Γιατί ο Άκης Σκέρτσος θα μείνει στην ιστορία ως ο απόλυτος αρχιτέκτονας του τεχνοκρατικού λαϊκισμού

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Στην πολιτική ιστορία αυτού του τόπου έχουμε δει απ’ όλα. Έχουμε δει ανθρώπους που συνέδεσαν το όνομα τους με μεγάλα έργα, άλλους με βαθιές μεταρρυθμίσεις κι άλλους, βέβαια, με τεράστια, ιστορικά λάθη. Ο Άκης Σκέρτσος, όμως, έχει καταφέρει να φτιάξει μια ολοδική του, ξεχωριστή κατηγορία, αφού είναι ο άνθρωπος που πήρε την κυβερνητική προπαγάνδα και τη μετέτρεψε σε μια εικονική πραγματικότητα, αποκομμένη από τη ζωή των ανθρώπων. Αν η πολιτική είναι η τέχνη του να παράγεις χειροπιαστά αποτελέσματα για την κοινωνία, για τον Υπουργό Επικρατείας έχει γίνει η τέχνη του λογιστικού φτιασιδώματος.

Όταν λοιπόν θα κάτσουμε να κάνουμε τον απολογισμό αυτής της κυβερνητικής περιόδου, το μόνο πράγμα που θα έχει αφήσει πίσω του δεν θα είναι κάποιο νέο παραγωγικό μοντέλο, αλλά εκείνα τα ατελείωτα σεντόνια στο Facebook, γεμάτα με πινακάκια και «κουτάκια», που προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι η τσέπη μας είναι γεμάτη, ακόμα κι αν εμείς τη βλέπαμε άδεια.

Και ξέρετε γιατί αυτή η στάση είναι πραγματικά επικίνδυνη; Γιατί δεν μιλάμε για τον παλιό, κλασικό λαϊκισμό της εξέδρας και των συνθημάτων, αλλά για έναν νέο, «τεχνοκρατικό λαϊκισμό». Η μέθοδος είναι πάντα η ίδια, παίρνει, δηλαδή, το κύρος των θεσμών, της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ, και αντί να το χρησιμοποιήσει για να πει την αλήθεια, το χρησιμοποιεί για να τη θολώσει.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και η σημερινή του ανάρτηση. Για να μας πείσει ότι η χώρα δήθεν αλλάζει παραγωγικό μοντέλο, ανατρέχει ακριβώς σε αυτή την παλιά του συνταγή, παίζοντας με τους αριθμούς. Πρώτον, διαλέγει μια χρονιά που η παραγωγή ήταν στο ναδίρ, το 2019, ώστε να προβάλει εντυπωσιακά ποσοστά της τάξης του 124% στα ηλεκτρονικά ή του 109% στον εξοπλισμό μεταφορών, διότι όταν ξεκινάς σχεδόν από το μηδέν, κάθε μικρό βήμα παρουσιάζεται στα στατιστικά ως τεράστιο άλμα.

Δεύτερον, πανηγυρίζει ότι η βιομηχανία έφτασε το 15,5% του ΑΕΠ και ξεπέρασε τα 32 δισ. ευρώ σε αξία, αποκρύπτοντας το προφανές, αφού βαφτίζει την πληθωριστική κρίση, τα υπερκέρδη από το πανάκριβο ρεύμα (που προσμετράται στη βιομηχανία) και την ανατίμηση των πρώτων υλών ως «προστιθέμενη αξία».

Και τρίτον, για να ολοκληρώσει την ψευδαίσθηση, συγκρίνει εντελώς ανόμοια μεγέθη, τα 32 δισ. της βιομηχανικής αξίας με τα 23,6 δισ. των άμεσων τουριστικών εισπράξεων του 2025, ενώ ταυτόχρονα εξαφανίζει από την κουβέντα το τεράστιο εμπορικό μας έλλειμμα, το γεγονός δηλαδή ότι για να παραγάγουμε εισάγουμε μανιωδώς. Όλα αυτά γίνονται μόνο και μόνο για να παρουσιάσει μια αδύναμη, εξαρτημένη παραγωγική βάση σαν το νέο ευρωπαϊκό βιομηχανικό θαύμα.

Αυτό όμως δεν είναι απλώς επικοινωνία, είναι μια βαθιά θεσμική απειλή. Όταν ένας κορυφαίος υπουργός βγαίνει με αυτό το σοβαροφανές ύφος του μάνατζερ και λέει σε μια κοινωνία που στενάζει από την ακρίβεια ότι η οικονομία πετάει, τότε ο κόσμος παύει να εμπιστεύεται το ίδιο το κράτος. Όταν ο μισθός τελειώνει στις δέκα του μήνα, αλλά οι υπουργοί επιμένουν ότι ζούμε σε έναν επίγειο παράδεισο, η εμπιστοσύνη σπάει, και αυτή η ρωγμή είναι η πραγματική κληρονομιά μιας θητείας που, αν της βγάλεις το περιτύλιγμα, είναι εντελώς άδεια από ουσία.

Το πιο ειρωνικό είναι πως ο δήθεν μεγάλος «συντονιστής» της κυβέρνησης ποτέ δεν έλυσε ουσιαστικά καμία κρίση, παρά μόνο εφηύρε επικοινωνιακές δικαιολογίες. Το ζήσαμε στην πανδημία, όταν μας εξηγούσε με γραφήματα ότι δεν χρειαζόμαστε άλλες ΜΕΘ, και στην ακρίβεια, δικαιολογώντας τα υπερκέρδη των πολυεθνικών με θεωρίες για… διαφορετικά απορρυπαντικά. Το είδαμε στον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, όπου με νομικίστικα τερτίπια περί υιοθεσίας προσπαθούσε να πουλήσει προοδευτισμό, χρυσώνοντας παράλληλα το χάπι στο συντηρητικό ακροατήριο. Και φυσικά, το βλέπουμε και τώρα με τη δήθεν «βιομηχανική ανάπτυξη», που στην πραγματικότητα είναι απλώς ένας χορός επιδοτήσεων για τις ΑΠΕ που πλουτίζει ελάχιστους ομίλους, χωρίς να αφήνει απολύτως τίποτα στην κοινωνία.

Οι παλιοί προπαγανδιστές πόνταραν στο συναίσθημα και στον διχασμό. Ο Σκέρτσος όμως είναι πολύ πιο επικίνδυνος, γιατί φοράει το κοστούμι του ουδέτερου, του αντικειμενικού επιστήμονα που μιλάει τάχα με τη γλώσσα των αριθμών. Μόνο που όταν σβήσουν τα φώτα, το μόνο που θα μείνει από το πέρασμα του θα είναι αυτός ο ψηφιακός θόρυβος των αναρτήσεων του. Όταν στο μέλλον θα αναρωτιόμαστε πώς χάθηκε η ιστορική ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης για να αλλάξει πραγματικά η χώρα, αυτά τα κείμενα του θα είναι το απόλυτο μνημείο πολιτικής εικονικότητας, μια προσπάθεια, δηλαδή, να χρησιμοποιηθούν χιλιάδες νούμερα, απλώς και μόνο για να κρυφτεί η απόλυτη έλλειψη πραγματικού έργου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.