Η συνέντευξη της αλαζονείας και το νομοτελειακό τέλος του κυβερνητικού αφηγήματος

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Η χθεσινή συνέντευξη του Πρωθυπουργού στο Liberal, δοσμένη ανάμεσα σε δύο φανατικούς κυβερνητικούς κονδυλοφόρους, δεν ήταν τίποτα λιγότερο από την επιτομή μιας απίστευτης πολιτικής αλαζονείας και εμπαιγμού της νοημοσύνης μας. Οχυρωμένος στην εικονική πραγματικότητα των επικοινωνιολόγων του, την ώρα που η κοινωνία συγκλονίζεται από ανασφάλεια, ο κ. Μητσοτάκης πουλάει φούμαρα για «εκσυγχρονισμούς» και βαθιές μεταρρυθμίσεις. Όμως, όλα αυτά αποδεικνύονται έργα βιτρίνας χωρίς αντίκρισμα στη σκληρή καθημερινότητα. Η Μητσοτακική προπαγάνδα έχει κοντά ποδάρια, καθώς οι τραγικές εξελίξεις ξεγυμνώνουν το κυβερνητικό αφήγημα, αποδεικνύοντας ότι ο «νόμος και η τάξη» τους είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση.

Το πιο εξοργιστικό δείγμα αυτής της αναλγησίας είναι η διαχείριση της εσωτερικής ασφάλειας, όπου οι πολίτες εισπράττουν μόνο φτηνές δικαιολογίες αντί για απολογία. Η τραγική δολοφονία της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη από άνανδρη επίθεση με γκαζάκια στην πολυκατοικία της κόρης της, Αφροδίτης, επειδή έτυχε να είναι πολιτεύτρια της ΝΔ, αποκαλύπτει την παταγώδη αποτυχία των διωκτικών αρχών. Αντί ο Πρωθυπουργός να αναλάβει την αντικειμενική πολιτική ευθύνη και να παραιτήσει έστω έναν αρμόδιο, κάνει μικροπολιτική με θεωρίες για καταλήψεις, την ώρα που οι έρευνες βαλτώνουν σε ύποπτη καθυστέρηση. Αν, από την άλλη, ο ίδιος θεωρεί ότι όλα έγιναν ορθώς, τότε μοιραία μας σπρώχνει να σκεφτούμε σκοτεινά σενάρια προβοκάτσιας. Τι προτιμάει να παραδεχτεί τελικά; Την απόλυτη επιχειρησιακή αποτυχία του ή μια διακυβέρνηση με σκοτεινούς όρους και πρακτικές «μαφίας», όπως του προσάπτει σύσσωμη η αντιπολίτευση;

Αυτή η έλλειψη πυγμής αντανακλάται και στην εξωτερική πολιτική, όπου η κυβέρνηση εθελοτυφλεί μπροστά στο διαρκές ξεσάλωμα των Τούρκων στο Αιγαίο. Η επίσημη κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» και οι προκλήσεις κατά των κυρίαρχων δικαιωμάτων μας, όπως με το καλώδιο στην Κάσο, βαφτίζονται από το Μαξίμου ως δήθεν «ψυχραιμία». Την ίδια στιγμή, οι δογματικές εμμονές στην πράσινη ενέργεια, σε συνδυασμό με τις σκόπιμες καθυστερήσεις στις έρευνες εγχώριων κοιτασμάτων, έχουν εκτοξεύσει το κόστος ζωής στα ύψη. Η κυβέρνηση υπερφορολογεί άγρια τους Έλληνες μέσω της ακρίβειας για να παρουσιάζει τεχνητά πλεονάσματα, και μετά μοιράζει υποκριτικά ψίχουλα με ταπεινωτικά επιδόματα και «pass» εξάρτησης, υποτιμώντας την αξιοπρέπεια των πολιτών.

Αυτή η πολιτική έχει οδηγήσει τη μέση οικογένεια σε τραγικό αδιέξοδο επιβίωσης, φτωχοποιώντας τη μεσαία τάξη και αναγκάζοντας την να ζει με κουπόνια. Αντί για πραγματική στήριξη της εγχώριας παραγωγής και της εργασίας, το Μέγαρο Μαξίμου επέβαλε ένα μοντέλο ελεγχόμενης φτώχειας, δείχνοντας ότι ενδιαφέρεται μόνο για τους αριθμούς και τους μεγάλους παρόχους. Αυτή η συνειδητή αφαίμαξη πλήττει θανάσιμα την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων. Με το ενεργειακό κόστος στα ύψη και την αγοραστική δύναμη εξαϋλωμένη, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα ασφυκτιά. Αντί για μείωση έμμεσων φόρων, η κυβέρνηση κρατά τις επιχειρήσεις αποκλεισμένες από τον δανεισμό, απροστάτευτες στον διεθνή ανταγωνισμό, οδηγώντας τες σε λουκέτο, την ώρα που το Μαξίμου πανηγυρίζει για μια ανάπτυξη «βιτρίνας» που αφορά μόνο τους λίγους και ισχυρούς φίλους του.

