ΗΠΑ: Η πραγματική ήττα των Δημοκρατικών και το θεσμικό ατόπημα Τραμπ

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Θα αργήσουμε να μάθουμε με απόλυτη βεβαιότητα τον επόμενο Πρόεδρο των ΗΠΑ. Το τελικό αποτέλεσμα θα γίνει γνωστό σε μερικές μέρες και, όπως δείχνουν τα έως τώρα δεδομένα, ένα από τα σενάρια που απευχόμασταν θα πραγματοποιηθεί. Η οριστικοποίηση της νίκης θα έρθει από τις δικαστικές αίθουσες και σε μια παγκοσμίως ανασφαλή περίοδο, ελέω και του κορωνοϊού, το τελευταίο που είχε ανάγκη ο πλανήτης είναι ένα αμφισβητήσιμο αποτέλεσμα και ένα κύμα κοινωνικών αναταραχών ανάλογα με τις αντιδράσεις των υποψηφίων.

Είναι πιθανό για τρίτη φορά την τελευταία εικοσαετία, το εκλογικό σύστημα να θέτει την εκλογική, κοινωνική πλειοψηφία σε αντίθεση με τον εκλεγέντα Πρόεδρο, αν και η αυξημένη συμμετοχή μάλλον φέρνει πιο κοντά την επικράτηση Μπάιντεν. Πάντως αυτό που “κατοχυρώνεται” τα τελευταία χρόνια είναι ένας έντονος κοινωνικός διαχωρισμός που αναζωπυρώθηκε τόσο από τον επιθετικό, συχνά χλευαστικό, λόγο του Τραμπ αλλά και την ταύτιση μεγάλου μέρος των Δημοκρατικών με έντονα σοσιαλιστικές ιδέες και έμμεση κάλυψη “ακτιβιστικών” εξεγέρσεων και καταστροφών με αφορμή τα υπαρκτά, διαχρονικά ρατσιστικά ζητήματα στη χώρα.

Κι αυτός ο διαχωρισμός είναι πολύ πιθανό να ενταθεί, σε περίπτωση εκλογής του Μπάιντεν, μετά τις δηλώσεις του σημερινού Προέδρου που θέτει προκαταβολικά θεσμικά ζητήματα για την επιστολική ψήφο, κάτι που κανείς δεν είχε διανοηθεί ποτέ στη σύγχρονη Μέκκα της αστικής δημοκρατίας. Ένα οριακό αποτέλεσμα απαιτεί ψυχραιμία και σοβαρότητα από κάθε πλευρά, αποφυγή δραματοποίησης και θυματοποίησης, αν οι πάντες επιθυμούν ειλικρινά την ομαλότητα.

Είναι προφανές ότι ο Τραμπ θα πετύχαινε μια ευρεία νίκη, αν δεν είχε προκύψει η ατυχής, περισσότερο ρητορικά και επικοινωνιακά, αντιμετώπιση της πανδημίας. Τα εσωτερικά οικονομικά αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά θετικά κυρίως λόγω της μείωσης της φορολογίας, παρά το γεγονός ότι πολλοί παραβλέπουν πως η τάση επιστροφής στον εμπορικό προστατευτισμό μακροπρόθεσμα λειτουργεί ανασχετικά αναπτυξιακά, αφού μετατρέπεται σε γενική χιονοστιβάδα μόλις χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα από όλα τα μέρη. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται κι από τη συντήρηση, αν όχι τη διεύρυνση, του αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου στις ΗΠΑ. Όμως, όπως πολύ συχνά επισημαίνω, ο μέσος ψηφοφόρος ψηφίζει πρωτίστως με την τσέπη του, κατόπιν με μια ηθική, σκανδαλολογική διάθεση και μετά με κάθε άλλο κριτήριο.

Από την άλλη, οι Δημοκρατικοί επένδυσαν για δεύτερη φορά σε μια ξεπερασμένη υποψηφιότητα. Ξεπερασμένη, όχι τόσο ηλικιακά αλλά κυρίως ως εικόνα, νοοτροπία και ιδέες. Ένα λιγότερο εντυπωσιακό, επικοινωνιακά, αναμάσημα της περιόδου Ομπάμα, δεν απαντά στα ζητούμενα της εποχής. Η έλλειψη πολιτικής σφριγηλότητας και νέου οράματος δεν ενέπνευσε πλατιά κοινωνικά στρώματα και καθήλωσε τους Δημοκρατικούς σε ποσοστά ανάλογα του 2016.

Βέβαια, ο Έλληνας πολίτης οφείλει να ενδιαφέρεται κυρίως για τις διεθνείς θέσεις των υποψηφίων. Δεν έχω κουραστεί, εδώ και πολλά χρόνια, να τονίζω ότι είναι τουλάχιστον ουτοπικό να περιμένουμε εντυπωσιακές αλλαγές σε πάγιες θέσεις της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και αφελές να προσδοκούμε διολωματικά δώρα αν δεν χτίζουμε στέρεες συμμαχίες και κυρίως δεν εκμεταλλευόμσστε τις συγκυρίες για να δημιουργήσουμε συνθήκες που θα αποτελέσουν χρήσιμα διαπραγματευτικά εργαλεία.

Όπως επίσης, είναι άτοπη η αυτοματοποιημένη ιδεολογική αντίστοιχη. Αν ανατρέξει κανείς στο παρελθόν είναι σίγουρο ότι θα διακρίνει Ρεπουμπλικανούς Προέδρους με ανάλογες, αν όχι περισσότερες, ουσιαστικές κοινωνικές ευαισθησίες με Δημοκρατικούς συναδέρφους τους, όπως και Δημοκρατικούς Προέδρους που υπήρξαν πιο φιλελεύθεροι οικονομικά από πολλούς Ρεπουμπλικανούς.

Ο εθνοκεντρικός λόγος του Τραμπ χάνει μέρος της αξίας του όταν καταντά κλειστοφοβική εμμονή κατά της παγκοσμιοποίησης σε έναν ψηφιακό κόσμο που ανοίγει αυτόνομα οικονομικές ευκαιρίες. Η διοικητική προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες και δεν παραδίδεται βουβά στις υπερεθνικές οντότητες δεν αντιπροσωπεύεται από μανιχαϊστικές αντιλήψεις.

Όπως και η στροφή του Δημοκρατικού κόμματος προς τον ακραίο δικαιωματισμό και τον “ακτιβισμό”, μετατοπίζει όλο τον χώρο σαφώς αριστερότερα, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό στο πολιτικό σύστημα. Αυτό το κενό προσπάθησε να καλύψει θέτοντας ως υποψήφιο τον Μπάιντεν, και σε αυτό θα οφείλει την οριακή νίκη, αλλά ουσιαστικά πρόκειται για μια μεγάλη ήττα, για παραδοχή αμηχανίας και έλλειψη νέας πρότασης.

God bless, the world, γιατί οι προκλήσεις είναι πολύ μεγάλες και οι αποφάσεις του οποιουδήποτε Πλανητάρχη, μέσα στα επόμενα χρόνια, θα θέσουν τις βάσεις για τις μετέπειτα εξελίξεις.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.