Η Εβδομάδα που δεν μας Είπαν XXII
Γράφει ο Ρένος Δούκας
Διαβάζοντας την ανασκόπηση αυτής της εβδομάδας του Πρωθυπουργού, μένει κανείς με την εντύπωση μιας κυβέρνησης που συγχέει την απαρίθμηση με τη στρατηγική. Παρουσιάζει πλατφόρμες, δράσεις, προγράμματα, έργα και επιμέρους παρεμβάσεις σαν να συγκροτούν από μόνα τους εικόνα εθνικής προόδου. Κάποιες από αυτές τις παρεμβάσεις έχουν αξία. Κάποιες είναι χρήσιμες. Κάποιες αξίζουν αναγνώριση. Αλλά η χώρα δεν κυβερνάται με δελτία επιτυχίας ανά υπουργείο. Κυβερνάται με σχέδιο, με προτεραιότητες, με παραγωγική κατεύθυνση και με επίγνωση του χρόνου που χάνεται.
Το μεγάλο ερώτημα μένει αναπάντητο. Ποια είναι η εθνική στρατηγική για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας; Ποιο είναι το παραγωγικό υπόδειγμα πάνω στο οποίο θα σταθεί η χώρα όταν τελειώσουν οι έκτακτες χρηματοδοτήσεις; Πώς θα αυξηθεί ο εθνικός πλούτος; Πώς θα πάψει η Ελλάδα να ζει ανάμεσα σε ευρωπαϊκά κονδύλια, τουριστική εποχικότητα, εισαγόμενη κατανάλωση και χαμηλές αποδοχές; Οι πλατφόρμες έχουν νόημα όταν υπηρετούν έναν μεγαλύτερο σκοπό. Τα προγράμματα έχουν αξία όταν εντάσσονται σε εθνικό σχεδιασμό. Τα έργα αποκτούν βάθος όταν αλλάζουν τη θέση της χώρας στον χρόνο.
Ας αρχίσουμε από την Ακρόπολη. Η αποκατάσταση της δυτικής όψης του Παρθενώνα είναι πράγματι μια σπουδαία στιγμή για τον ελληνικό πολιτισμό. Αξίζουν συγχαρητήρια στους επιστήμονες, στους μηχανικούς, στους τεχνίτες και σε όλους όσοι εργάστηκαν για να ολοκληρωθεί ένα έργο τέτοιας ευθύνης. Ο Παρθενώνας δεν ανήκει μόνο στην ιστορία μας. Ανήκει στην παγκόσμια μνήμη. Είναι από εκείνα τα σύμβολα που υπενθυμίζουν ότι ο ελληνισμός κάποτε δεν αρκέστηκε να διαχειριστεί τον κόσμο που βρήκε, αλλά επιχείρησε να τον σκεφτεί, να τον οργανώσει και να τον μορφοποιήσει.
Ακριβώς γι’ αυτό, η επίκληση του Παρθενώνα επιβάλλει μεγαλύτερη πολιτική σοβαρότητα. Όταν στεκόμαστε μπροστά σε ένα τέτοιο σύμβολο, δεν αρκεί να καμαρώνουμε για την αποκατάσταση της πέτρας. Οφείλουμε να κοιτάζουμε και τα θεμέλια του σημερινού κράτους. Η Ελλάδα τι χτίζει σήμερα με ανάλογη αποφασιστικότητα; Ποια βάση αφήνει στους νέους της; Ποια παραγωγή δημιουργεί; Ποια τεχνογνωσία κρατά; Ποια θεσμική σοβαρότητα εγκαθιστά; Ένας λαός που τιμά τον Παρθενώνα, αλλά ανέχεται την παρακμή της δικής του δημόσιας μηχανής, κινδυνεύει να μετατρέψει την ιστορία σε σκηνικό αυτοπαρηγορίας.
Το ίδιο ισχύει για τα υπόλοιπα έργα πολιτισμού που χρηματοδοτούνται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα αρνηθεί τη χρησιμότητά τους. Η συντήρηση μνημείων, η ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων, οι υποδομές πολιτισμού και η καλύτερη πρόσβαση των πολιτών στην πολιτιστική κληρονομιά είναι αναγκαίες παρεμβάσεις. Όμως σχεδόν όλα αυτά στηρίζονται σε εξωτερική χρηματοδότηση. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι πολιτικό δεδομένο.
