Η οικονομία φωνάζει κινδύνους και η κυβέρνηση απαντά με πανηγύρια
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Η έξοδος της Ελλάδας από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας τον 08/2022 παρουσιάστηκε τότε ως μια ιστορική στιγμή, σχεδόν ως το τέλος μιας δεκαετίας επιτήρησης και περιορισμών. Όμως η πραγματικότητα, όπως συχνά συμβαίνει στην ελληνική δημόσια συζήτηση, ήταν αρκετά πιο σύνθετη. Η χώρα μπορεί να απαλλάχθηκε από το αυστηρότερο πλαίσιο παρακολούθησης, αλλά δεν έπαψε ποτέ να βρίσκεται υπό επιτήρηση. Το καθεστώς μεταπρογραμματικής εποπτείας, το γνωστό PPS, συνεχίζεται κανονικά και θα συνεχίζεται μέχρι να αποπληρωθεί το μεγαλύτερο μέρος των δανείων που έλαβε η Ελλάδα στα μνημονιακά χρόνια. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια, ούτε τεχνικότητα, αλλά η ουσία που λέει ότι η χώρα εξακολουθεί να αξιολογείται, να παρακολουθείται και να βαθμολογείται για την οικονομική της πολιτική, ακριβώς επειδή οι αδυναμίες της παραμένουν.
Κι εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Διότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης δεν έχει συμβάλει ουσιαστικά στο να εξέλθει η χώρα από αυτό το καθεστώς. Αντίθετα, οι διαρθρωτικές αδυναμίες που επισημαίνουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και το ΔΝΤ επαναλαμβάνονται με ανησυχητική σταθερότητα και αφορούν στην χαμηλή παραγωγικότητα, τις περιορισμένες επενδύσεις, την δημογραφική συρρίκνωση, το υψηλό ιδιωτικό χρέος και τις ευάλωτες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Όλα αυτά δεν είναι απλώς οικονομικοί δείκτες, αλλά οι λόγοι που η Ελλάδα δεν μπορεί να σταθεί χωρίς επιτήρηση. Και είναι οι λόγοι που η πολιτική της κυβέρνησης, παρά την επικοινωνιακή της αυτοπεποίθηση, δεν έχει καταφέρει να αλλάξει το υπόδειγμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ λειτουργεί σαν ψυχρό ντους. Το Ταμείο προειδοποιεί ότι η τρέχουσα δυναμική της ελληνικής οικονομίας δεν είναι διατηρήσιμη και ότι η χώρα μπαίνει σε περίοδο χαμηλότερης ανάπτυξης και αυξημένων κινδύνων. Η πρόβλεψη για ανάπτυξη που πέφτει στο 1,8% το 2026 και μεσοπρόθεσμα στο 1,5% είναι η παραδοχή ότι η οικονομία δεν έχει αποκτήσει πραγματική ταχύτητα. Την ίδια στιγμή, το ΔΝΤ βλέπει άνοδο του πληθωρισμού, διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και αυξημένη ευαλωτότητα των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Και όλα αυτά σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο ασταθές.
Ακόμη πιο αυστηρό είναι το Ταμείο στη δημοσιονομική πολιτική. Δεν υπάρχει περιθώριο για γενικευμένες παρεμβάσεις στήριξης, λέει. Τα μέτρα πρέπει να είναι στοχευμένα, προσωρινά και απολύτως συμβατά με τη δημοσιονομική σταθερότητα. Οι αυξήσεις συντάξεων δεν μπορούν να ξεφεύγουν από τον μηχανισμό τιμαριθμικής αναπροσαρμογής. Οι καθυστερήσεις στα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης μπορούν να στερήσουν κρίσιμους πόρους. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει χώρος για πολιτικές που παράγουν πρόσκαιρο όφελος και μελλοντικό κόστος. Δεν υπάρχει χώρος για μυωπία.
Κι όμως, αυτή ακριβώς η μυωπία χαρακτηρίζει την πολιτική του κ. Πιερρακάκη, τόσο στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης όσο και τώρα στο Υπουργείο Οικονομικών. Η λογική του είναι η λογική του κακού οικονομολόγου που βλέπει μόνο το πρώτο αποτέλεσμα, το άμεσο, το ορατό. Το μικρό καλό σήμερα, που όμως συνοδεύεται από ένα μεγάλο δεινό αύριο. Η οικονομική πολιτική δεν είναι εφαρμογή κινητού, δεν είναι interface, δεν είναι project management. Είναι η τέχνη του να προβλέπεις τα αόρατα αποτελέσματα, αυτά που δεν φαίνονται την πρώτη μέρα αλλά καθορίζουν την πορεία μιας χώρας για δεκαετίες. Και αυτό απαιτεί οικονομική σκέψη, όχι απλώς τεχνοκρατικό ύφος.
