Δημοκρατία σε οθόνη αναμονής
Γράφει ο Γιάννης Κίτσος, οικονομολόγος – σύμβουλος χρηματοοικονομικού και στρατηγικού σχεδιασμού
Ο Neil Postman, ήδη από τη δεκαετία του ’80, είχε διαγνώσει με ανατριχιαστική ακρίβεια το πρόβλημα που σήμερα βιώνουμε σε πλήρη ανάπτυξη, δηλαδή τη μετατροπή της πολιτικής, της δημοσιογραφίας και τελικά της ίδιας της δημοκρατίας σε προϊόν θεάματος. Όχι μέσα από την ωμή λογοκρισία, αλλά μέσω μιας διαρκούς, αποχαυνωτικής ψυχαγωγίας που αδειάζει τον δημόσιο λόγο από νόημα, ιστορικό βάθος και κριτική σκέψη.
Στην τηλεοπτική εποχή, και κατ’ επέκταση στη σημερινή εποχή των social media, η πολιτική δεν κρίνεται με βάση την ικανότητα, τη γνώση ή το όραμα. Κρίνεται με βάση την εικόνα. Όπως παρατηρεί ο Postman, η τηλεόραση καθιστά σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσουμε ποιος είναι πραγματικά καλύτερος, αν «καλύτερος» σημαίνει ικανότερος στις διαπραγματεύσεις, βαθύτερα ενημερωμένος για τα διεθνή ή με ουσιαστική κατανόηση των οικονομικών συσχετισμών. Ο λόγος αφορά σχεδόν αποκλειστικά την εικόνα, και η εικόνα, από τη φύση της, δεν αντέχει την πολυπλοκότητα.
Ο σύγχρονος πολιτικός δεν παρουσιάζει απλώς τον εαυτό του ως εικόνα, αλλά προσφέρει τον εαυτό του σαν αντανάκλαση του ακροατηρίου. Δεν καλεί τον πολίτη να σκεφτεί, αλλά να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε ένα τηλεοπτικό είδωλο που τον καθησυχάζει. Η πολιτική, όπως ακριβώς και η διαφήμιση, δεν υπόσχεται αλήθεια ή λύσεις, αλλά συναισθηματική ανακούφιση. Ένα σύνθημα, ένα χαμόγελο, μια «κανονικότητα» σε υψηλή ανάλυση.
Αυτό το μοντέλο έχει υιοθετηθεί πλήρως στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ζωή και κορυφώνεται στη διακυβέρνηση Μητσοτάκη. Η πολιτική επικοινωνία έχει αντικαταστήσει την πολιτική πράξη. Οι τηλεοπτικές εμφανίσεις, τα ελεγχόμενα ρεπορτάζ, οι προσεκτικά σκηνοθετημένες συνεντεύξεις και η απολύτως φιλική δημοσιογραφική αντιμετώπιση συγκροτούν ένα σύστημα όπου η εικόνα προηγείται της πραγματικότητας και συχνά την ακυρώνει.
Η δημοσιογραφία, από θεσμικός ελεγκτής της εξουσίας, μετατρέπεται σε διακοσμητικό στοιχείο της. Δεν διερευνά, δεν συγκρούεται, δεν αποκαλύπτει. Αναπαράγει. Όχι επειδή της απαγορεύεται να κάνει αλλιώς, αλλά επειδή το ίδιο το μέσο, η τηλεοπτική λογική του γρήγορου, του εύπεπτου, του «τώρα», δεν επιτρέπει βάθος, πλαίσιο ή ιστορική μνήμη. Όπως επισημαίνει ο Postman, δεν αρνούμαστε να θυμηθούμε, απλώς αδυνατούμε. Η μνήμη απαιτεί αφήγηση, θεωρία, όραμα. Η εικόνα προσφέρει μόνο στιγμιότυπα.
Έτσι, η πολιτική απογυμνώνεται από το ιστορικό της υπόβαθρο. Κάθε κρίση παρουσιάζεται ως μεμονωμένο γεγονός, κάθε αποτυχία ως «αστοχία», κάθε σκάνδαλο ως επικοινωνιακό ζήτημα που χρειάζεται καλύτερη διαχείριση. Ο καθρέφτης της τηλεόρασης καταγράφει μόνο ό,τι φοράμε σήμερα. Για το χθες παραμένει σιωπηλός. Και χωρίς χθες, δεν υπάρχει ούτε αύριο παρά μόνο ένα διαρκές, αποσυνδεδεμένο παρόν.
Σε αυτό το περιβάλλον, η δημοκρατία δεν καταλύεται με πραξικοπήματα ή απαγορεύσεις. Αδειάζει. Μετατρέπεται σε διαδικασία χωρίς περιεχόμενο. Οι θεσμοί υπάρχουν τυπικά, αλλά ο δημόσιος διάλογος έχει αντικατασταθεί από μια ατελείωτη ροή εικόνων, «θετικών αφηγήσεων» και τηλεοπτικών συγκινήσεων. Το πρόβλημα, όπως προειδοποιεί ο Postman, δεν είναι ο Οργουελικός φόβος της καταστολής, αλλά ο Χαξλεϊκός εφιάλτης της υπερπληροφόρησης χωρίς νόημα.
Στην Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε ένα μιντιακό σύστημα στενά συνδεδεμένο με την πολιτική και οικονομική εξουσία, όπου η πληροφορία δεν λείπει, αντιθέτως, πλημμυρίζει τον πολίτη. Όμως παρουσιάζεται με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι απλοϊκή, αϊστορική και αποκομμένη από κάθε πλαίσιο. Όλα γίνονται θέαμα, η ακρίβεια, οι υποκλοπές, οι θεσμικές εκτροπές, ακόμη και οι τραγωδίες. Και όταν όλα παρουσιάζονται ως θέαμα, τίποτα δεν βιώνεται ως πολιτικό πρόβλημα που απαιτεί συλλογική αντίδραση.
Οι τύραννοι του παρελθόντος βασίζονταν στη φίμωση. Το σύγχρονο σύστημα βασίζεται στην εξάντληση. Δεν χρειάζεται να απαγορεύσει τον λόγο, αρκεί να τον καταστήσει γελοίο, προβλέψιμο και ακίνδυνο. Όταν όλος ο πολιτικός λόγος παίρνει τη μορφή χωρατού, όταν η σοβαρότητα αντιμετωπίζεται ως γραφικότητα και η κριτική ως «τοξικότητα», τότε η δημοκρατία δεν πεθαίνει από βία, αλλά από αδιαφορία.
Αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος για τη δημοκρατία μας σήμερα. Όχι ότι δεν μιλάμε, αλλά ότι μιλάμε μέσα σε ένα σύστημα που έχει εκπαιδεύσει τους πολίτες να μην ακούν. Όχι ότι δεν ψηφίζουμε, αλλά ότι ψηφίζουμε όπως κοιτάμε μια διαφήμιση, αναζητώντας, δηλαδή, ποια εικόνα μας κάνει να νιώθουμε λιγότερο άβολα με τη δυσαρέσκεια μας.
Η πολιτική της εικόνας μπορεί να κερδίζει εκλογές. Αλλά μακροπρόθεσμα διαβρώνει τα ίδια τα θεμέλια της δημοκρατικής συνείδησης. Και όσο η δημοσιογραφία παραμένει εγκλωβισμένη στη λογική του θεάματος, τόσο η δημοκρατία θα λειτουργεί σε κατάσταση αναμονής με την οθόνη ανοιχτή και την κοινωνία παθητικό θεατή.

