Πως η διεύρυνση προς το «κέντρο» έγινε αλλοίωση κι όχι σύνθεση

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η πρόσφατη καταδικαστική απόφαση στη δίκη των υποκλοπών, με την επιβολή της πρωτοφανούς ποινής των 126 ετών στους κατηγορούμενους, δεν αποτελεί απλώς μια δικαστική κατάληξη. Είναι η θεσμική επιβεβαίωση μιας βαθύτερης διάβρωσης. Η αποκάλυψη ενός παρακρατικού μηχανισμού που λειτουργούσε στις παρυφές της εκτελεστικής εξουσίας θέτει το πιο κρίσιμο ερώτημα: Πώς μια παράταξη που επαγγέλθηκε τον θεσμικό εκσυγχρονισμό, κατέληξε να ταυτίζεται με πρακτικές που υποσκάπτουν την ίδια τη δημοκρατία;

Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μια απλή επιχειρησιακή αστοχία αλλά στην πολιτική μετάλλαξη της τελευταίας περιόδου. Η συζήτηση για το «κέντρο», άλλοτε ως κεντροδεξιά, άλλοτε ως κεντροαριστερά, έχει γίνει το βασικό εργαλείο με το οποίο επιχειρείται να εξηγηθεί η πολιτική κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη ρητορική περί μετριοπάθειας και διεύρυνσης, διαφαίνεται από πολλούς μια βαθύτερη διαδικασία, που αφορά στην αλλοίωση της Νέας Δημοκρατίας, όχι ως φυσική εξέλιξη, αλλά ως στρατηγική μετάλλαξη που εξυπηρετεί την παγίωση ενός συστήματος εξουσίας. Η φράση της Άυν Ραντ (Ο Άτλας επαναστάτησε / Τόμος Γ – Η Ταυτότητα), ότι «σε κάθε συμβιβασμό μεταξύ φαγητού και δηλητηρίου, νικητής βγαίνει πάντα ο θάνατος», λειτουργεί εδώ ως μια εύστοχη μεταφορά. Όταν μια παράταξη διαπραγματεύεται τις ίδιες της τις αρχές για να χωρέσει τα πάντα, τελικά δεν ενισχύει την ενότητα, αλλά το πιο τοξικό στοιχείο που εισέρχεται στο μείγμα.

Η Νέα Δημοκρατία υπήρξε για δεκαετίες μια παράταξη με σαφή ιδεολογική ταυτότητα, με συγκεκριμένες αναφορές και σταθερές. Η μετάβαση στην εποχή Μητσοτάκη δεν σήμανε απλώς μια πιο σύγχρονη εκδοχή της κεντροδεξιάς, αλλά την αποϊδεολογικοποίηση της παράταξης και τη μετατροπή της σε ένα υπερσυγκεντρωτικό σχήμα εξουσίας. Η πολιτική έπαψε να είναι σύγκρουση ιδεών και έγινε διαχείριση εικόνας. Η παράταξη έπαψε να λειτουργεί ως φορέας αρχών και έγινε όχημα ενός προσώπου. Και όταν η πολιτική ταυτότητα διαλύεται, το κενό δεν μένει ποτέ άδειο, αφού το καταλαμβάνει η επικοινωνία, η σκοπιμότητα και η λογική του «να μείνουμε στην εξουσία πάση θυσία».

Αυτή η μετάλλαξη δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Η διεύρυνση προς το «κέντρο» δεν έγινε με όρους σύνθεσης, αλλά με όρους απορρόφησης. Πρόσωπα χωρίς ιδεολογική συγγένεια, αλλά με χρησιμότητα για την εκλογική κυριαρχία, εντάχθηκαν στο κυβερνητικό σχήμα, αλλοιώνοντας ακόμη περισσότερο τον χαρακτήρα της παράταξης. Η ΝΔ δεν έγινε πιο μεγάλη, αλλά πιο άμορφη. Και όπως θα έλεγε η Ραντ, όταν οι αρετές μπαίνουν στο τραπέζι του παζαριού, αυτό που μένει δεν είναι η αρετή, αλλά η φαύλη εκδοχή της.

Η αποϊδεολογικοποίηση αυτή άνοιξε τον δρόμο για πρακτικές που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τη φιλελεύθερη παράδοση της παράταξης, όπως παρακολουθήσεις, υποβάθμιση ανεξάρτητων αρχών, έλεγχος της ενημέρωσης, συγκέντρωση εξουσιών στο Μαξίμου. Όταν μια κυβέρνηση δεν λογοδοτεί σε ιδέες αλλά μόνο στον αρχηγό της, τότε η δημοκρατία παύει να λειτουργεί με τους φυσικούς της μηχανισμούς. Η εξουσία αυτονομείται, οι θεσμοί αδυνατίζουν και η χώρα διολισθαίνει σε μια κατάσταση όπου η πολιτική λειτουργεί ως μηχανισμός επιβολής και όχι ως πεδίο αντιπαράθεσης και λογοδοσίας.

Έτσι, η δικαστική ετυμηγορία των 126 ετών έρχεται να σφραγίσει το ηθικό και πολιτικό τέλος του αφηγήματος περί «εκσυγχρονιστικού κέντρου», αποδεικνύοντας ότι η αλλοίωση της μεγαλύτερης παράταξης της χώρας δεν είναι εσωτερικό κομματικό ζήτημα, αλλά ζήτημα ποιότητας της ίδιας της δημοκρατίας μας. Όταν η μεγαλύτερη παράταξη της χώρας χάνει την ταυτότητα της, η χώρα χάνει τα αντίβαρα της. Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε τεχνική διαχείριση, η κοινωνία χάνει τη δυνατότητα να διεκδικεί. Και όταν ο συμβιβασμός με το «δηλητήριο» γίνεται μόνιμη πρακτική, τότε, όπως προειδοποιεί η Ραντ, το αποτέλεσμα δεν είναι ισορροπία, αλλά η επικράτηση του χειρότερου δυνατού στοιχείου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για το «κέντρο» μοιάζει περισσότερο με προπέτασμα καπνού παρά με πραγματικό πολιτικό διάλογο. Η ουσία βρίσκεται αλλού, στο πώς, δηλαδή, μια παράταξη που κάποτε αποτελούσε πυλώνα σταθερότητας μετατράπηκε σε εργαλείο ενός καθεστώτος που αναπαράγει τον εαυτό του. Και το κρίσιμο ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν αυτή η αλλοίωση είναι αναστρέψιμη ή αν η χώρα έχει ήδη μπει σε μια τροχιά όπου η πολιτική ταυτότητα θυσιάζεται μόνιμα στον βωμό της εξουσίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.