Ή ρίζες ή μητσοτακισμός

Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού

Αυτή η συζήτηση δεν γίνεται από περιέργεια ούτε από προσωπικές φιλοδοξίες. Γίνεται γιατί ένα μεγάλο κομμάτι της βάσης της Νέας Δημοκρατίας αναγνωρίζει πια αυτό που ειπώθηκε ανοιχτά μετά τις πρόσφατες παρεμβάσεις του Αντώνη Σαμαρά, λέγοντας ότι το κόμμα έχει χάσει τη λαϊκή του ψυχή. Και όταν ένα κόμμα χάνει την ψυχή του, δεν κυβερνά, αλλά απλώς διαχειρίζεται εξουσία.

Η Νέα Δημοκρατία δεν ιδρύθηκε για να υπηρετεί τις τεχνοκρατικές ελίτ. Ιδρύθηκε για να εκφράζει ανθρώπους δεμένους με τη γη τους και την πατρίδα τους. Ανθρώπους που ήξεραν ότι η ζωή και η πολιτική χρειάζονται κάτι που να τις ξεπερνά, δηλαδή, πίστη, αξίες, καθήκον. Αυτή ήταν η λαϊκή δεξιά. Και αυτή η πίστη ήταν το αόρατο νήμα που κρατούσε την κοινωνία όρθια στις δύσκολες στιγμές.

Σήμερα, στη θέση της, έχει εγκατασταθεί ο μητσοτακισμός. Όχι απλώς ως κυβερνητικό στυλ, αλλά ως ιδεολογία αποδόμησης. Ένα σύστημα εξουσίας χωρίς ρίζες και χωρίς πίστη, που οι κονδυλοφόροι του, αρθρογράφοι, opinion makers και διαχειριστές της «ορθής σκέψης», μας καλούν διαρκώς να «προσαρμοστούμε στην πρόοδο». Και αυτή η πρόοδος έχει όνομα τη woke κουλτούρα, την πράσινη μετάβαση, την άνευ όρων διεθνοποίηση.

Μας λένε ότι πρέπει να προσαρμοστούμε στη woke κουλτούρα. Όχι ως σεβασμό στον άνθρωπο, αλλά ως ιδεολογική επιβολή που διαλύει κάθε έννοια παράδοσης, φύλου, οικογένειας και εθνικής ταυτότητας. Όποιος αντιστέκεται βαφτίζεται «οπισθοδρομικός». Όποιος αμφισβητεί, «επικίνδυνος». Η κοινωνία δεν καλείται να συζητήσει, αλλά να συμμορφωθεί.

Μας λένε ότι πρέπει να προσαρμοστούμε στην πράσινη μετάβαση. Όχι ως οικολογική ευθύνη με κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά ως τεχνοκρατικό δόγμα που συνθλίβει τη μεσαία τάξη, διαλύει την αγροτική παραγωγή, εκτοξεύει το κόστος ζωής και μετατρέπει την ενέργεια σε πεδίο κερδοσκοπίας για λίγους. Πράσινη μετάβαση για τον λαό σημαίνει φτώχεια, ενώ για τους ημέτερους σημαίνει επιδοτήσεις και υπερκέρδη.

Μας λένε, τέλος, ότι πρέπει να προσαρμοστούμε στη διεθνοποίηση. Όχι ως συνεργασία μεταξύ εθνών, αλλά ως παραίτηση από την εθνική κυριαρχία. Να αποδεχτούμε ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται στην πατρίδα μας αλλά αλλού. Ότι τα σύνορα είναι λεπτομέρεια. Ότι η ανεξαρτησία είναι ξεπερασμένη έννοια. Αυτό το βαφτίζουν «ρεαλισμό». Στην πραγματικότητα είναι υποτέλεια.

Ο μητσοτακισμός δεν ζητά απλώς προσαρμογή. Ζητά πίστη σε μια νέα ψευδοθρησκεία που θέλει αγορές αντί για πατρίδα, δείκτες αντί για ανθρώπους, μόδες αντί για αξίες. Και όμως, η ανθρώπινη φύση δεν αντέχει χωρίς πίστη. Είναι παράξενη η δίψα των ανθρώπων για μιαν ακλόνητη πίστη. Πρέπει σώνει και καλά να στηρίξουν τη ζωή τους πάνω σε κάτι που να την ξεπερνά, σε μιαν απόλυτη αλήθεια, σ’ ένα απόλυτο αγαθό ανεξάρτητο από τον χρόνο και τη θέλησή τους. Απόδειξε τους ότι δεν υπάρχουν θεοί και την άλλη μέρα θα πιστέψουν στην αστρολογία. Έτσι και στην πολιτική, όταν γκρεμίζεις πατρίδα, ιστορία και αξίες, δεν ελευθερώνεις τον άνθρωπο, αλλά τον καθιστάς έρμαιο κάθε ιδεολογικής μόδας.

Η λαϊκή δεξιά το γνωρίζει αυτό. Και γι’ αυτό προτιμά τον αφελή που πιστεύει σε κάτι από τον κυνικό που δεν πιστεύει σε τίποτα. Ο πρώτος μπορεί να σφάλει. Ο δεύτερος θα πουλήσει τα πάντα, ακόμη και τον Παρθενώνα, αν βρει τιμή. Για αυτόν, η πολιτική δεν είναι πεδίο αξιών αλλά εμπορική συναλλαγή.

Κάποτε οι νέοι έδιναν όρκο: «οὐ καταισχύνω τὰ ὅπλα τὰ ἱερά». Όχι επειδή το επέβαλλε το κράτος, αλλά επειδή το απαιτούσε η συνείδηση τους. Σήμερα, οι τεχνοκράτες ρεαλιστές χλευάζουν τέτοιες έννοιες. Διακωμωδούν την πίστη, την καλοκαγαθία, την πατρίδα. Ταπεινά ανθρωπάρια προσκολλημένα στα χρηματικά και υλικά τους συμφέροντα, που θεωρούν κάθε σταθερά αναχρονισμό. Όμως η ιστορία είναι αμείλικτη, μόνο τα σάπια φρούτα πέφτουν μόλις τ’ αγγίξεις.

Κανείς δεν θυσιάζεται για το συμφέρον του. Ο άνθρωπος φτάνει μέχρι την ύστατη γραμμή μόνο όταν υπηρετεί κάτι ανώτερο από τον εαυτό του. Ο αληθινός συμφεροντολόγος πάντα συμβιβάζεται, πάντα προσαρμόζεται, πάντα υποχωρεί. Δεν συγκρούεται. Δεν αντιστέκεται. Δεν πιστεύει.

Η βάση της Νέας Δημοκρατίας καλείται να αποφασίσει. Όχι για πρόσωπα, αλλά για νόημα. Αν η παράταξη θα ξαναβρεί την πίστη της, τις ρίζες της και τον πατριωτικό της προσανατολισμό, ή αν θα παραμείνει όχημα του μητσοτακισμού της προσαρμογής, της woke συμμόρφωσης, της πράσινης φτώχειας και της διεθνοποιημένης υποτέλειας.

Αυτή δεν είναι εσωκομματική διαφωνία. Είναι υπαρξιακή επιλογή. Και αφορά τη βάση και όχι τους διαχειριστές της εξουσίας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.