Η ίδια διαχειριστική ανικανότητα εντοπίζεται και στη χαμένη, ιστορική ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης. Αντί τα τεράστια αυτά κονδύλια να αξιοποιηθούν για να αλλάξουν ριζικά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, σπαταλήθηκαν ασύστολα σε ένα όργιο υπερτιμολογήσεων και απευθείας αναθέσεων, απλώς και μόνο για να μπορεί ο Πρωθυπουργός να μας μιλάει σήμερα για έργα βιτρίνας. Ο σχεδιασμός της κυβέρνησης ήταν εξ αρχής τόσο πρόχειρος, που ήδη αναμένονται απεντάξεις κρίσιμων έργων υποδομής, αφήνοντας την Ελλάδα χωρίς κανένα απολύτως σοβαρό σχέδιο για την επόμενη ημέρα, πέρα από τη μόνιμη λογική ενός «τροχονόμου» που απλώς διαχειρίζεται ευρωπαϊκές ενέσεις προσωρινής ρευστότητας.

Το βαθύ αυτό έλλειμμα συνοδεύεται από πρωτοφανή θεσμική κατάρρευση, με τη δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης να βιώνουν κρίση αξιοπιστίας. Σκοτεινά σκάνδαλα και υποκλοπές γίνονταν επί επτά συνεχόμενα έτη στο ανώτατο επίπεδο, και ο Πρωθυπουργός μας λέει προκλητικά ότι δεν πήρε χαμπάρι τίποτα. Η ίδια ανευθυνότητα επιστρατεύεται και για το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη, όπου η κυβέρνηση συνεχίζει να ψευδολογεί και να κάνει μικροπολιτική πάνω στους τάφους των νεκρών, μεθοδεύοντας την πλήρη συγκάλυψη των πολιτικών ευθυνών.

Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, ο κ. Μητσοτάκης επιχειρεί να αλλοιώσει την ιστορική ταυτότητα της κεντροδεξιάς παράταξης και, αφού της άλλαξε τα φώτα, προσπαθεί να μας πείσει ότι η δική του, μεταλλαγμένη εκδοχή είναι η αυθεντικότερη. Πλασάρει ως «νέο αίμα» πρόσωπα από έναν βαθιά φθαρμένο κομματικό μηχανισμό με γερασμένες νοοτροπίες, ή εκπροσώπους της πιο ακραίας woke ατζέντας, προκαλώντας πνευματική ασφυξία στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους.

Η αλαζονεία της εξουσίας δεν έχει πλέον χαλινάρι, καθώς ο Πρωθυπουργός στρέφεται με εμπάθεια κατά των πολιτικών του αντιπάλων, αλλά κυρίως, με τον πιο υποτιμητικό τρόπο, απέναντι στους δύο πρώην αρχηγούς της παράταξης και πρωθυπουργούς. Η περίπτωση του Αντώνη Σαμαρά είναι η πιο ενδεικτική αυτής της διολίσθησης. Ο κ. Μητσοτάκης, αντί να ακούσει τις προειδοποιήσεις ενός ανθρώπου που κράτησε τη χώρα όρθια σε κρίσιμες στιγμές, επέλεξε τη μικροπρεπή εξόντωση και την καρατόμηση. Η διαγραφή του δεν ήταν σε καμία περίπτωση «αναπόφευκτη», όπως εκείνος αυτάρεσκα νομίζει, αλλά μια καθαρή ομολογία ιδεολογικής γύμνιας ενός Μαξίμου που τρέμει την αλήθεια και δείχνει ότι έχει χάσει κάθε επαφή με τη βάση που το εξέλεξε.

Οι παρεμβάσεις του Αντώνη Σαμαρά κάθε άλλο παρά δικαιώνουν την πρωθυπουργική απόφαση. Αντίθετα, ξεσκεπάζουν καθημερινά την πλήρη αλλοίωση της παράταξης. Κάθε δημόσια τοποθέτηση του εκφράζει τη ζωντανή φωνή της λογικής και της πατριωτικής ευθύνης απέναντι στον εθνικό ενδοτισμό στο Αιγαίο, τη woke ατζέντα, την κατάρρευση των θεσμών της δικαιοσύνης, τα αδιευκρίνιστα σκάνδαλα και την οικονομική ασφυξία που βιώνει ο τόπος. Όταν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για αυτά τα κρίσιμα μέτωπα, αποδεικνύει πόσο δίκαιες είναι οι ανησυχίες του, τις οποίες το σύστημα Μαξίμου αδυνατεί πλέον να αντέξει.

Ο Πρωθυπουργός επιμένει ότι θα εξαντλήσει τη θητεία του μέχρι τον Μάρτιο του 2027, όμως στο βάθος γνωρίζει ότι το αφήγημα του έχει καεί. Όσο ο χρόνος κυλά, αντιλαμβάνεται ότι δεν έχει τίποτα καινούργιο να πει και το μόνο που τον περιμένει είναι η ραγδαία φθορά. Αυτή η νευρικότητα αποκαλύπτεται στο πιο κρίσιμο ερώτημα: αν ο κ. Μητσοτάκης είναι τόσο καθαρός και θεσμικά άψογος, γιατί κλαίγεται προκαταβολικά ότι η αντιπολίτευση θα τον κυνηγήσει δικαστικά μόλις χάσει την εξουσία; Η Μητσοτακική προπαγάνδα οφείλει να τελειώσει εδώ, διότι η πραγματική πολιτική καθαρότητα δεν φοβάται τον έλεγχο. Φοβάται μόνο η ένοχη συνείδηση εκείνων που βλέπουν το τέλος τους να πλησιάζει νομοτελειακά.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.