Όταν ολοκληρωθεί το Ταμείο Ανάκαμψης, ποια οικονομία θα συντηρεί αυτά τα έργα; Ποια παραγωγική βάση θα πληρώνει τη λειτουργία τους; Ποιο κράτος θα τα προστατεύει με συνέπεια; Η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται από το πόσα κονδύλια απορροφά μια χώρα. Μετριέται από το αν δημιουργεί τις προϋποθέσεις να σταθεί χωρίς μόνιμη εξάρτηση από έκτακτες πηγές χρηματοδότησης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να βαφτίζει στρατηγική την ικανότητα να συμπληρώνει αιτήσεις και να κόβει κορδέλες.
Από εκεί περνάμε στην ακρίβεια. Η κυβέρνηση παρουσιάζει το posokanei.gov.gr ως εργαλείο διαφάνειας και ενημέρωσης. Η διαφάνεια είναι χρήσιμη. Κανείς δεν ζητά λιγότερη πληροφόρηση. Αλλά η ακρίβεια δεν προέκυψε επειδή οι πολίτες αγνοούν τις τιμές. Τις γνωρίζουν στο ταμείο, στο σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο, στο καλάθι που μικραίνει ενώ ο μισθός μένει πίσω.
Το πρόβλημα βρίσκεται βαθύτερα. Υψηλό κόστος παραγωγής. Περιορισμένη εγχώρια παραγωγή. Χαμηλή ανταγωνιστικότητα. Αδύναμη βιομηχανική βάση. Εισοδήματα που δεν ακολουθούν τις τιμές. Αγορά που σε πολλούς κλάδους λειτουργεί με στρεβλώσεις, συγκεντρώσεις και ανισορροπίες. Μια πλατφόρμα μπορεί να ενημερώσει τον πολίτη. Δεν μπορεί να αυξήσει τον μισθό του. Δεν μπορεί να μειώσει το κόστος παραγωγής. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αναπτυξιακή πολιτική που λείπει.
Η ακρίβεια οδηγεί ευθέως στο στεγαστικό. Η νέα δράση «Ανακαίνιση Κατοικίας» κινείται σε θετική κατεύθυνση, επειδή επιχειρεί να επαναφέρει αδρανή ακίνητα στην αγορά. Αυτό έχει πρακτικό νόημα. Η χώρα έχει κλειστά σπίτια, παλιό οικιστικό απόθεμα και ιδιοκτήτες που συχνά δεν μπορούν να αναλάβουν το κόστος ανακαίνισης. Όμως η στεγαστική κρίση δεν θα λυθεί με μερική αύξηση της προσφοράς.
Η στέγαση έχει γίνει πεδίο κοινωνικής πίεσης επειδή οι μισθοί είναι χαμηλοί, το κόστος ζωής υψηλό, τα ενοίκια έχουν ξεφύγει από τη δυνατότητα μεγάλου μέρους των νοικοκυριών, η αγορά ακινήτων λειτουργεί με σοβαρές στρεβλώσεις και το δημογραφικό βαραίνει τη χώρα με τρόπο που η πολιτική τάξη προτιμά να περιγράφει παρά να αντιμετωπίζει. Ένα πρόγραμμα μπορεί να βοηθήσει κάποιους ιδιοκτήτες και κάποιους ενοικιαστές. Δεν μπορεί να θεραπεύσει μόνο του μια κρίση που συνδέεται με μισθούς, παραγωγή, φορολογία, τουριστική πίεση, αστική πολιτική και πληθυσμιακή φθορά.
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται στη λειτουργία του κράτους. Η αξιολόγηση των δημόσιων υπηρεσιών είναι αναγκαία. Η συμμετοχή των πολιτών έχει νόημα. Όμως μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η διαπίστωση ότι οι πολεοδομίες και άλλες υπηρεσίες δυσλειτουργούν δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως πολιτική ανακάλυψη. Οι πολίτες το ξέρουν. Το ζουν με φακέλους που λιμνάζουν, με άδειες που καθυστερούν, με απαντήσεις που δεν έρχονται, με διαδικασίες που μετατρέπουν το αυτονόητο σε δοκιμασία αντοχής.
Η καταγραφή των προβλημάτων είχε αξία στην αρχή. Σήμερα το μέτρο είναι η λύση. Πόσο μειώθηκε ο χρόνος εξυπηρέτησης; Πόσες υποθέσεις έκλεισαν; Πόσες υπηρεσίες απέκτησαν λογοδοσία; Πόσοι υπάλληλοι επιμορφώθηκαν; Πόσες διαδικασίες απλοποιήθηκαν πραγματικά; Η διοίκηση δεν αλλάζει επειδή ο πολίτης συμπληρώνει μια φόρμα δυσαρέσκειας. Αλλάζει όταν η πολιτική εξουσία αναλαμβάνει το κόστος της σύγκρουσης με την αδράνεια, την πελατειακή λογική και τη διοικητική ατιμωρησία.
