Η πραγματική “φάρσα” με τα εθνικά θέματα
Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, σύμβουλος επιχειρήσεων – συγγραφέας
Ένας εξέχων κυβερνητικός σύμβουλος πέφτει θύμα Ρώσων φαρσέρ κι αποκαλύπτει ευαίσθητα εθνικά στοιχεία. Ένα εξέχων στέλεχος του νέου κόμματος που προσπαθεί να αναδειχθεί στο αντίπαλο δέος της ΝΔ, διατυπώνει συγκεκριμένες θέσεις πανω σε κρίσιμα εθνικά θέματα.
Και ποια είναι η αντίδραση των υποστηρικτών τους; Για τον μεν πρώτο, ότι αν απομακρυνθεί θα δείχνει κυβερνητική αδυναμία και υποχώρηση μπρος στη ρωσική πίεση! Για τον δε δεύτερο, ότι εκφράζει προσωπικές απόψεις, περιμένοντας να δούμε ποιες είναι οι επίσημες θέσεις του κόμματος πάνω στο θέμα!
Αν αυτό δεν είναι το πρόπλασμα για την πραγματική “φάρσα” σε σχέση με τα εθνικά μας ζητήματα, τότε τι είναι;
Γιατί πώς αλλιώς να εκλάβεις το γεγονός ότι ένας σύμβουλος που δεν γνωρίζει κάποια τεχνικά θέματα και δεν ζητά την ανάλογη βοήθεια για να προστατευτεί από την άγνοια του, αφού εκθέτει την κυβέρνηση πρέπει να προστατευτεί λες κι αυτή η αυτογελοιοποίηση που προκάλεσε δεν σημαίνει τίποτα και η θεσμική σημαντικότητά του είναι τέτοια που η αντικατάσταση θα υποβαθμίζει και την κυβέρνηση. Λες και η Ρωσία θα πετύχει κάποια τεράστια διπλωματική νίκη αν η Ελλάδα τιμωρήσει την προσωπική ανικανότητα ενός στελέχους. Εκτός κι αν το συγκεκριμένο άτομο και οι διαχρονικές του θέσεις διαθέτουν τόσο έντονο πολιτικό σημάδι που κανείς δεν διανοείται να το… μουτζουρώσει!
Τι άλλο από φάρσα είναι η άποψη ότι ο εξ απορρήτων του Τσίπρα δεν εκφράζει το κόμμα κι ας συγγράφει τις θέσεις του! Όχι ότι καταλάβαμε σε ποια σημεία διαφοροποιείται ο επίσημος λόγος της ΕΛΑΣ από όσα εκλέχθησαν. Θα ήταν λίγο παράξενο, για να μην πω οξύμωρο, ο Τσίπρας, της Συμφωνίας των Πρεσπών, που επαίρεται ότι έλυσε ένα εθνικό θέμα παραχωρόντας μια ψευδοεθνότητα και ψευδοταυτότητα στους Σκοπιανούς, τρέφοντας τον αλυτρωτισμό τους, να επιχειρήσει να μας πείσει ότι στα ελληνοτουρκικά δεν είναι υπέρ της συνεννόησης και των αμοιβαίων υποχωρήσεων.
Όμως ακόμη κι αν τυπικά, στα πλαίσια του πολιτικού rebranding, ήθελε όντως να ορίσει έναν νέο πατριωτισμό, θα είχε προχωρήσει στην απομάκρυνση του συνεργάτη του. Αντ’ αυτού εκκωφαντική σιωπή, γενικολογίες και αφορισμοί για όσους τολμούν να κριτικάρουν τον ενδοτισμό του.
Η πραγματική “φάρσα” για την ελληνική εθνική πολιτική είναι ότι ακόμη το ζητούμενο παραμένει μια σταθερή στάση με συγκεκριμένες επιδιώξεις που δεν ταλανίζεται από μικροπολιτικές επιδιώξεις και ιδεολογικές εμμονές. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι ακόμη δεν έχουμε αποτινάξει από πάνω μας τον γεωπολιτικό “επαρχιωτισμό” που μας σιρώχνει να υποτασσόμαστε στις βλέψεις άλλων, να προσποιούμαστε ότι η διάθεση για συζήτηση αρκεί για να εξομαλύνει χρόνια ζητήματα και να θεωρούμε ότι η αναφορά στο διεθνές δίκαιο, μας απαλλάσσει, από μόνη της, από την ευθύνη να θέτουμε όρια, να διεκδικούμε όσα δικαιούμαστε και να οικοδομούμε με σταθερά βήματα τη διαδρομή προς την εκπλήρωση των εθνικών στόχων μας.

