Όταν η διαχείριση της γραφειοκρατίας βαφτίζεται μεταρρύθμιση και η ανάπτυξη πάει περίπατο
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Υπάρχουν τρία μεγάλα, ανοιχτά τραύματα σήμερα στην ελληνική κοινωνία, που όλοι τα ζούμε στο πετσί μας, κι αυτά είναι το ασφαλιστικό, η στεγαστική κρίση και αυτός ο πνιγμός με το ιδιωτικό χρέος. Και τι είδαμε να ξεκινάει τις τελευταίες μέρες από την κυβέρνηση για να τα αντιμετωπίσει; Μια συντονισμένη επικοινωνιακή αντεπίθεση, γεμάτη πυροτεχνήματα, που βαφτίζει «μεταρρύθμιση» το απλό συμμάζεμα της γραφειοκρατίας. Η χώρα δεν έχει ανάγκη από ικανότερους διαχειριστές των δυσλειτουργικών της δομών, αλλά από αρχιτέκτονες που θα αλλάξουν το παραγωγικό παράδειγμα, αρνούμενοι να ανακυκλώσουν άλλο «καμένο κάρβουνο» τυλιγμένο σε ψηφιακό και εκσυγχρονιστικό περιτύλιγμα, βασισμένο άλλοτε σε ευρωπαϊκές οδηγίες, άλλοτε στο Ταμείο Ανάκαμψης ή και στα δύο μαζί.
Αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν σήμερα, με την κυβέρνηση να τα δέχεται όλα αμάσητα, δεν γίνονταν ούτε τα χρόνια των μνημονίων. Εκεί, τουλάχιστον, ακόμη και στη χειρότερη διακυβέρνηση της μεταπολίτευσης, δηλαδή επί ΣΥΡΙΖΑ, υπήρχε μια αντίσταση – άναρχη θες να την πεις; – υπήρχε όμως κάποιου είδους διαπραγμάτευση. Σήμερα, αντίθετα, βλέπουμε μια πλήρη υποταγή σε έτοιμες συνταγές, χωρίς ίχνος διεκδίκησης για τα πραγματικά συμφέροντα της χώρας, με τη στασιμότητα να βαφτίζεται πρόοδος.
Αυτή η εμμονή με τη βιτρίνα φαίνεται ξεκάθαρα στα δύο νέα ψηφιακά εργαλεία που μας εμφάνισε το Υπουργείο Οικονομικών για το ιδιωτικό χρέος. Από τον Σεπτέμβριο, λοιπόν, μπαίνει μπροστά ένας «λευκός Τειρεσίας» που θα μας βάζει βαθμούς από το Α έως το D, για να ξέρει το Δημόσιο ποιος χρωστάει, πού και πόσο, από την εφορία μέχρι το ρεύμα και το τηλέφωνο. Ωραία η χαρτογράφηση, δεν λέω, αλλά εδώ μπαίνει το μεγάλο ερώτημα… από πότε η καταγραφή ενός προβλήματος σημαίνει και λύση; Το να ξέρει ο πολίτης ότι έχει βαθμό “D” επειδή δεν βγαίνει ο μήνας, πώς ακριβώς του μειώνει το χρέος; Ειδικά όταν στην πιλοτική φάση αυτό το σκορ δεν σου χρησιμεύει σε τίποτα, ούτε για να πάρεις ένα καλύτερο δάνειο αν είσαι συνεπής. Αντίθετα, ανοίγει μια επικίνδυνη κερκόπορτα για τους νοικάρηδες, αφού είναι κοινό μυστικό ότι οι ιδιοκτήτες θα ζητούν αυτό το χαρτί για να σου νοικιάσουν σπίτι, στα πρότυπα της Γερμανίας, αλλά χωρίς καμία από τις αυστηρές εγγυήσεις προστασίας που έχουν οι Γερμανοί.