Στην αγορά εργασίας η εικόνα παραμένει αντίστοιχη. Κάθε συλλογική σύμβαση που βελτιώνει τις αποδοχές εργαζομένων είναι ευπρόσδεκτη. Κανείς δεν πρέπει να υποτιμά μια πραγματική μισθολογική βελτίωση, όσο περιορισμένη κι αν είναι. Αλλά η βαθύτερη εικόνα της οικονομίας κρίνεται αλλού. Κρίνεται στο αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να μείνει στην Ελλάδα, να σχεδιάσει το μέλλον του, να δημιουργήσει οικογένεια, να νοικιάσει ή να αγοράσει σπίτι, να αποκτήσει αποταμίευση και να μην αισθάνεται ότι ζει σε μια χώρα που του ζητά υπομονή χωρίς να του προσφέρει προοπτική.
Εδώ οι δυσκολίες παραμένουν μεγάλες. Η Ελλάδα έχασε ανθρώπινο κεφάλαιο τα χρόνια της κρίσης. Πολλοί νέοι που έφυγαν δεν θα επιστρέψουν με λόγια. Θα επιστρέψουν μόνο αν δουν δουλειές με προοπτική, μισθούς που σέβονται την ειδίκευσή τους, σοβαρούς θεσμούς, καλύτερη εκπαίδευση, σταθερό φορολογικό περιβάλλον και μια χώρα που δεν αντιμετωπίζει τη μεσαία τάξη σαν μόνιμο φορολογικό υποζύγιο.
Οι πυρκαγιές αναδεικνύουν ένα ακόμη παλιό ελληνικό τραύμα. Η πρόληψη είναι αναγκαία. Οι καθαρισμοί οικοπέδων βοηθούν. Η ατομική ευθύνη έχει θέση στην πολιτική προστασία. Όμως η προστασία των δασών δεν μπορεί να μετατεθεί κυρίως στον πολίτη, σαν να είναι η χώρα άθροισμα ιδιωτικών οικοπέδων. Χρειάζεται διαχείριση δασών, καθαρισμοί σε δημόσιες εκτάσεις, δασικοί δρόμοι, αντιπυρικές ζώνες, τοπικά σχέδια, προσωπικό, μέσα, συντονισμός και συνέχεια. Η φωτιά δεν συγχωρεί την επικοινωνία. Μετρά μόνο την προετοιμασία.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η μέριμνα για τα ζώα που πλήττονται από φυσικές καταστροφές. Η δημιουργία σχετικών δομών είναι θετική. Δείχνει ότι το κράτος αντιλαμβάνεται καλύτερα πτυχές της κρίσης που παλαιότερα έμεναν στο περιθώριο. Αλλά κάθε τέτοια πρωτοβουλία θα κριθεί σε πραγματικές συνθήκες. Όταν υπάρξει εκκένωση. Όταν χρειαστούν μεταφορές. Όταν πρέπει να συνεργαστούν δήμοι, περιφέρειες, εθελοντές, κτηνίατροι και κρατικοί μηχανισμοί. Εκεί θα φανεί αν η δομή υπάρχει ως πραγματική ικανότητα ή ως καλή πρόθεση σε δελτίο τύπου.
Στα διεθνή ζητήματα, κάθε εξέλιξη που μειώνει την ένταση στη Μέση Ανατολή είναι ευπρόσδεκτη. Η αποκλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο μπορεί να συγκρατήσει το ενεργειακό κόστος και να ανακουφίσει οικονομίες που έχουν ήδη δοκιμαστεί από πληθωρισμό, ακριβή ενέργεια και γεωπολιτική ανασφάλεια. Για την Ελλάδα, όμως, η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στην παρακολούθηση των εξελίξεων και στην ευχή να μη διαταραχθούν οι αγορές.
Η χώρα βρίσκεται σε περιοχή όπου η ενέργεια, οι θαλάσσιες ζώνες, οι συμμαχίες, οι υποδομές και η αποτροπή συνδέονται καθημερινά. Οφείλει να διαβάζει τις αλλαγές, να κινείται εγκαίρως και να μετατρέπει τη γεωγραφία της σε ισχύ. Η γεωπολιτική δεν επιβραβεύει τις χώρες που απλώς σχολιάζουν την αστάθεια. Επιβραβεύει τις χώρες που έχουν σχέδιο, μέσα και πολιτική βούληση.
