Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η χριστιανική ρωμαική αυτοκρατορία

Γράφει ο Βαγγέλης Αντωνιάδης

Την πορεία της μετεξέλιξης της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας σε ένα χριστιανικό ρωμαικό κράτος, σφράγισε με τρόπο αποφασιστικό και συνάμα ανεξίτηλο ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος.

Είναι γεγονός πως το σύστημα της τετραρχίας απότυχε να δώσει λύσεις στα πολυσύνθετα προβλήματα της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα μάλιστα υπήρξε αιτία οξύτατων ανταγωνισμών ανάμεσα στους νέους πόλους εξουσίας στο εσωτερικό του ρωμαικού κράτους και κυρίως ανάμεσα στους συνάρχοντες.

Είναι χαρακτηριστικό πως η περίοδος από την απόσυρση του Διοκλητιανού μέχρι την πλήρη επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου υπήρξε μία περίοδος αποσταθεροποίησης, εσωτερικών συγκρούσεων και αναταραχών. Καθώς για 20 ολόκληρα χρόνια οι διάδοχοι και οι συνάρχοντες επιδόθηκαν σε έναν αγώνα αλληλοεξόντωσης.

Μέσα από αυτές τις συγκρούσεις αναδείχτηκε ως νέα ηγετική μορφή της ρωμαικής οικουμένης ο Μέγας Κωνσταντίνος.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος διαδέχτηκε τον πατέρα του Κωνσταντίνο Χλωρό ως Καίσαρα των δυτικών επαρχιών της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας και το 312 μ.Χ συνέτριψε τον αντίπαλο του στην δύση Μαξέντιο στην Μολυβία, γέφυρα του Τίβερη.

Έναν χρόνο αργότερα ως Αύγουστος και απόλυτα κυρίαρχος στην ρωμαική δύση προσέγγισε τον Αύγουστο των ανατολικών επαρχιών Λικίνιο. Οι δύο Αύγουστοι συναντήθηκαν στα Μεδιόλανα, σημερινό Μιλάνο και αποφάσισαν να μην αναγορευτούν Καίσαρες αλλά και να συνεργαστούν για την διοίκηση της αυτοκρατορίας.

Όμως σταδιακά οι σχέσεις του Κωνσταντίνου με τον Λικίνιο επιδεινώθηκαν και οδηγήθηκαν σε ρήξη και ένοπλη σύγκρουση. Ο Κωνσταντίνος εισέβαλε στις ανατολικές επαρχίες συνέτριψε τον Λικίνιο το 324 μ.Χ σε μάχη στην πεδιάδα της Ανδριανούπολης τον συνέλαβε και τον θανάτωσε.

Ο Κωνσταντίνος ως μοναδικός Αύγουστος της Αυτοκρατορίας έδωσε ακόμα πιο απολυταρχικό περιεχόμενο στο πολίτευμα. Δομώντας ένα απόλυτα συγκεντρωτικό κράτος, στο οποίο όλες οι εξουσίες ήταν συγκεντρωμένες στον θεσμό του Αυτοκράτορα.

Ο Αυτοκράτορας περιβαλλόταν από τους ανακτορικούς υπάλληλους και το ανακτορικό συμβούλιο το οποίο συνεδρίαζε έχοντας συμβουλευτικό ρόλο μετά από απόφαση του Αυτοκράτορα.

Ταυτόχρονα ο Κωνσταντίνος υποβάθμισε τον ρόλο της Συγκλήτου, που μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έμεινε ένα σώμα με τιμητικό ρόλο δίχως εξουσίες και αρμοδιότητες με τους Συγκλητικούς να συνοδεύουν τον Αυτοκράτορα σε επίσημες εκδηλώσεις.

Παρόλα αυτά τόσο ο ίδιος όσο και οι άμεσοι διάδοχοι του διατήρησαν τον ειδωλολατρικό τίτλο του << Μέγιστου Αρχιερέα>> που προερχόταν από την πανάρχαια παράδοση της ταύτισης του ηγεμόνα με τον αρχιερέα.

Ο Κωνσταντίνος μετέβαλε ριζικά και το ζήτημα της αυτοκρατορικής λατρείας. Καθώς ο Αυτοκράτορας έπαψε να λατρεύεται ως Θεός από τους υπηκόους του και ήταν ο εκλεκτός του Θεού που κυβερνούσε με την θεία χάρη προσεγγίζοντας τα χριστιανικά πρότυπα.

Όμως η ευρύτερη πολιτική του φανερώνει την πρόθεση του να δώσει κεντρική θέση στον Χριστιανισμό τόσο στα πολιτικά όσο και στα θρησκευτικά πράγματα τις αυτοκρατορίας.

Καθοριστικό ρόλο στις σχέσεις ανάμεσα στο ρωμαικό κράτος και την χριστιανική θρησκεία είχε το διάταγμα των Μεδιολάνων όταν στην συνάντηση Κωνσταντίνου Λικίνου θεσμοθετήθηκε η ελεύθερη επιλογή θρησκείας και η ελεύθερη λατρεία όλων των θρησκειών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.