Η ίδια ακριβώς νοοτροπία, που πετάει το μπαλάκι της ευθύνης στον πολίτη, υπάρχει και στο ασφαλιστικό. Ακούσαμε την Υπουργό Εργασίας να μιλάει για τη νέα «εθνική στρατηγική» στην Επαγγελματική Ασφάλιση και να λέει ότι στην Ελλάδα τα λεφτά αυτών των ταμείων είναι κάτω από το 1% του ΑΕΠ, ενώ έξω ο μέσος όρος είναι στο 50%. Και τι προτείνει το νέο νομοσχέδιο; «Ανοιχτά Ταμεία» με μεγαλύτερη ευελιξία. Μόνο που όλη αυτή η κουβέντα για «κουλτούρα αποταμίευσης» ακούγεται σαν ανέκδοτο σε μια αγορά όπου οι μισθοί είναι καθηλωμένοι και η ακρίβεια τρώει τα πάντα. Μας λένε ότι η δημόσια ασφάλιση είναι προτεραιότητα, αλλά την ίδια ώρα κλείνουν το μάτι ότι «δεν υπάρχει βιωσιμότητα» και μας σπρώχνουν στην ιδιωτική αποταμίευση. Με λίγα λόγια, η μεταρρύθμισή τους κοιτάζει πώς θα μαζευτούν κεφάλαια για επενδύσεις, αντί για το πώς θα ζήσει ο κόσμος.
Και πάμε στο στεγαστικό, όπου εκεί το πράγμα ξεφεύγει, αφού μας παρουσίασαν ένα πλάνο βάθους δεκαετίας για την περίοδο 2026-2035. Το σχέδιο περιγράφει σωστά το πρόβλημα, δηλαδή τα γερασμένα σπίτια, τα 800.000 κλειστά διαμερίσματα και την πίεση από το AirBnB και τη Golden Visa, αλλά οι απαντήσεις είναι πάλι επιδόματα και θεωρίες. Η υπόσχεση για επιστροφή ενός ενοικίου τον χρόνο ή τα σχέδια για κοινωνική αντιπαροχή στο μέλλον, δεν λένε τίποτα σε έναν νέο ή σε μια οικογένεια που ψάχνει σπίτι σήμερα και βρίσκει μόνο εξωφρενικές τιμές. Όταν η κρίση σε πνίγει τώρα, το να παραπέμπεις τη λύση στα επόμενα δέκα χρόνια είναι απλώς ομολογία ότι αδυνατείς να παρέμβεις και να μαζέψεις την αγορά.
Όλες αυτές οι κινήσεις δείχνουν το μεγάλο λάθος αυτής της διακυβέρνησης, δηλαδή, την αυταπάτη ότι το να ψηφιοποιείς και να εκσυγχρονίζεις το κράτος σημαίνει ότι παράγεις και ανάπτυξη. Η πραγματική ανάπτυξη μιας χώρας που θέλει να ξεκολλήσει από τον πάτο απαιτεί όραμα, μεγάλες ρήξεις και σύγκρουση με συμφέροντα. Κι εδώ είναι που ένας στενά διαχειριστικός, γραφειοκρατικός μηχανισμός σηκώνει τα χέρια ψηλά, γιατί νομοτελιακά δεν μπορεί να κάνει τίποτα από αυτά.
Ο τεχνοκράτης γραφειοκράτης, εγκλωβισμένος στις διαδικασίες και στα χαρτιά, δεν μπορεί να αναλύσει την κοινωνική πραγματικότητα, γιατί βλέπει τον κόσμο μόνο μέσα από ψυχρούς δείκτες και αλγόριθμους. Δεν μπορεί να σχεδιάσει βαθιές τομές, γιατί το μόνο που ξέρει είναι να μοιράζει ευρωπαϊκά κονδύλια και να ανακυκλώνει επιδόματα χωρίς αντίκρισμα στην πραγματική οικονομία.
Και κυρίως, δεν μπορεί να υλοποιήσει το μεγάλο άλμα προς τα μπρος, γιατί η αληθινή μεταρρύθμιση θέλει ρίσκο και ανατροπές, πράγματα ξένα για τη νοοτροπία ενός υπαλλήλου. Δεν πρόκειται να αλλάξουμε πίστα όσο η ηγεσία λειτουργεί σαν απλός εκκαθαριστής εκκρεμοτήτων, κρύβοντας τη στασιμότητα πίσω από μια καλοκουρδισμένη ψηφιακή και εκσυγχρονιστική βιτρίνα.

