Αραβική τρομοκρατία στην Ελλάδα: Η άγνωστη σελίδα της ιστορίας
Γράφει ο Βαγγέλης Αντωνιάδης
Η Ελλάδα, γεωπολιτικά σταυροδρόμι μεταξύ Δύσης και Ανατολής, υπήρξε επί δεκαετίες όχι μόνο πέρασμα, αλλά και έδαφος δράσης για διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και για πάνω από δύο δεκαετίες, το ελληνικό έδαφος αποτέλεσε τόπο εκδήλωσης μιας σειράς πολύνεκρων επιθέσεων από οργανώσεις παλαιστινιακής ή γενικότερα αραβικής προέλευσης. Τα περιστατικά αυτά, σε συνδυασμό με τις παράλληλες εξελίξεις στον εγχώριο τρομοκρατικό χάρτη, θέτουν κρίσιμα ερωτήματα για τη διασύνδεση, την ανοχή και την πιθανή συνεργασία μεταξύ διεθνούς και εσωτερικής τρομοκρατίας.
Για τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, η Ελλάδα αποτέλεσε όχι μόνο πεδίο δράσης αλλά και ενδιάμεσο σταθμό για τρομοκρατικές οργανώσεις από τη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη και την Αφρική. Τα εδάφη της χώρας λειτούργησαν ως πέρασμα, καταφύγιο και επιχειρησιακή βάση για ξένους τρομοκράτες, κυρίως Παλαιστινίους, αλλά και μέλη οργανώσεων από τη Δυτική Ευρώπη, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Λατινική Αμερική και χώρες του Μαγκρέμπ. Το ελληνικό έδαφος, λόγω της γεωπολιτικής του θέσης και της χαλαρότητας του κρατικού μηχανισμού σε κρίσιμες εποχές, αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για επιχειρήσεις τρομοκρατικού σχεδιασμού και εκτέλεσης.
Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο, ακόμα και από αριστερούς ιστορικούς, ότι στις δεκαετίες του 1960, του 1970 και του 1980, νοικιάζονταν διαμερίσματα και μονοκατοικίες στην Αθήνα για να φιλοξενούν προσωρινά ξένοι τρομοκράτες, ως transit βάση πριν ή μετά από επιχειρήσεις. Σύμφωνα με μεταγενέστερες αναφορές, σε έναν από αυτούς τους χώρους φιλοξενίας φέρεται να έλαβε χώρα παρ’ ολίγον ανταλλαγή πυροβο μεταξύ μελών δύο διαφορετικών οργανώσεων, βρέθηκαν στον ίδιο χώρο – μέχρι που αλληλοαναγνωρίστηκαν.
Η εγχώρια ένοπλη βία, με κύριους εκφραστές οργανώσεις όπως η “17 Νοέμβρη”, ο “ΕΛΑ” και η “1η Μάη”, δεν έδρασε σε κενό. Οι ιδεολογικές και επιχειρησιακές συγκλίσεις με τμήματα της διεθνούς τρομοκρατίας, ιδίως παλαιστινιακών και ευρωπαϊκών οργανώσεων, δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για τις διασυνδέσεις, τη χρηματοδότηση, την εκπαίδευση και τις ανταλλαγές τεχνογνωσίας. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου η ελληνική Αριστερά – ριζοσπαστική ή όχι – επέδειξε πολιτική ανοχή ή ιδεολογική κάλυψη στις εγκλγματικές ενέργειες ξένων ενόπλων, οι οποίες συχνά μεταφράζονταν σε μαζικές δολοφονίες αθώων πολιτών.
Στόχος οι αεροπορικές μεταφορές και οι υποδομές
Η πρώτη ηχηρή τρομοκρατική επίθεση καταγράφεται στις 26 Δεκεμβρίου 1968, όταν δύο Παλαιστίνιοι επιτέθηκαν σε αεροσκάφος της ισραηλινής El Al στο αεροδρόμιο της Αθήνας, με απολογισμό έναν νεκρό και δύο τραυματίες. Λίγα χρόνια μετά, στις 5 Αυγούστου 1973, η Ελλάδα γνώρισε μια από τις πιο αιματηρές επιθέσεις του “Μαύρου Σεπτεμβρίου”: τρεις νεκροί και 55 τραυματίες στο Ανατολικό Αεροδρόμιο, όταν οι ένοπλοι τρομοκράτες επιτέθηκαν με χειροβομβίδες και πήραν ομήρους.
Το μοτίβο των επιθέσεων περιλάμβανε στόχους υψηλής δημοσιότητας – κυρίως αεροδρόμια, αεροσκάφη και διπλωματικές αποστολές. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1974, η βόμβα που τοποθετήθηκε στην πτήση TWA 841 προκάλεσε τον θάνατο 88 επιβατών στο Ιόνιο Πέλαγος. Δύο χρόνια αργότερα, το αεροπλάνο της Air France που κατελήφθη από Παλαιστίνιους τρομοκράτες είχε επιβιβάσει τους δράστες στην Αθήνα, πριν καταλήξει στην περιβόητη αεροπειρατεία του Έντεμπε στην Ουγκάντα.