Γι’ αυτό η συζήτηση για την ενέργεια αποκτά ξεχωριστό βάρος. Η παρουσία μεγάλων διεθνών ενεργειακών ομίλων στην Ελλάδα δείχνει εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της χώρας. Είναι θετικό ότι η Ελλάδα εμφανίζεται στον ενεργειακό χάρτη ως χώρος επενδυτικού ενδιαφέροντος. Αλλά το ζήτημα δεν εξαντλείται στο ποιος επενδύει. Το πραγματικό μέτρο είναι αν η Ελλάδα αξιοποιεί τα δικά της πλεονεκτήματα με συνέπεια, αν μειώνει την εξάρτησή της, αν ενισχύει τις υποδομές της, αν προστατεύει τα δίκτυά της και αν χρησιμοποιεί την ενέργεια ως μέρος μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής.
Η ενεργειακή αυτονομία δεν χτίζεται με ανακοινώσεις. Θέλει παραγωγή, αποθήκευση, διασυνδέσεις, ασφάλεια υποδομών, ταχεία αδειοδότηση, σοβαρό χωροταξικό σχεδιασμό και καθαρή σχέση ανάμεσα στην πράσινη μετάβαση, τη βιομηχανία και το κόστος για τον πολίτη. Χωρίς αυτά, η χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε χώρο διέλευσης και κατανάλωσης, ενώ άλλοι θα κρατούν την τεχνογνωσία, την παραγωγή και το μεγαλύτερο μέρος της αξίας.
Ανάλογη είναι και η συζήτηση για το ευρωπαϊκό αμυντικό εργαλείο SAFE. Η συμμετοχή της Ελλάδας είναι θετική, ειδικά σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Η χώρα χρειάζεται πόρους για την άμυνα. Χρειάζεται σύγχρονα μέσα. Χρειάζεται ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας. Αλλά οι πόροι από μόνοι τους δεν αρκούν. Αν καταλήξουν κυρίως σε εισαγωγές, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας, χωρίς μεταφορά τεχνογνωσίας, χωρίς παραγωγική βάση και χωρίς ελληνικές αλυσίδες αξίας, τότε θα έχουμε χάσει μια ακόμη ευκαιρία.
Η άμυνα πρέπει να συνδεθεί με τη βιομηχανία. Με τα πανεπιστήμια. Με την έρευνα. Με μικρές και μεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις που μπορούν να μπουν σε αλυσίδες παραγωγής. Με τεχνολογίες διπλής χρήσης. Με συντήρηση, αναβάθμιση, συμπαραγωγή και εξαγωγική δυνατότητα. Μια χώρα που αντιμετωπίζει σοβαρές απειλές δεν μπορεί να βλέπει την άμυνα μόνο ως κατάλογο αγορών. Πρέπει να τη βλέπει ως πεδίο εθνικής ισχύος.
Έτσι, πίσω από την πληθώρα ανακοινώσεων, μένει το ίδιο κενό. Πλατφόρμες υπάρχουν. Προγράμματα υπάρχουν. Ψηφιακά εργαλεία υπάρχουν. Ευρωπαϊκά κονδύλια υπάρχουν ακόμη. Εκείνο που δεν φαίνεται με την ίδια καθαρότητα είναι η μεγάλη γραμμή που ενώνει όλα αυτά σε σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης.
Η Ελλάδα χρειάζεται απάντηση σε συγκεκριμένα ερωτήματα. Ποιο παραγωγικό μοντέλο θα έχει μετά το Ταμείο Ανάκαμψης; Πώς θα αυξήσει τον εθνικό πλούτο; Πώς θα κρατήσει τους νέους της; Πώς θα φέρει πίσω όσους έφυγαν; Πώς θα αποκτήσει μεγαλύτερη αυτάρκεια σε ενέργεια, άμυνα, τρόφιμα, τεχνολογία και βασικές υποδομές; Πώς θα πάψει να μετρά την πρόοδο με απορροφήσεις και παρουσιάσεις;
Αυτά θα καθορίσουν το μέλλον της χώρας. Σε αυτά δεν απαντούν οι εφαρμογές. Δεν απαντούν οι επικοινωνιακές ανασκοπήσεις. Δεν απαντούν οι τελετές εγκαινίων. Η Ελλάδα χρειάζεται εθνικό προσανατολισμό, παραγωγική ανασυγκρότηση, θεσμική σοβαρότητα και πολιτική τόλμη. Χρειάζεται κυβέρνηση που να μην αρκείται στη διαχείριση της εικόνας, αλλά να αναλαμβάνει την ευθύνη του μέλλοντος.