Κι εδώ, σχεδόν αναπόφευκτα, έρχεται στο μυαλό και η υπόθεση των υποκλοπών. Όχι επειδή σχετίζεται άμεσα με την οικονομία, αλλά επειδή αποκαλύπτει την ίδια νοοτροπία που διαπερνά και την οικονομική διαχείριση, δηλαδή, την πεποίθηση ότι η τεχνολογία είναι εργαλείο εξουσίας και όχι θεσμικής ευθύνης. Μια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει την τεχνολογία σαν μηχανισμό παρακολούθησης, δύσκολα μπορεί να δει την οικονομία ως μηχανισμό πρόβλεψης και στρατηγικής. Και το πιο ειρωνικό είναι ότι, από ό,τι φαίνεται, ούτε οι υποκλοπές βοήθησαν τελικά την κυβέρνηση να «υποκλέψει» καμιά χρήσιμη πληροφορία για το πού πάει η οικονομία. Αν είχαν ακούσει έστω και κατά λάθος έναν οικονομολόγο, ίσως να είχαν προλάβει μερικά από τα λάθη τους. Αλλά όχι, τελικά αποδείχθηκε ότι το Predator μπορεί να εντοπίζει τα πάντα εκτός από τη δημοσιονομική πραγματικότητα. Κι έτσι, ένας υπουργός κυβέρνησης που βρίσκεται στο επίκεντρο της πιο σκοτεινής υπόθεσης της μεταπολίτευσης εμφανίζεται σήμερα ως εγγυητής της οικονομικής σοβαρότητας, σε μια χώρα όπου η μνήμη έχει μικρότερο εύρος από τα metadata που συλλέγονταν.
Γι’ αυτό και η αντίδραση του κ. Πιερρακάκη στην έκθεση του ΔΝΤ είναι αποκαλυπτική. Ενώ το Ταμείο μιλά για επιβράδυνση, κινδύνους και ανάγκη αυστηρής πειθαρχίας, ο υπουργός μιλά για «εξαιρετικά θετική αποτίμηση» και «ενισχυμένη ανθεκτικότητα». Η επιλεκτική ανάγνωση δεν είναι τεχνοκρατική επάρκεια, αλλά πολιτική διαστρέβλωση. Και είναι ακριβώς αυτή η διαστρέβλωση που μας κρατά καθηλωμένους στο PPS, σε μια κατάσταση μόνιμης επιτήρησης που παρουσιάζεται ως επιτυχία επειδή δεν είναι πια τόσο αυστηρή όσο παλιά.
Και μέσα σε όλα αυτά, ήρθε και η εκλογή του κ. Πιερρακάκη στην προεδρία του Eurogroup, μια εξέλιξη που παρουσιάστηκε ως θρίαμβος της ελληνικής αξιοπιστίας. Μόνο που, αν κοιτάξει κανείς τη συγκυρία, μοιάζει περισσότερο με θρίαμβο της ευρωπαϊκής ανάγκης για «ουδέτερες» επιλογές παρά με αναγνώριση οικονομικής σοφίας. Σε μια περίοδο που οι μεγάλες χώρες δεν ήθελαν να συγκρουστούν μεταξύ τους και οι μικρές έψαχναν κάποιον αρκετά άχρωμο ώστε να μην ενοχλεί κανέναν, ο Πιερρακάκης αποδείχθηκε ιδανικός, αφού είναι αρκετά προβλέψιμος για τους ισχυρούς αλλά και αρκετά άνευρος για τους υπόλοιπους. Αν το Eurogroup ήταν σχολείο, θα ήταν η στιγμή που ο καθηγητής δίνει την προεδρία της τάξης στο παιδί που «δεν ενοχλεί κανέναν» επειδή δεν θέλει να μαλώσουν οι δημοφιλείς.
Η Ελλάδα έχει πράγματι κάνει βήματα προόδου. Αλλά δεν έχει λύσει τα θεμελιώδη προβλήματα της. Και όσο αυτά παραμένουν, η επιτήρηση θα συνεχίζεται, οι κίνδυνοι θα αυξάνονται και η ανάπτυξη θα υποχωρεί. Η πραγματική αριστεία δεν είναι να λες ότι όλα πάνε καλά. Είναι να βλέπεις τα προβλήματα πριν γίνουν κρίση. Είναι να θυσιάζεις το μικρό καλό του σήμερα για το μεγάλο καλό του αύριο. Είναι να κάνεις οικονομική πολιτική με διορατικότητα, όχι με επικοινωνία. Και αυτό, δυστυχώς, δεν το διαθέτει ούτε ο κ. Πιερρακάκης, αλλά ούτε και η κυβέρνηση.