Διπλωματικοί στόχοι και πλήγματα σε τουρισμό και ασφάλεια
Από τη δεκαετία του ’80, οι επιθέσεις μεταφέρονται σε πιο ευαίσθητους στόχους. Το 1983, δύο φρουροί της πρεσβείας της Ιορδανίας στην Αθήνα πυροβολούνται από ένοπλο της οργάνωσης του Αμπού Νιντάλ, με έναν να χάνει τη ζωή του. Το 1984, ο Βρετανός διπλωμάτης Κεν Γουίτι δολοφονείται, ενώ το 1985 εκτοξεύεται ρουκέτα κατά αεροσκάφους της Royal Jordanian. Την ίδια χρονιά, πέντε Παλαιστίνιοι καταλαμβάνουν αεροσκάφος της EgyptAir που απογειώθηκε από το Ελληνικό· 60 άνθρωποι σκοτώνονται μετά από αποτυχημένη επέμβαση των αιγυπτιακών ειδικών δυνάμεων.
Ο τουρισμός δέχεται καίριο πλήγμα το 1988, όταν στο κρουαζιερόπλοιο City of Poros, Παλαιστίνιος τρομοκράτης ανοίγει πυρ εναντίον επιβατών, σκοτώνοντας επτά τουρίστες και έναν Έλληνα ναυτικό. Το αποκορύφωμα έρχεται το 1991, όταν έκρηξη βόμβας στην Πάτρα – σε πολυκατοικία που λειτουργούσε ως κρησφύγετο – σκοτώνει επτά ανθρώπους, περιλαμβανομένου του Παλαιστίνιου Ιμπραήμ Χασικέχ, ο οποίος μετέφερε τη βόμβα προς το βρετανικό προξενείο.
Το ερώτημα της διασύνδεσης με την εγχώρια τρομοκρατία
Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μόνο εξωτερική τρομοκρατική δράση. Παράλληλα με τις επιθέσεις από αραβικές οργανώσεις, ανθίζει και το φαινόμενο της εγχώριας τρομοκρατίας, με πρωταγωνιστές οργανώσεις όπως η “17 Νοέμβρη”, ο “ΕΛΑ” (Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας) και η “1η Μάη”. Οι ομάδες αυτές δρουν με στόχο τη βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος, χρησιμοποιώντας ιδεολογικό μανδύα ακροαριστερής επανάστασης.
Αν και δεν υπάρχουν επίσημα αποδεικτικά στοιχεία για άμεση συνεργασία μεταξύ αραβικών και ελληνικών τρομοκρατικών οργανώσεων, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που δείχνουν τουλάχιστον συγκλίνουσες στρατηγικές, μεθόδους και ενίοτε… κοινές διαδρομές. Πληροφορίες που είδαν το φως κατά καιρούς μιλούν για κοινή εκπαίδευση σε στρατόπεδα στη Μέση Ανατολή, ανταλλαγή τεχνογνωσίας σε εκρηκτικούς μηχανισμούς, ακόμη και υπόθαλψη προσώπων καταζητούμενων σε κοινά δίκτυα υποστήριξης.
Η αποσταθεροποίηση που προκάλεσαν τόσο οι διεθνείς όσο και οι εγχώριες τρομοκρατικές ενέργειες υπήρξε εμφανής: στρατηγικά πλήγματα στον τουρισμό, στον διπλωματικό χώρο, στον κοινωνικό ιστό· κυρίως όμως, υπονόμευση του ίδιου του δημοκρατικού πολιτεύματος μέσα από τον φόβο και την ανασφάλεια. Ορισμένες οργανώσεις, μάλιστα, όπως η “17Ν”, με στοχευμένες πολιτικές δολοφονίες και κείμενα προκηρύξεων, επιχείρησαν να επιβληθούν ως “ρυθμιστές” της δημόσιας ζωής, διεκδικώντας ιδεολογική νομιμοποίηση μέσα από τη βία.
Το πλέγμα της διεθνούς τρομοκρατίας.
Η δράση της αραβικής τρομοκρατίας στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ αποκομμένη από τις ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις – ούτε όμως και από τις εσωτερικές ρωγμές της ελληνικής πολιτικής ζωής. Αν και η χώρα δεν αποτέλεσε ποτέ τον “κύριο στόχο”, λειτούργησε ως θέατρο πρακτικών εξαγωγής τρόμου, διπλωματικών μηνυμάτων και στρατηγικών αντιπερισπασμού.
Οι απόπειρες σύνδεσης μεταξύ διεθνούς και εσωτερικής τρομοκρατίας παραμένουν ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της Μεταπολίτευσης. Ίσως γιατί, όπως κάθε “βαθύ κράτος τρόμου”, λειτουργεί με κανόνες σιωπής, ανταλλαγών και διείσδυσης που υπερβαίνουν την επιφάνεια της ιστορίας.

