρκικής προπαγάνδας. Πώς το κάνουν; Από τη μια μεριά έχεις το αδίστακτο κυνήγι των κλικς. Μεγάλα ελληνικά portals παίρνουν κάθε fake βίντεο και κάθε απειλή των Τούρκων και τα κάνουν πρώτο θέμα με πηχιαίους, τρομολαγνικούς τίτλους για να μαζέψουν διαφημίσεις, σπέρνοντας τον πανικό και την ηττοπάθεια.
Αυτός ο τεχνητός φόβος, βέβαια, κουμπώνει τέλεια με την κυβερνητική γραμμή, γιατί ένας φοβισμένος λαός πείθεται πιο εύκολα ότι «πρέπει να τα βρούμε μαζί τους για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο». Από την άλλη, έχεις και τους άλλους, της αντιπολίτευσης, που πάνω στην τυφλή τους κόντρα με την κυβέρνηση καταπίνουν αμάσητο το τουρκικό παραμύθι στο μεταναστευτικό, όπως έγινε με εκείνη την απάτη με τη «νεκρή Μαρία» στον Έβρο, όπου Έλληνες δημοσιογράφοι έγιναν οι χρήσιμοι ηλίθιοι της ΜΙΤ, διασύροντας τη χώρα τους διεθνώς για ένα κομματικό καπρίτσιο.
Όλο αυτό δένει με τη θεωρία της «συνεκμετάλλευσης» που μας πασάρουν διάφοροι συστημικοί αναλυτές, οι οποίοι μας λένε λίγο-πολύ ότι είμαστε κολλημένοι και πρέπει να υποχωρήσουμε, δίνοντας στην Άγκυρα το καλύτερο πάτημα για να λέει έξω ότι «μέχρι και οι Έλληνες συμφωνούν μαζί μας». Αν λοιπόν κάτσουμε και το σκεφτούμε ψυχρά, χωρίς πολιτικές ορθότητες και σαλόνια, τότε ποιος πραγματικά είναι τελικά ο πραγματικός κίνδυνος για την πατρίδα; Ο γραφικός ή ιδεοληπτικός «ρωσόφιλος» ή ο συστημικός αγωγός της τουρκικής προπαγάνδας που αβαντάρει τον κυβερνητικό κατευνασμό; Η απάντηση βγάζει μάτι. Η Ρωσία δεν είναι υπαρξιακή απειλή για την Ελλάδα. Δεν μας ζητάει τα νησιά, δεν μας κάνει υπερπτήσεις, ούτε μας απειλεί με πόλεμο. Οι ρωσόφιλες τάσεις εδώ είναι κυρίως θέμα παράδοσης ή περιθωρίου.
Η Τουρκία όμως είναι η μοναδική, άμεση και υπαρξιακή απειλή για τη χώρα μας. Επομένως, όποιος μέσα στην Ελλάδα νομιμοποιεί και σπρώχνει τα αφηγήματα της Άγκυρας, είτε από απληστία για κλικς, είτε από κομματική τύφλωση, είτε επειδή εκτελεί κυβερνητικές εντολές κατευνασμού, είναι ασύγκριτα πιο επικίνδυνος. Υποσκάπτει την ψυχολογική ετοιμότητα και το φρόνημα του λαού απέναντι στον πραγματικό εχθρό.
Η ατάκα του Τραμπ ότι ο Ερντογάν του κάνει όλα τα χατίρια πρέπει επιτέλους να μας ξυπνήσει. Στη διεθνή σκακιέρα υπάρχουν μόνο συμφέροντα. Και όσο η κυβέρνηση και οι δημοσιογράφοι της στήνουν κυνήγι μαγισσών για «πουτινικούς» για να δικαιολογήσουν τις υποχωρήσεις τους, η Άγκυρα κλείνει deals δισεκατομμυρίων και μας τρυπάει εκ των έσω. Είναι, επομένως, ανάγκη να αναδειχθεί με υπευθυνότητα ο ρόλος όσων, από τις τηλεοπτικές συχνότητες της Αθήνας, διευκολύνουν άθελα ή σκόπιμα τους επικοινωνιακούς σχεδιασμούς της Άγκυρας, θυσιάζοντας την εθνική εγρήγορση στον βωμό της τηλεθέασης και του εντυπωσιασμού.

